Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια ταλαιπωρημένη μεγαλοφυΐα της τζαζ

Charles Mingus (1922 - 1979)

 

Του Ιλάν

 

Κραυγές, ουρλιαχτά, δυνατοί ρυθμοί, συνθέσεις που ανακαλούν πρωτόγονες τελετουργίες, έντονο swing, flamenco επιρροές και τα blues χαρακτηρίζουν τη μουσική δημιουργία του γιγαντόσωμου, κλασικά σπουδασμένου συνθέτη, δεξιοτέχνη μπασίστα της τζαζ και ακτιβιστή Charles Mingus που γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1922 στην Αριζόνα.

Από τις μικροσυμπλοκές του σχολείου στις συνεργασίες με τους μεγάλους της τζαζ, από τα καταγώγια του Watts, των μαύρων γκέτο του L.A., στα πολυτελή διαμερίσματα του Big Apple κι από την ψυχιατρική κλινική του Bellevue στους εσώτερους κόσμους του μυστικισμού και της μοναξιάς.

"Beneath The Underdog"

"Στους ανθρώπους τους είδους του ανήκουν τα πάντα σ' αυτή τη χώρα - ακόμα και το επάγγελμα του Μίνγκους, πράγμα που σημαίνει ότι μεταβάλλουν τους μουσικούς σε πόρνες. Και τώρα, Μίνγκους, θα σου πω πώς θα γλιτώσεις απ' αυτούς τους ρουφιάνους κι απ' ό,τι λένε οι κριτικοί για την τζαζ, την πραγματική τζαζ. Πιστεύω ακράδαντα πως ένας γνήσιος μουσικός της τζαζ πρέπει να γίνει οπωσδήποτε ρουφιάνος για να μπορέσει να σώσει την ψυχή του. Ο Jelly Roll Morton εκμεταλλευόταν εφτά κορίτσια κι έτσι μπόρεσε να αφοσιωθεί στη μουσική, ν' αγοράσει χρόνο και διαμάντια για τα δόντια του και πολύ πιθανό και για την κωλοτρυπίδα του. Έλεγε λοιπόν: 'Λευκέ, εσύ πολεμάς και σκοτώνεις για το χρήμα, εγώ το αποχτώ με το γαμήσι. Ποιος από τους δυο μας είναι καλύτερος;'" έγραφε στην αυτοβιογραφία του "Χειρότερα κι από σκυλιά" (εκδόσεις Εξάντας), τη μάλλον αδόκιμη απόδοση του πρωτότυπου τίτλου "Beneath The Underdog".

Το "Χειρότερα κι από σκυλιά" είναι μια παραληρηματική, μια μυθιστορηματική προσπάθεια καταγραφής της μουσικής του πορείας. Μιας ζωής που μοιάζει τόσο με μυθιστόρημα ώστε ο μόνος τρόπος να την καταγράψει, είναι ένα μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα που δεν γράφτηκε από κάποια υποχρέωση, αλλά από την προφανή ανάγκη του να κατανοήσει τη ζωή του. Όσο υπερβολικό κι αν είναι, έχει μια συναρπαστική αλήθεια, την αλήθεια του κόσμου μιας ταλαιπωρημένης μεγαλοφυΐας. Κι έτσι διαβάζεται, σαν ένα καλό μυθιστόρημα.

Ένα εκρηκτικό ταμπεραμέντο

Από την πρώτη στιγμή της γέννησής του, συνυπήρχαν μέσα του διαφορετικές προσωπικότητες. Αυτό ήταν αναπόφευκτο, καθώς το γενεαλογικό του δέντρο ήταν μπλεγμένο: η μάνα του ήταν κόρη ενός Άγγλου και μιας Κινέζας κι ο πατέρας του γιος ενός μαύρου αγρότη και μιας Σουηδέζας. Τα παιδικά του χρόνια ήταν άχαρα, μοναχικά. Το χρώμα του δέρματός του τον βασάνιζε ενώ μεγάλωνε στη ρατσιστική προπολεμική Αμερική. Οι καυγάδες του με τους λευκούς δεν έλειπαν, καθώς ήταν ένα μεγαλόσωμο και ευέξαπτο αγόρι που ερωτευόταν και παθιαζόταν εύκολα.

Ο Mingus ήταν συχνά φουρκισμένος, οι εκρήξεις της οργής του ήταν διαβόητες. Στον υπόγειο "ναό" της τζαζ, το κλαμπ "Village Vanguard" της Νέας Υόρκης, έπαιξε το 1965 με την μπάντα του, αφήνοντας πίσω του τα ίχνη της εκρηκτικής του ιδιοσυγκρασίας. Σε ένα ξέσπασμα θυμού έσπασε ένα φωτιστικό -που μέχρι σήμερα είναι γνωστό σαν "το φωτιστικό του Mingus"- και ξεπάτωσε την πόρτα του κλαμπ με ένα πυροσβεστικό τσεκούρι.

Ο Charles Mingus άρχισε να συνθέτει σε πολύ νεαρή ηλικία, επηρεασμένος από τον Ellington, τον Ravel και τον Strauss, επιδιώκοντας να είναι πάντα ένας "αυθόρμητος συνθέτης". Θαύμαζε τον Bird και χώριζε την τζαζ σε δύο περιόδους: τη μία πριν και την άλλη μετά τον Charlie Parker. Οι συνθέσεις του δεν ακολουθούσαν πιστά τις κυρίαρχες τάσεις της τζαζ της εποχής του. Σε αυτές δηλώνει έναν έντονο αντιρατσισμό, που γελοιοποιεί τα ρατσιστικά στερεότυπα. Η σύνθεσή του "Fables of Faubus" ήταν μια ενορχηστρωμένη διαμαρτυρία κατά του ρατσιστή κυβερνήτη της πολιτείας του Αρκάνσας Faubus.

Λυρισμός και συλλογικός αυτοσχεδιασμός

Αν και έπαιζε μπάσο, το πραγματικό του όργανο ήταν η μπάντα του. Οι συνθέσεις του είχαν ξεχωριστή ζωτικότητα, γιατί συνήθως υπαγόρευε τη σύνθεση του απ' ευθείας στους μουσικούς προφορικά, χωρίς αυτοί να διαβάζουν νότες. Οι μελωδίες του είχαν έναν κρυφό λυρισμό, εισάγοντας στην τζαζ τον συλλογικό αυτοσχεδιασμό, στον οποίο συμμετέχουν όλοι οι μουσικοί μιας μπάντας. Δεν ακολούθησε όμως τις εξελίξεις της εποχής και αντιμετώπισε την άνοδο της "ελεύθερης", της free τζαζ με καχυποψία, γιατί πίστευε ότι η ελευθερία βγαίνει από τη δομή της μουσικής.

Το 1953 o Mingus σχημάτισε το δικό του "Jazz Workshop", ένα μουσικό εργαστήρι στο οποίο συνεργάστηκαν σπουδαίοι σολίστες της εποχής σαν τους Jackie MacLean, Booker Ervin, George Adams, Jimmy Knepper, Horace Parlan, John Handy, Ted Curson και Dannie Richmond. Μαζί τους διαμόρφωσε τη μουσική του. Περνάει περιόδους δημιουργικής έξαρσης και ξηρασίας, αναζητά το νόημα της ζωής σε συζητήσεις με τον Fats Navarro, λατρεύει πάντα τον Charlie Parker, ασχολείται με τον εσωτερικισμό και καταλήγει στο τρελοκομείο, λέει, "για να ξεκουραστεί λίγο".

Η ανάγκη του για σεξ είναι ακόρεστη. Πηγαίνει με είκοσι γυναίκες σε μία ημέρα, τίποτα δεν του είναι αρκετό. Θέλει να γίνει νταβατζής σαν τους φίλους του, αλλά δεν έχει τη σωστή ιδιοσυγκρασία. Μετακομίζει όμως στη Νέα Υόρκη όπου τον συντηρούν δύο ερωμένες του που γίνονται πόρνες για χάρη του.

Ο μεγαλοφυής "θυμωμένος" της τζαζ

Σπουδαίος ανανεωτής της μουσικής, με βαθιά επίγνωση της μαύρης καλλιτεχνικής δημιουργίας και με επιρροές από τον Duke Ellington μέχρι τα εκκλησιαστικά gospel songs, ο Mingus διαμόρφωσε ένα εντελώς προσωπικό συνθετικό ύφος. Το έργο του, εκρηκτικό, σαρκαστικό, στοχαστικό, είναι βαθιά επηρεασμένο από τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα των έγχρωμων μειονοτήτων, που ο ίδιος έζησε ενεργά.

Εξαντλημένος από τις αντιξοότητες, οικογενειακές, υλικές και κοινωνικές, αποσύρθηκε από τη μουσική, για να επιστρέψει το 1971 με την αυτοβιογραφία του. Ο Charles Mingus, αυτός ο μεγαλοφυής "θυμωμένος" της τζαζ, γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1922 στην Αριζόνα και πέθανε στην Cuernavaca, στο Μεξικό, στις 5 Ιανουαρίου του 1979, σε ηλικία μόνο 56 ετών. Η προσφορά του αναγνωρίστηκε και εξασφαλίστηκε για τις επόμενες γενιές το 1993, όταν η βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ αγόρασε τη συλλογή ολόκληρου του έργου του.

 

Δείτε όλα τα σχόλια