Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τρομοκρατία made in USA

Ο ακροδεξιός λόγος και η πολιτική του Τραμπ εκτινάσσουν τη ρατσιστική βία

Στα χρόνια που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου 2001, οι περισσότερες τρομοκρατικές επιθέσεις εις βάρος Αμερικανών πολιτών πραγματοποιήθηκαν από ακροδεξιούς και όχι από κάποιον υποστηρικτή της τζιχάντ. Για την ακρίβεια, ήταν σχεδόν τριπλάσιες. Όμως, για κάποιον περίεργο λόγο, μόνο οι δεύτεροι αντιμετωπίζονται ως τρομοκράτες από το ποινικό σύστημα των ΗΠΑ.

Με βάση τα στοιχεία της οργάνωσης Anti-Defamation League, οι δολοφονίες που αποδίδονται σε ακροδεξιούς εξτρεμιστές ξεπέρασαν, την περσινή χρονιά, το θλιβερό ρεκόρ του 1995 με τους δεκάδες θανάτους που προκάλεσε η βομβιστική επίθεση του Τίμοθι Μακβέι στην Οκλαχόμα. Σύμφωνα με την ίδια οργάνωση, η οποία καταγράφει περιστατικά ρατσιστικής βίας και λόγου στις Ηνωμένες Πολιτείες, την τελευταία δεκαετία, σχεδόν το 73% των ανθρώπων που σκοτώθηκαν σε τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ έχασαν τη ζωή τους σε επιθέσεις ακροδεξιών.

Είναι φανερό ότι ο πολιτικός λόγος του Ντόναλντ Τραμπ και η προσπάθεια δαιμονοποίησης των "εισβολέων" μεταναστών απενοχοποιούν και τελικά ενθαρρύνουν την ακροδεξιά βία. Δεν είναι όμως μόνο το πολιτικό κλίμα. Όπως αποκαλύπτει πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδας “L.A. Times”, η κυβέρνηση Τραμπ δεν αφυδάτωσε από κονδύλια μόνο τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την προστασία του περιβάλλοντος αλλά και εκείνες που έχουν ως στόχο την αντιμετώπιση της εγχώριας, "λευκής τρομοκρατίας".

Μόλις τον Ιούνιο, ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κέβιν Μακαλίναν αναγνώριζε ενώπιον του Κογκρέσου ότι "η εξτρεμιστική βία των οπαδών της λευκής υπεροχής" αποτελεί "εντεινόμενη απειλή". Ωστόσο, επί διακυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ, το 85% των κονδυλίων του υπουργείου "για την καταπολέμηση του βίαιου εξτρεμισμού" ξοδεύονται για την παρακολούθηση ακραίων μουσουλμανικών οργανώσεων ή οργανώσεων που προστατεύουν τα δικαιώματα των μεταναστών και προσφύγων.

Τον Απρίλιο, ο Μακαλίναν ανακοίνωνε την ίδρυση μιας νέας υπηρεσίας, που θα είχε ως στόχο την αποτροπή τρομοκρατικών επιθέσεων, οι οποίες θα περιλάμβαναν και τη "βία με φυλετικά κίνητρα". Στην πραγματικότητα, ήταν μια ξαναζεσταμένη πρωτοβουλία της διακυβέρνησης Ομπάμα. Με την προηγούμενη κυβέρνηση όμως, η αρμόδια υπηρεσία διέθετε 40 μέλη και είχε ως ετήσιο προϋπολογισμό 24 εκατομμύρια δολάρια. Η σημερινή έχει μόλις δέκα υπαλλήλους και λιγότερα από τρία εκατομμύρια ως ετήσιο μπάτζετ.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά

Στην Αμερική του Τραμπ, μια μη κυβερνητική οργάνωση που βοηθά μετανάστες έχει περισσότερες πιθανότητες να προσελκύσει την προσοχή των αντιτρομοκρατικών υπηρεσιών. Και γι’ αυτό δεν ευθύνεται μόνο η ακροδεξιά ιδεολογία των σημερινών κυβερνώντων αλλά ο γενικότερος προσανατολισμός του συγκεκριμένου μηχανισμού.

"Η συντριπτική πλειονότητα της αντιτρομοκρατικής υποδομής στρέφεται προς την απειλή της διεθνούς τρομοκρατίας" παραδέχεται, στο περιοδικό “Atlantic”, o πρώην διευθυντής Εσωτερικής Ασφάλειας Τζορτζ Σέλιμ. Σε αρκετές εκθέσεις του το FBI έχει συμπεράνει ότι οι περισσότερες επιθέσεις που εμπίπτουν στη μάλλον ασαφή κατηγορία "εγκλήματα μίσους" συνδέονται με λευκούς ρατσιστές. Παρ’ όλα αυτά, όσο φονικές και αν είναι οι επιθέσεις από ακροδεξιούς, εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα και ασύνδετα μεταξύ τους περιστατικά.

Ένας λόγος γι’ αυτό είναι καθαρά πρακτικός. Σε αντίθεση με τους τζιχαντιστές, που προτιμούν τους αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, οι Αμερικανοί ακροδεξιοί πραγματοποιούν τις επιθέσεις τους με πατροπαράδοτα αμερικανικά όπλα. Και αυτό μοιραία οδηγεί σε μια συζήτηση που η αμερικανική κοινωνία κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να αποφύγει, το ζήτημα της εκτεταμένης οπλοκατοχής.

Τον γενικότερο στρουθοκαμηλισμό διευκολύνει φυσικά και η ανυπαρξία κάποιου σκοτεινού, προβεβλημένου διεθνούς κέντρου όπως η Αλ Κάιντα και το ISIS, κάτι που διευκολύνει τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές να αντιμετωπίζουν κάθε κρούσμα ακροδεξιάς βίας ξεχωριστά. Έτσι, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ μπορεί να βαπτίζει αβίαστα οργανώσεις σε όλο τον κόσμο ως "τρομοκρατικές" αλλά για τις ίδιες τις ΗΠΑ δεν υπάρχει κάποιος κατάλογος με εγχώριες τρομοκρατικές οργανώσεις καθώς κάτι τέτοιο θα θεωρείτο αντισυνταγματικό.

Ημίτυφλη Δικαιοσύνη

Ο όρος "εγχώρια τρομοκρατία" περιλαμβάνεται μεν στον αμερικανικό Ποινικό Κώδικα αλλά η ομοσπονδιακή νομοθεσία εξακολουθεί να τον αγνοεί, με αποτέλεσμα να μην έχουν οριστεί συγκεκριμένες ποινές για την κατηγορία. Το νομικό σύστημα αφήνει τελικά στους εισαγγελείς να αποφασίζουν ποιος θα κατηγορηθεί για τρομοκρατία και ποιος όχι.

Και όπως επισημαίνει ο ιστότοπος ερευνητικής δημοσιογραφίας The Intercept, το σύστημα λειτουργεί καθαρά μεροληπτικά. Από την 11η Σεπτεμβρίου και έπειτα, οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς απάγγειλαν κατηγορίες με βάση την αντιτρομοκρατική νομοθεσία σε βάρος 34 ακροδεξιών εξτρεμιστών, ενώ από την άλλη πλευρά της ζυγαριάς βρίσκονταν περισσότεροι από 500 τζιχαντιστές.

Είναι ένας φαύλος κύκλος. Το δικαστικό σύστημα τροφοδοτεί την αντίληψη ότι η τρομοκρατία προέρχεται πάντοτε από το εξωτερικό, με τα ΜΜΕ να ανταποκρίνονται. Πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Αλαμπάμα έδειξε ότι οι επιθέσεις από μουσουλμάνους εξτρεμιστές λαμβάνουν 357 φορές μεγαλύτερη δημοσιότητα από εκείνες που διεξάγονται από μη μουσουλμάνους, κάτι που με τη σειρά του διαδίδει την αντίληψη ότι η τρομοκρατία είναι "εισαγόμενη".

"Σαφώς και έχουμε τρομοκρατικές οργανώσεις στις ΗΠΑ. Απλώς δεν τις αποκαλούμε τρομοκρατικές οργανώσεις" επισημαίνει ο Μπρένταν Μαγκουάιρ, πρώην εισαγγελέας και άλλοτε επικεφαλής για θέματα τρομοκρατίας στην εισαγγελία της Νέας Υόρκης. "Σε γενικές γραμμές, η κυβέρνηση βρίσκει δύσκολο να κολλήσει την ετικέτα της τρομοκρατίας σε μια εγχώρια δραστηριότητα".

Αντιλαμβάνεται κανείς, επομένως, πώς είναι δυνατόν ένας 56χρονος λευκός ακροδεξιός, που είχε βγάλει σέλφι με τον Τραμπ στη Φλόριντα και στη συνέχεια είχε ταχυδρομήσει αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς σε βουλευτές των Δημοκρατικών, δεν διώχθηκε αρχικά με βάση την αντιτρομοκρατική νομοθεσία, με τη Δικαιοσύνη να επανεξετάζει σήμερα τις κατηγορίες μόνο μετά την εκτεταμένη δημοσιότητα που έλαβε η υπόθεση.

Πιο πρόσφατα, ένας αξιωματικός του Λιμενικού συνελήφθη στο Μέριλαντ. Στο σπίτι τού αυτοπροσδιοριζόμενου ως "λευκού εθνικιστή" ανακαλύφτηκε ολόκληρο οπλοστάσιο και μια λίστα στόχων με δολοφονίες που ο Κρίστοφερ Χέισον ήλπιζε ότι θα έδιναν το έναυσμα για έναν "φυλετικό πόλεμο" στις ΗΠΑ. Προς το παρόν ο Χέισον αντιμετωπίζει μόνο κατηγορίες για κατοχή όπλων και ναρκωτικών. Αν ήταν λίγο πιο σκουρόχρωμος και είχε κάνει σε κάποιο e-mail του την παραμικρή αναφορά στην πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή πιθανότατα θα βρισκόταν ήδη στο Γκουαντάναμο.

Δείτε όλα τα σχόλια