Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στου Μπαράκου... Ένας δίσκος, ένα κλαμπ, μια εποχή

Από τον Οκτώβριο της χρονιάς της Μεταπολίτευσης, λίγο μετά την πτώση της χούντας, ανεβαίναμε με τα ποδαράκια μας και με τις άφραγκες φοιτητικές τσέπες της μικρής μυημένης στην τζαζ παρέας μας στα ριζά του λόφου της Ακρόπολης, εκεί στα ψηλά της Πλάκας, για ν' ακούσουμε τις μουσικές που διάλεγε στο τζαζ κλαμπ του ο Γιώργος Μπαράκος.

Του Ιλάν Σολομόν

Στην αρχή, από τους πολύτιμους δίσκους του, με εμάς τους τζαμπατζήδες αραχτούς στα γκαζόν της μικρής πλατείας Ραγκαβά μπροστά από την πόρτα του. Μια πόρτα που κάθε τόσο άνοιγε και αυτός, σε ένα ιδιότυπο face control -ένα από τα ξενόφερτα έθιμα που έγιναν θεσμός στο κλάμπινγκ της Αθήνας-, κοιτώντας μας στα μάτια, με ένα νεύμα διάλεγε ποιον ή ποιους θα άφηνε να μπούνε τζάμπα στον χειροποίητο μουσικό ναό του.


Φαραζής, Φακανάς, Ζαχαρίου, Ayers γύρω στα 1979

Τα πρώτα του ακούσματα ήταν τα «κλαρίνα» που αγόραζε σε δίσκους των 78 στροφών από το Μοναστηράκι ο γεννημένος σε ένα χωριό της Δωρίδας πατέρας του. Μετά -αναπόφευκτα- ήρθε το ροκ εν ρολ και ο πιανίστας γείτονάς του που, όταν τον είδε να κρατάει στα χέρια του έναν δίσκο του Elvis, του την έπεσε: «Τι μαλακίες είναι αυτές που ακούς, αγόρι μου;». Του έβαλε ν' ακούσει Louis Armstrong, Charlie Parker, Miles Davis, Duke Ellington ή Dave Brubeck που τότε μεσουρανούσε. Ο μικρός ενθουσιάστηκε!

Ήταν τότε που γνώρισε το φιλαράκι του τον Λάκη, τον μετά καλό σαξοφωνίστα των Harlems Λάκη Διακογιάννη, και άρχισε μεταξύ τους ο ανταγωνισμός για το ποιος είχε περισσότερους και τους καλύτερους τζαζ δίσκους. Μια μέρα τον συνόδεψε στο Μοναστηράκι, όπου ο Λάκης πήρε το πρώτο του σαξόφωνο. Το έβαλε στο στόμα του και του έπαιξε αμέσως τα... κάλαντα!

Στα τέλη των ’50s ο νεαρός Γιώργος Μπαράκος άρχισε να συχνάζει στη Λέσχη της Τζαζ, στην Ηρώδου του Αττικού, όπου σύχναζαν ο Πλέσσας, ο Καλλίρης κι ανάμεσα τους ο καλός συλλέκτης τζαζ δίσκων Τσιτσιλιάνος. Μαθητής, χωρίς λεφτά, με το ισχνό του χαρτζιλίκι αγόρασε το πρώτο του τζαζ άλμπουμ, του Charlie Parker ήταν θυμάται.


Γιώργος Μπαράκος

Οκτώβρης του '74

‘‘Στους Αμερικανούς φαντάρους της Βάσης του Ελληνικού που έπαιρναν μετάθεση βρίσκαμε τα καλύτερα. Έπεφτε σύρμα και τα ψώνια της τζαζ τρέχαμε να προλάβουμε σε κάποιο σπίτι της Βούλας ή της Γλυφάδας τα ‘κελεπούρια’ που ούτε καν ονειρευόμασταν ότι θα βρίσκαμε στα δισκάδικα της Αθήνας’’. Από τότε του μπήκε το μεράκι να διαδώσει την τζαζ στους φίλους του με τα πολύτιμα βινύλιά του. Τα δάνειζε, κάποια χωρίς επιστροφή. Δεν τον ένοιαζε, είχε κάνει μια καλή πράξη!

Κι έρχεται η στιγμή για να το αποφασίσει. Το Τζαζ Κλαμπ άνοιξε δειλά την ξύλινη πόρτα του στην πλατεία Ραγκαβά, στα ορεινά της Πλάκας, τον Οκτώβρη του '74. Ο Μπαράκος έπαιζε όλος χαρά τους τζαζ και ροκ δίσκους του αρχικά σε ένα άδειο μαγαζί και μετά για τους λίγους πρώτους πελάτες του. Λεφτά για live και μετακλήσεις δεν υπήρχαν, οπότε επιστρατεύτηκε - ποιος άλλος από τον παιδικό του φίλο, τον Λάκη, που έπαιξε σόλο σαξόφωνο και οι δυσκολίες της αρχής ισορροπούσαν με τις χαρές της επικοινωνίας με ένα κοινό που πλήθαινε.


Αριστερά ο Γιώργος Φιλιππίδης (μπάσο) και δεξιά ο Τζόνι Λαμπίτζι (κιθάρα)

Μετά ήρθαν τα πρώτα ζωντανά σχήματα. Ο μακαρίτης πια φίλος μας κιθαρίστας της τζαζ Johnny Lambizi τον έφερε σε επαφή με τη μουσική σκηνή της πατρίδας του της Ουγγαρίας και οι πρώτοι Ούγγροι μουσικοί άρχισαν να φτάνουν: Bela Lakatos, ο πιτσιρικάς Tony Lakatos με το σαξόφωνό του, o σπουδασμένος στην Κρατική Ακαδημία Τζαζ της Βουδαπέστης (όνειρο θερινής νυχτός για την Ελλάδα της χούντας) ντράμερ Imre Kοszegi, ο γιγαντόσωμος μπασίστας Aladar Pege κ.λπ. κ.λπ. Μετά έφτασε η σειρά του πιανίστα Σάκη Παπαδημητρίου, που ήταν γνωστός από τα βιβλία και τις εκπομπές του στο Τρίτο («Η παγκοσμιότητα της τζαζ»), ο Τρανταλίδης, ο Μάρκος, ο Φιλιππίδης -ο πυρήνας των Sphinx- ο Ζώης, ο πιτσιρικάς Φακανάς με τον Φαραζή και τον Τουλιάτο των μετέπειτα Iskra, ο Βασίλης Ρακόπουλος, ο Μηνάς Αλεξιάδης, ο Νίκος Πολίτης και τόσοι άλλοι που βρήκαν τον τζαζ δρόμο τους στου Μπαράκου.

Στο μεταξύ, είχε αρχίσει να λειτουργεί το Half Note, το δημοφιλές μέχρι και σήμερα τζαζ στέκι του Μετς, στα πρώτα βήματα του στο Braxton's Jazz Nest της Πλατείας Αμερικής, στη Μιχαλακοπούλου και αργότερα στους Αμπελόκηπους από τους μακαρίτες Νίκο Σαχπασίδη και Δημήτρη Δεικτάκη.

Κι εμείς αγοράζαμε τους πρώτους ελληνικούς τζαζ δίσκους: το τρίο των Sphinx με τον Μάρκο Αλεξίου στο πιάνο, τον Γιώργο Φιλιππίδη στο μπάσο και τον Γιώργο Τριανταλίδη στα ντραμς, το «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» με τον Σάκη Παπαδημητρίου στο πιάνο και τον Φλώρο Φλωρίδη στα πνευστά.


Έκανε ζέστη εκείνο το βράδυ στου Μπαράκου...

Η εποχή, οι θαμώνες, οι μουσικοί

Εκεί, η κοινότητα της τζαζ μπορούσε να τα πει, να ανταλλάξει γνώμες και απόψεις, να αγοράσει δίσκους, να διαβάσει τζαζ περιοδικά, να ακούσει τους Έλληνες και τους ξένους τζαζ μουσικούς. Στον χώρο του παραδίδονταν μαθήματα τζαζ αυτοσχεδιασμού για πρώτη φορά. Αυτή η κίνηση προσέλκυσε νέους μουσικούς που δεν έβρισκαν χώρο αλλού, καθώς και πολλούς νέους ακροατές.

«Ο Αλεξίου, ο Φιλιππίδης και ο Τρανταλίδης ανήκουν στη μικρή εκείνη ομάδα των μουσικών που εδώ και μερικά χρόνια συγκεντρώνονται στη μικρή αίθουσα του Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου, παίζοντας μπροστά στο μικρό τους ακροατήριο αυτό που πιστεύουν ότι λειτουργεί σαν δεύτερη γλώσσα στη μουσική πραγματικότητα του αιώνα, και που τώρα ντοκουμεντάρεται με τον δίσκο αυτό» έγραφε ο Κώστας Γιαννουλόπουλος, σταθερός θαμώνας.

Τον Δεκέμβριο του 1977, αυτός ο ερευνητής και δάσκαλος της τζαζ που τότε ακούγαμε τις ραδιοφωνικές του εκπομπές στο κρατικό, με την επιμέλεια ύλης του Σάκη Παπαδημητρίου, που το 1981-1982 συντόνισε τα προσανατολισμένα προς τον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό τέσσερα τεύχη του «Συν και Πλην» στη Θεσσαλονίκη, τον Γιώργο Χαρωνίτη (που ξεκίνησε το μηνιαίο περιοδικό «Jazz & Τζαζ» τον Απρίλιο του 1993) στα πρώτα του τζαζικά βήματα και art director τον Δημήτρη Αρβανίτη εκδίδουν τα σπάνια σήμερα τεύχη του περιοδικού «Τζαζ» που κυκλοφορούσε κάθε τρεις μήνες και κράτησε ώς το 1982. Λίγο μετά, με πρωτοβουλία της ομάδας του περιοδικού και σε συνεργασία με το Goethe Institut, αρχίζει τα υψηλής αισθητικής, αξίας και ουσίας Praxis Festival και μετακαλεί δημοφιλείς τζαζίστες από τη διεθνή σκηνή, τους ηχογραφεί και εκδίδει τους δίσκους τους στην πολύτιμη σήμερα για τους συλλέκτες δίσκων βινυλίου Praxis Records.


Καρναβάλι και τζαζ κλαμπ. Ο Μπαράκος αριστερά, ο Τζόνι δίπλα του

Από το πρώτο φεστιβάλ, η συναυλία στο θέατρο "Αλάμπρα" του Αμερικανού σαξοφωνίστα Sam Rivers μας μένει αξέχαστη. Ακολούθησαν πολλές αντίστοιχες εμπειρίες με τον Jemeel Moondoc και το κουαρτέτο του, τους Peter Kowald, Gunter Baby Sommer, John Tchikai, Wadada Leo Smith κ.λπ. να καταλήγουν αργά το βράδυ στου Μπαράκου για να πιουν, να χαλαρώσουν, να αυτοσχεδιάσουν και να γνωρίσουν τα μέλη της ντόπιας τζαζ σκηνής που ήταν ακόμα στα σπάργανα.

«Οι ραδιοφωνικές εκπομπές πλήθαιναν, το ίδιο και η αρθογραφία η σχετική με την τζαζ σε διάφορα έντυπα. Το καλοκαίρι του 1982 οι Sphinx έπαιξαν σε έναν κατάμεστο Λυκαβηττό, ενώ το φεστιβάλ Praxis, με τη φροντίδα του Κώστα Γιαννουλόπουλου έγινε ετήσιος θεσμός ώς το 1985, όταν έφτασε στο καλλιτεχνικό του ζενίθ. Γκρουπ και μουσικοί έβρισκαν τον δρόμο τους και τον τρόπο για να εκφραστούν μέσα από την τζαζ και μια νέα γενιά καλλιτεχνών έκανε την εμφάνισή της, όπως το γκρουπ των Iskra, με τον David Lynch, τον Νίκο Τουλιάτο, τον Τάκη Φαραζή, τον Γιώργο Φακανά, τον Λεωνίδα Πλιάτσικα και αργότερα τον Τάκη Μπαρμπέρη» έγραφε ο Γιώργος Χαρωνίτης.

Σε λίγα χρόνια έγιναν τόσα πράγματα στην ντόπια τζαζ σκηνή όσα δεν είχαν γίνει πολλά χρόνια πριν, ενώ από τη δεκαετία του '90 η τζαζ μπήκε παντού, με πολλά νέα ονόματα και χώρους (Μέγαρο, Στέγη, Παλλάς) που σηματοδότησαν την επιρροή της σε ένα πάντα μικρό, αλλά όχι μόνο νεανικό κοινό.

«Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου»

Το πρώτο κλαμπ στην Ελλάδα αφιερωμένο στην τζαζ μουσική λειτούργησε σαν καταφύγιο για τους λάτρεις της αλλά και σαν ένας χώρος μύησης για τους καινούργιους. Μουσική από τη δισκοθήκη του ιδιοκτήτη, περιοδικά και βιβλία για την τζαζ από το εξωτερικό έδιναν την αφορμή για ημιτελείς συζητήσεις λίγο πριν αρχίσουν οι ζωντανές εμφανίσεις ελληνικών αλλά και ξένων συγκροτημάτων από χώρες σαν την Ουγγαρία που μας επισκέπτονται και δημιουργούν μια κατάσταση που βρίσκει ιδιαίτερα θετική ανταπόκριση.

Στις 15 Απριλίου 1979 ηχογραφήθηκε εκεί ζωντανά ο πρώτος δίσκος σύγχρονης τζαζ στην Ελλάδα «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου». Στον διπλό δίσκο βινυλίου που κυκλοφόρησε, ο Σάκης Παπαδημητρίου στο πιάνο και ο Φλώρος Φλωρίδης στα σαξόφωνα και στο κλαρινέτο αποτύπωσαν την ατμόσφαιρα εκείνης της βραδιάς, όπου συνδύαζαν τον τζαζ αυτοσχεδιασμό με την παραδοσιακή και τη σύγχρονη μουσική, δίνοντας στις συνθέσεις τους κάποιους χαρακτηριστικούς τίτλους: ''περίπου'', ''καλαματιανός'', ''δημοτικός αυτοσχεδιασμός'', ''τσομπανάκος'' και άλλα συναφή.

Στο εξώφυλλό του έγραφε ανάμεσα σε άλλα: «Επιτρέπεται η χρήση του δίσκου ως άτοκος επένδυση σε κινηματογραφικές ταινίες τρόμου, κουλτούρας, πορνό ή μιούζικαλ καθώς και η διαρροή του σε μπουάτ, οικογενειακές ταβέρνες, αεροδρόμια και τράπεζες - συμπεριλαμβανομένων και των τζουκ-μποξ», αποτυπώνοντας χιουμοριστικά το καλλιτεχνικό όραμα δύο κορυφαίων μουσικών της ελληνικής τζαζ κοινότητας.

Το «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» δεν καταγράφει μόνο τις μουσικές ανησυχίες δύο μουσικών της ελληνικής jazz κοινότητας και τη γόνιμη μεταξύ τους ανταλλαγή ιδεών και ερεθισμάτων, αποτυπώνει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τις κοινωνικές ζυμώσεις και το καλλιτεχνικό όραμα μιας εποχής που θεμελίωσε τις δράσεις που ακολούθησαν. Η κυκλοφορία της ηχογράφησης εκείνης σε διπλό άλμπουμ βινυλίου εγκαινίασε την υπόθεση της ελληνικής jazz δισκογραφίας στους κόλπους της οποίας γράφτηκε και εξακολουθεί μια μικρή, αλλά ιδιαίτερη σε σπουδαιότητα ιστορία.


Μάρκος Αλεξίου (πιάνο), Λάκης Ζώης (κιθάρα), Γιώργος Φιλιππίδης (μπάσο)

“Plaka Nights”

Στου Μπαράκου έπαιξε ανάμεσα σε άλλους πολλούς ''ανατολικούς'' ο γεννημένος στην Πολωνία το 1939 πρωτοπόρος της σύγχρονης Polski Jazz σαξοφωνίστας Zbigniew Namyslowski, που ήρθε στην Ελλάδα για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του 1983 και έπαιξε στην Πλάκα με το συγκρότημά του Air Condition, τον πιανίστα Wojciech Gogolewski, τον κιθαρίστα Marek Blizinski, τον μπασίστα Jan Cichy και τον ντράμερ Adam Lewandowski. Στην Αθήνα ηχογράφησαν το LP “Plaka Nights”, μια αναφορά στις πλακιώτικες νύχτες τους στου Μπαράκου, σε παραγωγή της ελληνικής CBS και του τότε διευθυντή της Sol Rabinowitz.

Εκείνα τα χρόνια, τέλη δεκαετίας '70 αρχές '80, η κατάσταση για την τζαζ υποσχόταν πολλά. Υπήρχε ένα κοινό νεανικό, κυρίως από τους φοιτητικούς χώρους, που αυξανόταν ραγδαία. Τα θέατρα γέμιζαν όχι μόνο στις συναυλίες των θρύλων όπως ο Dexter Gordon, αλλά και για σπουδαίους Ευρωπαίους αυτοσχεδιαστές και το κλαμπ του Μπαράκου γέμιζε εύκολα, όντας πάντα φιλικό.

Και τότε σκάει το σχέδιο «αναβάθμισης» της Πλάκας του Αντώνη Τρίτση και της Μελίνας Μερκούρη, που προέβλεπε το κλείσιμο όλων των «μαγαζιών» που δεν ταίριαζαν με τα χρηστά πασοκικά ήθη. Ανάμεσά τους, χωρίς διακρίσεις, ο μοναδικός αθηναϊκός "ναός" της τζαζ.


Η αφίσα του κλαμπ, φιλοτεχνημένη από τον Δημήτρη Αρβανίτη

Η «εξυγίανση» και το λουκέτο

«Το Τζαζ Κλαμπ κλείνει στις 23 Νοεμβρίου του 1983. Έχω ακόμη ολοζώντανα στη μνήμη μου τα αστυνομικά όργανα που με έβγαλαν δια της βίας έξω από το κλαμπ και το σφράγισαν. Είχα ζητήσει μερικές μέρες παράτασης της λειτουργίας του λόγω του προγράμματος συναυλιών του Γάλλου σαξοφωνίστα Daunik Lazro και του πιανίστα Θωμά Σλιώμη. Είχαν κανονιστεί πολύ πριν ανακοινωθεί το σχέδιο για την ‘εξυγίανση’ της Πλάκας. Το όλο γεγονός συνέβη επί υπουργίας Τρίτση. Είχα κάνει τότε προσπάθειες να τον δω στο υπουργείο, αλλά πάντα απουσίαζε εκτός Ελλάδος, όπως μου έλεγαν. Μίλησα με κάποιον ιδιαίτερό του. Του άφησα κι ένα υπόμνημα, όπου του εξηγούσα περί τίνος επρόκειτο. Δυστυχώς, δεν έγινε τίποτα» έλεγε ο Γιώργος στο περιοδικό ''Μουσική'' το 1990.

Ο Μπαράκος θα προσπαθήσει για λίγο να μεταφέρει το κλαμπ του στην Κυψέλη, όμως κι εκείνον τον χώρο θα τον έκλεινε η αστυνομία. Η «διαγραφή» του ιστορικού αυτού κλαμπ από το κέντρο της ντόπιας τζαζ σκηνής θα έβλαπτε ανεπανόρθωτα τον χώρο. Τα πράγματα σήμερα θα ήταν εντελώς διαφορετικά αν υπήρχε ακόμα αυτό, το πρώτο τζαζ κλαμπ.

Ειδικά σήμερα, που η τζαζ και οι μουσικές που σχετίζονται με αυτήν ακούγονται σε αμέτρητα μικρά κλαμπάκια στις ανά την επικράτεια μουσικές σκηνές, υπάρχει σε ταινίες, διαφημίσεις, σε μυθιστορήματα που έχουν μουσικό background αυτή τη μουσική, υπάρχει στις πανεπιστημιακές μουσικές σχολές και στα ωδεία, στα οποία ένα μεγάλο κομμάτι των αποφοίτων τους προτιμά να ακολουθήσει τον δρόμο της. Οι μουσικοί και τα σχήματα της τζαζ είναι σήμερα πιο πολλά από ποτέ και η τζαζ, με τις όποιες παραλλαγές της, κερδίζει συνεχώς την αγάπη των νέων ακροατών της.

Ο κόσμος που άκουγε με κατάνυξη τα δρώμενα στο τζαζ κλαμπ του Μπαράκου, «μια νεολαία αχόρταγη για μουσική ήταν, δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα εκκλησίας. Ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, κάτι -ίσως- ανεπανάληπτο. Στις πικρές αναμνήσεις μένουν ακόμα οι τρεις διαρρήξεις. Τα σήκωσαν όλα, όργανα, ενισχυτές, δίσκους».

 

Και το πιάνο δεν το 'χε ξοφλήσει ακόμα...


Πλατεία Ραγκαβά, 2019. Το τζαζ κλαμπ σήμερα

 

 

ΜΟΤΟ

Στο κλαμπ του Μπαράκου η κοινότητα της τζαζ μπορούσε να τα πει, να ανταλλάξει γνώμες και απόψεις, να αγοράσει δίσκους, να διαβάσει τζαζ περιοδικά, να ακούσει τους Έλληνες και τους ξένους τζαζ μουσικούς. Στον χώρο του παραδίδονταν μαθήματα τζαζ αυτοσχεδιασμού για πρώτη φορά

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

ΑΜΚΑ μόνο για Έλληνες

Δεν είχαν πει φυσικά πριν τις εκλογές ότι θα καταργήσουν τον ΑΜΚΑ για τους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο. Πρώτον, για να μην αποξενωθούν από μια ομάδα φιλελεύθερων ψηφοφόρων.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο