Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι τέσσερις εποχές των ανταρτών Σαντινίστας

Τον Ιούλιο κλείνουν 40 χρόνια από την ανατροπή του δικτάτορα Αναστάσιο Σομόζα από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο των Σαντινίστας (FSLN). Σύντομη αναδρομή στην ταραγμένη ιστορία μιας χώρας που χαρακτηρίζεται από τις συνεχείς και επίμονες αμερικανικές παρεμβάσεις, αλλά και την «ιδιαίτερη» διακυβέρνηση του ισόβιου επικεφαλής των Σαντινίστας Ντανιέλ Ορτέγκα

 

Του ειδικού απεσταλμένου μας Hernando Calvo Ospina*

«Δεν θα παραδοθώ. Σας περιμένω εδώ. Θέλω ή μια ελεύθερη πατρίδα ή τον θάνατο». Η απάντηση του Σέσαρ Αουγούστο Σαντίνο (1895-1934) στην επιστολή ανώτερου Αμερικανού αξιωματικού, ο οποίος τον απειλούσε ότι θα τον κυνηγήσει ανελέητα αν δεν παραδώσει τα όπλα, είναι γεμάτη στόμφο. Εκείνη την εποχή η Νικαράγουα έχει ήδη υποστεί πολλές και διάφορες αμερικανικές επεμβάσεις. Η πρώτη ήταν μεταξύ 1854 και 1856. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα προσπαθήσει κι αυτό με τη σειρά του να αναλάβει τον έλεγχο των ακτών της επί του Ατλαντικού. Οι δύο μεγάλες δυνάμεις θεωρούν αυτό το κομμάτι της Κεντρικής Αμερικής θεμελιώδους σημασίας για τη μελλοντική κατασκευή ενός καναλιού που θα συνδέει τους δυο ωκεανούς. Κάτι που θα πραγματοποιηθεί, τελικά, στον Παναμά το 1914.

Με το πρόσχημα της εξάλειψης των πολιτικών και στρατιωτικών εντάσεων ανάμεσα σε φιλελεύθερους και συντηρητικούς, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Φιλάντερ Τ. Νοξ αποστέλλει στρατό στη Νικαράγουα τον Σεπτέμβριο του 1909, ο οποίος δεν θα αποχωρήσει παρά το 1925. Την επόμενη χρονιά περισσότεροι από 5.000 «πεζοναύτες» αποβιβάζονται εκ νέου. Θα παραμείνουν έως το 1933. Ο λόγος που επικαλούνται αυτή τη φορά είναι η παρουσία «μπολσεβίκων πρακτόρων από το Μεξικό», οι οποίοι θέλουν να κυριεύσουν το έθνος.

Ο Σαντίνο είναι ένας από αυτούς τους «πράκτορες». Αν και δηλώνει φιλελεύθερος, παίρνει τα όπλα το 1927 για να πολεμήσει όχι μόνο τον ξένο κατακτητή, τον οποίο χαρακτηρίζει «ιμπεριαλιστή» και «συμμορία από κοκαϊνομανείς», αλλά και την ντόπια ελίτ φιλελεύθερων - συντηρητικών, την οποία χαρακτηρίζει καταπιεστική, ληστρική, ρατσιστική και πρόθυμη να πουλήσει την πατρίδα της.

Όταν οι ΗΠΑ βυθίζονται στη μεγάλη οικονομική κρίση, τα στρατεύματα κατοχής, τα οποία δέχονται παρενοχλήσεις από το σχετικά συντηρητικό αντάρτικο που διεξάγει ο Σαντίνο, ο «στρατηγός των ελεύθερων ανθρώπων», θεωρούνται ιδιαίτερα δαπανηρά και αποσύρονται το 1933. Αφήνουν πίσω τους μια εθνοφρουρά υπό τις διαταγές ενός στρατιωτικού που εκπαιδεύθηκε στις αμερικανικές ακαδημίες, του Αναστάσιο Σομόζα. Στις 21 Φεβρουαρίου του 1934 ο Σαντίνο, ο οποίος είχε δεχτεί να διαπραγματευθεί με την εθνική κυβέρνηση, δολοφονείται την ώρα που φεύγει από μια δεξίωση που δίνει ο πρόεδρος Χουάν Μπαουτίστα.

Έτσι, εγκαθιδρύεται η κληρονομική δικτατορία των Σομόζα -Αναστάσιο (1936-1956), Λουίς (1956- 1963) και Αναστάσιο ο νεότερος (1967-1979)- που βρίσκεται υπό την κηδεμονία της Ουάσιγκτον και θα διαρκέσει πάνω από τέσσερις δεκαετίες.

Εντούτοις οι αγώνες στο εσωτερικό δεν ήταν μάταιοι. Το 1960, εμπνευσμένοι από τον πρόσφατο θρίαμβο της κουβανικής επανάστασης και παρακινούμενοι από τις ιδέες του Σαντίνο, ο Κάρλος Φονσέκα Αμαδόρ, ο Τομάς Μπόρχε και άλλοι διανοούμενοι δίνουν ζωή στο Εθνικοαπελευθερωτικό Μέτωπο των Σαντινίστας (FSLN). Για πολλά χρόνια οι επιτυχίες του αντάρτικου θα είναι περιορισμένες λόγω της ελλιπούς εμπειρίας του σε ό,τι αφορά τις σχέσεις με τον αγροτικό πληθυσμό.

Όσο αυξάνεται η καταστολή, η θεαματική στρατιωτική δράση του FSNL το 1978 προκαλεί κύμα συμπάθειας ανά τον κόσμο. Η αμερικανική κυβέρνηση του Τζίμι Κάρτερ (1977-1981) δεν μπορεί να στηρίζει άλλο τον Σομόζα. Η ένοπλη εξέγερση θριαμβεύει στις 19 Ιουλίου 1979.

Η επανάσταση των Σαντινίστας ξεσηκώνει παγκόσμιο ενθουσιασμό και δεν αφήνει αδιάφορες τις κυβερνήσεις, ιδίως τους Ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες. Η παρουσία νέων ανθρώπων που προέρχονται από τη μεγαλοαστική τάξη στα υψηλότερα κλιμάκια του κράτους τους προσφέρει τις απαραίτητες εγγυήσεις για το είδος του πολιτικού συστήματος που θα επιβληθεί.  Αντίθετα, στη Νικαράγουα, εκείνοι που γίνονται πιο αποδεκτοί από τον λαό είναι οι επαναστάτες που προέρχονται από τα λαϊκά και αντικαπιταλιστικά στρώματα.

Σε λιγότερα από δέκα χρόνια η εθνική σταυροφορία κατά του αναλφαβητισμού με επικεφαλής το νεαρό Ντανιέλ Ορτέγκα ρίχνει το ποσοστό των αναλφάβητων από το 54% στο 12%. Η ιατρική περίθαλψη παύει να είναι προνόμιο της μειοψηφίας και γίνεται κτήμα όλου του λαού. Οι αγρότες επωφελούνται από την αγροτική μεταρρύθμιση. Εθνικοποιούνται οι στρατηγικής σημασίας πλουτοπαραγωγικές πηγές, ο κόσμος ωθείται προς τον συνδικαλισμό και την οργάνωση σε συνεταιρισμούς μικρών και μεσαίων παραγωγών. Για να υλοποιηθούν, όμως, τα ριζοσπαστικά μέτρα, το σύστημα έπρεπε να ανασυνταχθεί εξ αρχής. Σύντομα κάνουν την εμφάνισή τους βαθιές διαφωνίες στους κόλπους της κυβερνητικής συμμαχίας.

Στις ΗΠΑ η κατάσταση επιδεινώνεται δραματικά: ο Ρόναλντ Ρίγκαν, ο οποίος έγινε πρόεδρος τον Ιανουάριο του 1981, θα φτάσει στο σημείο να διακηρύξει ανοικτά ότι η Νικαράγουα αποτελεί γι' αυτόν «μείζον πρόβλημα» εθνικής ασφάλειας. Στην Ονδούρα, στο Σαλβαδόρ και την Κόστα Ρίκα, Αμερικανοί και Αμερικανοκουβανοί στρατιωτικοί και μισθοφόροι εκπαιδεύουν τις αντεπαναστατικές δυνάμεις, τους «Κόντρας», οι οποίοι εξαπολύουν φονικές επιθέσεις από τα σύνορα των γειτονικών χωρών.

«Άθεοι», «πολεμοχαρείς», «κομμουνιστές», «ολοκληρωτικό καθεστώς που κάνει εξαγωγή της επανάστασης», «λαθρέμποροι ναρκωτικών». Οι βολές πέφτουν η μία μετά την άλλη. Με εφαλτήριο την εφημερίδα «La Presa» και τα μέσα ενημέρωσης της Νικαράγουας -παρ' όλο που, σύμφωνα με την προπαγάνδα, η ελευθερία του τύπου είναι ανύπαρκτη- εξαπολύεται διεθνής εκστρατεία συκοφάντησης.

Η οικονομία του πολέμου επιφέρει ελλείψεις στα τρόφιμα, επιβραδύνει τα προγράμματα κοινωνικής ανάπτυξης και, ως εκ τούτου, προκαλεί δυσαρέσκεια σε ένα κομμάτι του πληθυσμού. Παρά τις απώλειες που επιφέρει -μέχρι τον τερματισμό της σύγκρουσης θα καταγραφούν 29.000 νεκροί- η αντεπανάσταση αποτυγχάνει στρατιωτικά, καθώς περιορίζεται σε μια μικρή αγροτική περίμετρο, «τον διάδρομο των Κόντρας».

Οι Σαντινίστας κερδίζουν με μεγάλη πλειοψηφία τις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές το 1984 και η Ουάσιγκτον, η οποία συντηρεί την αντεπανάσταση, βυθίζεται στα σκάνδαλα: το 1986 αποκαλύπτεται η παράνομη πώληση όπλων στο Ιράν (Ιρανγκέιτ) και το λαθρεμπόριο κοκαΐνης από την Κολομβία, με την έγκριση της CIA και στόχο τη χρηματοδότηση των «Κόντρας».

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης καταδικάζει το 1987 τις ΗΠΑ για τη ναρκοθέτηση των λιμανιών της Νικαράγουας. Όμως, οι οικονομικές και ανθρώπινες απώλειες έχουν αφήσει τη Μανάγκουα καθημαγμένη. Έρχεται τότε ο καιρός των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στους Σαντινίστας και τους «Κόντρας», έπειτα από την προκήρυξη των νέων εκλογών.

Η Βιολέτα Τσαμόρο, η υποψήφια της Ουάσιγκτον και των δυνάμεων κατά των Σαντινίστας που είχαν συσπειρωθεί γύρω από μια συμμαχία, την Εθνική Ένωση της Αντιπολίτευσης (UNO), θριαμβεύει στις εκλογές της 25ης Φεβρουαρίου του 1990. Οι Σαντινίστας υπογράφουν πρωτόκολλο μετάβασης με την Τσαμόρο. Παρά την αντίθεση των ΗΠΑ, η νέα κυβέρνηση συμφωνεί να διατηρήσουν οι Σαντινίστας τη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας και των υπηρεσιών ασφαλείας, οι οποίες, σιγά - σιγά, θα ξηλωθούν.

Οι «Κόντρας» διαλύονται και τα μέλη τους επανεντάσσονται με περισσότερες ή λιγότερες δυσκολίες στον κοινωνικό ιστό της Νικαράγουας. Οι νέοι ιθύνοντες και η ολιγαρχία αρχίζουν να παραβιάζουν τις συμφωνίες και να στερούν τους Νικαραγουανούς από τα κεκτημένα της επανάστασης. Όσοι δεν ανήκουν στη «μικρή κλειστή ομάδα» που έχει το πάνω χέρι δεν αργούν να αντιληφθούν την πραγματικότητα.

Η Τσαμόρο εισάγει τη Νικαράγουα στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, κάτι που ωφελεί τις πολυεθνικές εταιρείες, κυρίως τις αμερικανικές, αλλά και τις ευρωπαϊκές και τις ασιατικές. Η οικονομική ολιγαρχία επιδίδεται στη λεηλασία των κοινωνικών και των κρατικών αγαθών και τη σπέκουλα.

Από το 1990 και μετά, τρεις πρόεδροι -η Βιολέτα Τσαμόρο, ο Αρνόλδο Αλεμάν και ο Ενρίκε Μπολάνιος- γκρεμίζουν στην ουσία ό,τι έχτισε η επανάσταση. Οι μισθοί χάνουν έως και το ένα τρίτο της αξίας τους, η ανεργία πλησιάζει στο 45% και η εξαθλίωση πλήττει πολλούς Νικαραγουανούς. Η νεοφιλελεύθερη επέλαση γίνεται ακόμα πιο καταστροφική καθώς δεν συναντά ιδιαίτερη αντίσταση εξαιτίας των βίαιων εσωτερικών συγκρούσεων που σπαράζουν τους Σαντινίστας.

Το 1994 στο συνέδριο του FSLN έρχονται αντιμέτωπες δύο τάσεις. Οι μεν κήρυτταν την αποποίηση του αντιμπεριαλισμού, του σοσιαλισμού και του πρωτοποριακού χαρακτήρα του κράτους. Το άλλο ρεύμα, του οποίου ηγούνταν ο Ντανιέλ Ορτέγκα, εξέθετε την αναγκαιότητα για αναδιοργάνωση του προγράμματος, χωρίς να απομακρυνθούμε από τις ιδεολογικές αρχές του σαντινισμού. Ο Ορτέγκα με χαρακτηριστική ευκολία κερδίζει 12 από τα 15 διοικητικά πόστα. Καταγγέλλοντας τον «αυταρχισμό» του, τα περισσότερα ηγετικά στελέχη σε εθνικό επίπεδο, η συντριπτική πλειοψηφία όσων είχαν διατελέσει υπουργοί και το μεγαλύτερο τμήμα των βουλευτών εγκαταλείπουν το Μέτωπο για να ιδρύσουν το Κίνημα για την Ανανέωση των Σαντινίστας (MRS).

Ωστόσο το FSNL του Ορτέγκα επιστρέφει στην εξουσία με τη νίκη στις προεδρικές εκλογές στις 5 Νοεμβρίου του 2006 (με 38% των ψήφων). Για να φτάσει έως εδώ συνήψε μια σειρά πολιτικών συμφωνιών εγείροντας διάφορα ερωτήματα, κριτικές και έντονες αντιδράσεις ακόμα και στους κύκλους πολλών συμπαθούντων και φίλων τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Το FSLN, το οποίο αναλαμβάνει επίσημα την Προεδρία στις 10 Ιανουαρίου του 2007, κερδίζει σε 105 από τις 146 κοινότητες στις δημοτικές εκλογές της 9ης Νοεμβρίου του 2008. Κι αυτό γιατί, πέρα από τις όποιες μεταλλάξεις του, η Υγεία και η Παιδεία είναι και πάλι δωρεάν. Χιλιάδες παιδιά επέστρεψαν στο σχολείο. Ετέθη σε εφαρμογή το πρόγραμμα «Πείνα Μηδέν»: ένα εκατομμύριο δωρεάν γεύματα προσφέρονται καθημερινά στα κέντρα εκπαίδευσης.

Για να διασφαλιστεί η επάρκεια της χώρας σε τρόφιμα, διανέμονται εκτάσεις και δάνεια με πολύ χαμηλά επιτόκια σε μικρούς και μεσαίους παραγωγούς. Περίπου 100.000 οικογένειες αγροτών επωφελούνται από το πρόγραμμα, το οποίο χειρίζονται γυναίκες οργανωμένες σε συνεταιρισμούς.

Τον Φεβρουάριο του 2008 ο νέος πρεσβευτής της Ουάσιγκτον Ρόμπερτ Κάλαχαν φτάνει στη Μανάγκουα. Η παρουσία του ξανανοίγει παλιές ανεπούλωτες πληγές. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν κατά τη δεκαετία του 1980 ακόλουθος Τύπου της αμερικανικής πρεσβείας στην Ονδούρα, με προϊστάμενό του τον Τζον Ντιμίτρι Νεγκροπόντε. Εκείνη την εποχή η CIA συντόνιζε από αυτή τη χώρα την πιο αιματηρή φάση του πολέμου των «Κόντρας».

Σήμερα, θορυβημένος από την άνοδο των Σαντινίστας, υποστηρίζει ανοιχτά την αντιπολίτευση στη Νικαράγουα. Αυτή η ανάμειξη στα εσωτερικά της χώρας οδήγησε τον Πρόεδρο Ορτέγκα στο σημείο να τον απειλήσει με απέλαση τον Φεβρουάριο του 2009. Οι εκπρόσωποι της ελίτ και των αντιπάλων των Σαντινίστας αντέδρασαν λέγοντας ότι ο αρχηγός του κράτους «δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει». Κάτι τέτοια τερτίπια κάνουν τα κόκαλα του στρατηγού Σαντίνο να τρίζουν στον τάφο του.

 

*Ο Hernando Calvo Ospina είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας του έργου «Latines, belles et rebelles, Le temps des cerises, 2015», Le temps des cerises, 2015.

 

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στην διεύθυνση: https://monde-diplomatique.gr/?p=3292

 

Δείτε όλα τα σχόλια