Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σάρκασε λυσσαλέα τη ζωή από έρωτα και πάθος

Ο Κυριάκος Σταμέλος καταθέτει στη δίκη για τη σφαγή του Πολυτεχνείου (24.10.1975)

Κυριάκος Σταμέλος: Ενας χρόνος μετά

Του Ιλάν

 

Φέτος δεν είχα τίποτα νέο να πω για τον φίλο μου που έφυγε. Προσθέτω μόνο λίγα απ' αυτά που έγραψαν οι άλλοι, φίλοι και σύντροφοι, όταν έμαθαν τα κακά μαντάτα. Πρώτος ο Γιώργος.

"Σε βλέπω σαν τώρα, σκηνή από τα σπουδαστικά μας χρόνια, ψηλός, ωραίος, με σκουροπράσινα μάτια. Είσαι μπροστά, προστατευτικός στα άλλα παιδιά, και διαμαρτύρεσαι για την ψευτιά των δήθεν δικαιωμάτων που μας δίνουν. Με ήρεμη φωνή, πάντα ευγενής, προς όλους και απέναντί τους.

Εμπνέεις σιγουριά ότι θα καταφέρουμε κάτι, αλλά και ότι εσύ θα δεχθείς τα χτυπήματα. Σε θαυμάζουμε για τη λεβεντιά σου, το θάρρος σου, παρότι βλέπουμε ότι και εσύ νιώθεις τον φόβο, χωρίς όμως ποτέ να είσαι φοβισμένος.

Το ξέρω από τις πολλές συζητήσεις μας. Δεν έχεις τις βεβαιότητες και τη σιγουριά του πολιτικού δίκιου και της ιστορικής αναγκαιότητας. Έχεις όμως τη βεβαιότητα της αξιοπρέπειας και του σεβασμού για τους άλλους και για τον εαυτό σου.


Ακούστε με, φίλοι μου αγαπημένοι κι εσείς νταλικάδες στη νύχτα χαμένοι υπάρχει κάτι που μας περιμένει να το γευτούμε ή να χαθούμε

Με πάθος, τίμιος, ίσιος, με κριτική στάση απέναντι σε πολλές εκλογικεύσεις, αλλά με πίστη για την αναγκαιότητα μιας στάσης και μιας δράσης που μας βαφτίζει ανθρώπους ελεύθερους, ανθρώπους που αγωνιούν ενώ αγωνίζονται.

Η σκέψη η βαθιά, που γεννά αμφιβολίες, συνυπάρχει σε σένα με την δράση και τη ριψοκίνδυνη τάση για αυτοθυσία. Ταυτόχρονα η ανάγκη να δεις την αντίπερα όχθη και τον άνθρωπο που είναι μέσα στον αντίπαλο. Αυτό σε κάνει να του απλώσεις το χέρι. Και πολλές φορές να διαφωνήσεις και να συγκρουστείς με αγαπημένους φίλους χάριν της αξίας που δίνεις στην αλήθεια σου. Μέσα από τέτοια μονοπάτια, εσύ, που ονειρευόσουν τη θέωση, γίνεσαι καταδεκτικός, ανθρώπινος. Κάποιοι σε απαξιώνουν χωρίς να αντιλαμβάνονται και να αξιολογούν την πολυπλοκότητα και αντιφατικότητά σου, απόρροιες της ευφυΐας και ευαισθησίας σου.

Σε βλέπω τη στιγμή που κατεβαίνεις από τα κάγκελα, γυρνώντας από τη διαπραγμάτευση: ‘Θα μας τσακίσουν’ μου λες. Φεύγω προς τα πάνω. Εσύ μένεις εκεί στο πλατύσκαλο να βλέπεις να ξετυλίγεται μπροστά σου η βάρβαρη καταστολή. Γιατί δεν προσπαθείς να φύγεις; Ξέρεις ότι έτσι πρέπει να γίνει; Γιατί; Γιατί ίσως, όπως μου 'χες πει, να 'ναι από τον πατέρα σου τον Λευτέρη, που πριν μάθεις να διαβάζεις σ' έπαιρνε στα γόνατά του και σου διάβαζε τη Μεγάλη Ποίηση. ‘Πώς αλλιώς θα μπορούσα να γίνω, αφού αυτό έκανε ο πατέρας μου;’ μου είχες πει κάποτε, πολύ παλιά.


17 του Φλεβάρη του 1973. Η "δίκη των έντεκα". Ο Μάκης Μπαλαούρας με εμφανή τα ίχνη της κακοποίησης, αριστερά. Ο Κυριάκος δεξιά. Πρώτη σειρά: Παρασκευάς Βάγιας, Σέργιος Δημακόπουλος, Μάκης Μπαλαούρας, Κυριάκος Σταμέλος. Δεύτερη σειρά: Βλάσης Λιαροκάπης, Ηλίας Κατωπόδης, Βασίλης Χριστόπουλος, Σάκης Παπαθεοδώρου. Τρίτη σειρά: Αλκιβιάδης Πρέπης, Μάνος Τζανετής και Δημήτρης Αρχοντής

Ο στοχασμός και οι αμφιβολίες που συνυπάρχουν με την ανάγκη της απόλαυσης της ζωής είναι δρόμος απανδόχευτος. Οι αντιφάσεις, οι καταδύσεις και τα πετάγματα οδηγούν σε μελαγχολία αλλά ταυτόχρονα για σένα γίνονται κίνητρο για αγώνα δημιουργίας στις πιο σημαντικές όψεις της ανθρώπινης δραστηριότητας: την τέχνη και την επιστήμη. Τα παλεύεις αυτά, στην ποίηση, στη ζωγραφική, στη μουσική, στα μαθηματικά. Και μέχρι τελευταία στιγμή δεν σταματάς αυτήν την προσπάθεια, καίγοντας το κερί και από τις δύο άκρες.

Τα λόγια τα δικά σου, σε γράμμα από τον μακρινό Οκτώβρη του '75, μοιάζουν τωρινά. Στην αρχή: ‘κλειστό σύνολο η γλώσσα, δύσκολο λοιπόν πολύ να ξεφύγει κανείς, πώς να αρχινήσω που τόσα θέλω να σου πω με μια - δυο λέξεις.

Τώρα θα μου πεις: Τι θα 'ταν αυτές οι λέξεις; Η φωναχτή απελπισία μου κι μοναξιά μου -και όλα τ' άλλα που έκαναν και σένα να πας τέρμα θεού και να αρχινήσεις τη σκάλα με τα βιβλία για να τον βρεις. Έχω και εγώ διαμορφώσει ένα σχέδιο: Θα φύγω στη Σαουδική Αραβία η με καμιά εταιρεία, αν βρω, στη Νιγηρία ίσως ή στην Κένυα.

Όχι, δεν είναι καθόλου η ρομαντική μου διάθεση, αυτή είναι η γλώσσα που μιλάω στον εαυτό μου, όταν έχω καθαρό μυαλό.

μόνο μη διστάζεις να φορτώνεις και τα δικά σου σε κάνα φίλο -ας πούμε καλό φίλο- ή και σε καμιά γυναίκα - ας πούμε μια ευαίσθητη γυναίκα. Εγώ βλέπεις δεν διστάζω να σου γράφω. Κατάθλιψη -η μόνη μου κατάκτηση ίσως...’.

Και στο τέλος: ‘Σπουδαίο νέο, αγοράζω φωτογραφική μηχανή κανόνι. Θα την έχω έτσι και μαζί μου στην Αραβία. θα δεις. Το καλλιτεχνικώς και επικινδύνως με τραβάει, κακώς; ποιος θα το πει; δεν ξέρω’. Και έτσι έζησες Κυριάκο μου. ‘Καλλιτεχνικώς και επικινδύνως’. Αληθινός στον εαυτό σου". (Γιώργος Παπαβασιλόπουλος. Αθήνα, 21 Απριλίου 2018).


Ερέτρια, 1971. Ανέμελες στιγμές πριν από τη θύελλα

"Ήταν larger than life". (Κατερίνα Σχινά)

"Πάνε δυο μέρες τώρα και δεν το χωράει ο νους. Ο Κυριάκος έφυγε από ένα βαρύ εγκεφαλικό. Έτσι αθόρυβα; Αυτός που όταν γελούσε σειόταν ο τόπος; Αυτός που ‘ήξερε να δένει καλά τη θηλιά στον λαιμό και γύρω απ' τον τάφο του ‘λαφροπατούσε’; Μπα. Δεν πεθαίνουν αυτοί οι άνθρωποι. Χθες βράδυ αποκοιμήθηκα με το ραδιόφωνο ανοιχτό, έχοντας στη σκέψη μου τον Κυριάκο. Τον γνώρισα το 1983 στο σπίτι του Ιλάν, στην Τσαμαδού, στα Εξάρχεια. Εγώ, μαθητής Λυκείου τότε, του ζήτησα να με βοηθήσει στα μαθηματικά. Έτσι ξεκίνησε η φιλία μας. Κατά τις 4 τα χαράματα ξύπνησα για να κλείσω το φως. Ο Κυριάκος ήταν ακόμα στη σκέψη μου". (Βασίλης Λούμος)

"Τον θαύμαζα, μικρό παιδί, όταν οι οικογένειές μας παραθέριζαν στην Ερέτρια. Κάναμε παρέα με την αδελφή του την Αλέκα. Τις μέρες του Πολυτεχνείου κυκλοφόρησε μια φήμη πως σκοτώθηκε από το τανκ. Τρελαθήκαμε όλοι. Λίγες μέρες μετά, εγώ οργανώθηκα. Χαρήκαμε σαν να ήταν αδελφός μας όταν μαθεύτηκε πως είναι καλά, παρά την κακομεταχείριση. Από τότε οι δρόμοι μας σιγά - σιγά χώρισαν. Μάθαινα νέα του από την Ελένη τη Βακαλό και την Αλέκα. Ταλαιπωρήθηκε στη ζωή του. Έμεινε όμως πάντα αγνός, ωραίος, οραματιστής. Καλό σου ταξίδι, φίλε μου Κυριάκο. Ήμουν τυχερός που σε γνώρισα". (Ίων Φραντζεσκάκης)

"Πρώτα φεύγουν οι ποιητές: ο Κυριάκος μετά τον Κουμανταρέα, την Ξύδη. Θλίψη και νοσταλγία". (Νίκος Βούτσης)

"...Μία μέρα η Αλέκα δεν ήρθε στο σχολείο, μας είπαν ότι ήταν άρρωστη. Την επομένη τη ρώτησα τι είχε. Με οδήγησε στην τουαλέτα του σχολείου και μου έδειξε τους μώλωπες στην κοιλιά της, είχαν γίνει ‘κατά λάθος’ την προηγούμενη, που είχε πάει με τη μητέρα της στο δικαστήριο για να δουν τον αδελφό της, τον Κυριάκο. Το ίδιο είχε συμβεί και στη μητέρα της. Εικόνες ανεξίτηλες στη μνήμη ενός παιδιού. In memoriam". (Μιρέλλα Λεγάκη)

"Εκείνη η γενιά, όπως και οι προηγούμενες, είχαν εκείνους που προβλήθηκαν (βουλευτές, υπουργοί, επίτροποι κ.λπ.). Οι ίδιες γενιές είχαν τους ανώνυμους και τους "καταραμένους" τους. Τιμή σε αυτούς". (Φιλοκτήτης Σαλαμίνιος)

Κι από πέρσι: Όταν τον γνώρισα, ήταν ένας 15χρονος μαθητής του 2ου Γυμνασίου της οδού Χέυδεν, συχνά συνοφρυωμένος και με το βλέμμα σκοτεινό. Όταν γελούσε όμως έτριζαν τα... τσιμέντα. Η οικογένειά του, αριστεροί με διωγμούς και εξορίες, είχαν λουφάξει κάτω από το βάρος της χούντας.

Συμφοιτητές πια στο Πολυτεχνείο, ο Κυριάκος ήταν ο πιο τακτικός επισκέπτης της κατσαρόλας της μάνας μου. Ήταν η εποχή που τον είδα να μεταμορφώνεται καθημερινά. Διάβαζε με μανία τα "απαγορευμένα" βιβλία του πατέρα μου, που ο δικός του, ο Λευτέρης, είχε κάψει φοβισμένος μη χάσει το τυπογραφείο και δει τα Μακρονήσια ξανά, τους δικούς μας Παρθενώνες.

Άρχισε να μιλάει με τα δικά τους λόγια. Τον ανακαλούσα συχνά στη φιλική τάξη, μέχρι που τον γνώρισα ξανά, αυτή τη φορά έναν ψηλό, δυναμικό εικοσάχρονο φυσικό ηγέτη με σηκωμένη τη γροθιά και βροντερή τη φωνή, στην πρώτη αντιδικτατορική διαδήλωση, στις εσωτερικές σκάλες της Σχολής των Μηχανολόγων. Ήταν η μέρα των δοτών φοιτητικών εκλογών, προοίμιο της "φιλελευθεροποίησης" του καθεστώτος και της επερχόμενης ακόμα σκληρότερης χούντας του Ιωαννίδη. Με τα καρφιά της Ασφάλειας να βουίζουν γύρω μας και τα διορισμένα Διοικητικά Συμβούλια των φοιτητών στις σχολές να μας ειρωνεύονται για τις αυταπάτες μας.

14 Φεβρουαρίου του 1973, στην πρώτη κατάληψη του Πολυτεχνείου κατά του νόμου για τις στρατεύσεις, που είχε δημοσιευθεί την προηγούμενη. Εισβολή της αστυνομίας από τις πλαϊνές πόρτες, συνωστισμός στην έξοδο της Πατησίων, ανάμεσα σε διαδρόμους μπάτσων που χτυπούσαν με ό,τι είχαν...

"Έτσι μάζεψαν τους 11 ενώ οι υπόλοιποι έβρισκαν κάτω από την πόρτα το ραβασάκι για τη στράτευση. Έπρεπε να παρουσιαστούν ‘εντός τριών ημερών’, στην Τρίπολη ή την Καλαμάτα. Εκεί έφτασαν σε λίγες μέρες και οι 11 αφού πρώτα πέρασαν από δίκη". Μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από τον Μαρκεζίνη, δόθηκε η "αμνηστία" κι επέστρεψαν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου. Τους υποδεχτήκαμε στο μεγάλο αμφιθέατρο των Χημικών Μηχανικών, Τετάρτη πρωί της 14ης Νοεμβρίου ήταν. Μετά άρχισαν τα επεισόδια...

Με το άσπρο φανελάκι του, σαν σημαία παράδοσης και υποταγής, πήδηξε τα κάγκελα μαζί με τον Κώστα για να διαπραγματευτεί την ασφαλή έξοδο των παιδιών λίγο πριν ο Γουνελάς ρίξει το τανκ του πάνω στην πύλη της Πατησίων. Ο Κυριάκος, ήρεμος στα σκαλιά της Αρχιτεκτονικής, περίμενε να τελειώσει η εκκένωση. Ήξερε πως γι’ αυτόν δεν υπήρχε οδός διαφυγής. Στο τέλος, ο χοντρός του Σπουδαστικού του λέει: "Πάμε, Κυριάκο!".

Φαντάρος πια, στην πρώτη μου άδεια, τον συναντώ μετά τον «κύκλο με την κιμωλία», το ξύλο και τη φάλαγγα, είκοσι μέρες όρθιος μ' ένα μπουγέλο να τον ξυπνά, στα κάτεργα του ΕΑΤ-ΕΣΑ. Εκεί, στην πλατεία Βικτωρίας, μου ζήτησε την «άδεια». Παραξενεύτηκα κι ας το περίμενα. Του την έδωσα. Μακάρι να μην του την είχα δώσει. Η πρώην μικρή μου αγαπημένη με τα φωτεινά πράσινα μάτια του άρεσε πολύ, το ήξερα χρόνια πριν. Αυτός όμως έλπιζε πως θα του φωτίσει την ήδη σκιασμένη του ζωή. Παντρεύτηκαν. Και χώρισαν αφού πρώτα παίδεψαν ο ένας τον άλλον πολύ.


"She, of Zante" (εκδ. Ίκαρος, 1994) και "Ο δήμιος" (εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)

Τότε ήταν που αποφάσισε τη στροφή. Απέναντι σε όσους είχαν ήδη αρχίσει να καταλαμβάνουν τις νέες θέσεις τους στις κομματικές νομενκλατούρες των πολιτικών τους χώρων, αυτός θα έκανε πολλά λεφτά σαν καλός μηχανικός που ήταν, για να αποδείξει την ανωτερότητά του. Και έκανε. Και έχασε. Τζογάρισε τη ζωή του. Και απέτυχε. Και έγραψε. Κι ας μην τον καταλάβαινα συχνά.

Εγώ, ειμ' αυτός που δεν είδε το φως,
νέος σαν ήταν, στα μάτια γλαυκός,
με διάπυρη πέννα τα στράβωσ' αυτός,
που κυβερνάει.

Η σχέση του με την ποίηση ήταν απολύτως οργανική, απολύτως βιωματική. Όπως όλοι οι πλανήτες του κόσμου, έτσι κι αυτός σάρκασε λυσσαλέα τη ζωή από έρωτα και πάθος. Βωμολόχα έξαρση, πολυσπερμική γλώσσα, εναλλαγή του έρωτα και της απελπισίας, της ζωής και του θανάτου, ανακάτεμα ιδιολέκτων διαφόρων λογιών και διαφόρων χρονικών στιγμών, έμπνευση γλωσσοπλαστική, «ανίερο» μπέρδεμα του λαϊκού με το λόγιο.

"Aν τη ματιά σου μπορώ ν’ αντέξω, είμαι θεός".

"Γιατί με πίκραναν (κάποιοι φίλοι), μ’ εξουσιάζουν, ποτέ δεν μπόρεσαν να με φωνάζουν Κυριάκο μεγάλε" και "Άλλοι τους έλεγαν: Υπαλληλάκος, θα μείνει για πάντα μωρέ ο Κυριάκος, έτσι που είναι ψηλός, ένα ράκος, τι άλλο να κάνει;".

Τα σπέρματα της αποκλίνουσας αλλά μάχιμης θέσης από τη μονοκρατορία του ελεύθερου και ανομοιοκατάληκτου στίχου, έπεσαν στα φιλόξενα βραδινά που οργάνωναν την εποχή εκείνη η Ελένη Βακαλό και ο σκηνογράφος και ζωγράφος άντρας της στο σπίτι τους.

"Δεν είμαι βρε λούμπεν, ούτε κι αλήτης /ούτε κι απόκληρος ερημοσπίτης, είμ’ ο γαμιάς της και θέλω παιδί της / να είμαι και 'γω".

"Ξέρω να τρω', να γαμώ, να κρεμώ, να δένω καλά τη θηλιά στο λαιμό, γύρ' απ' τον τάφο μου 'λαφροπατώ, δεν είναι και λίγο". ("Ο Δήμιος" εκδόσεις Γαβριηλίδης 2016)

"Μα εγώ τους γράφω στην κάσα μου όλους, και τους αθώους και τους εμπόρους, έτσι τους θέλω τους αχθοφόρους / στην εορτή".

"Ακούστε με, φίλοι μου αγαπημένοι / κι εσείς νταλικάδες στη νύχτα χαμένοι, υπάρχει κάτι που μας περιμένει / να το γευτούμε ή να χαθούμε".

Ο Κυριάκος Σταμέλος έφυγε από ένα βαρύ εγκεφαλικό την Τετάρτη 18 Απριλίου του 2018 σε ηλικία 65 ετών. Η επιθυμία του οικογενειακού και φιλικού του περιβάλλοντος ήταν να ταφεί δίπλα στον πατέρα του, τη μητέρα του και την αδελφή του στο κοιμητήριο της Ερέτριας. Το Σάββατο 21 Απριλίου η γη όπου έζησε τα πιο ανέμελα χρόνια της ζωής του τον υποδέχτηκε στην αγκαλιά της. Από εκεί ψηλά η θάλασσα αντανακλούσε το φως του ήλιου που τόσο τον γαλήνευε, όταν τον άγγιζε. Στο επανιδείν, φιλαράκι.

Δείτε όλα τα σχόλια