Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Thelonious Monk: Ο εκκεντρικός, ο ασυμβίβαστος

Tον συναπάντησα αργά ένα βράδυ μέσα από το μικρό πλαστικό ραδιόφωνό μου, στο φοιτητικό μου δωμάτιο. Στην αρχή νόμισα πως ο τύπος αυτός έχανε τα πλήκτρα, πως έπαιζε λάθος νότες. Αλλά έμεινα καρφωμένος, ακούγοντας το “Round Midnight” και τότε κατάλαβα. Και μαγεύτηκα.

του Ιλάν Σολωμων

Ο μάγκας αυτός, που ούτε τ' όνομά του δεν ήξερα, λάτρευε την παραφωνία, φορούσε τρελά καπέλα, σηκωνόταν από το πιάνο και χόρευε στη μέση ενός κομματιού. Να ήταν η συμπεριφορά μιας αυθεντίας και η μουσική του καθρέφτης του τρόπου ζωής του;

Ήταν πράος, ρεαλιστής, πλακατζής, αντικοινωνικός και μονόχνωτος. Ζούσε για τη μουσική του, που ήταν γι’ αυτόν το παν. Αυτός ο παράξενος διπολικός νέγρος πλησίαζε το πιάνο του απερίσκεπτα και αυτοσχεδίαζε ελεύθερα, τόσο που ήταν δύσκολο πια στον Thelonious Monk να παίξει Monk.


Th. Monk, Howard McGhee, Roy Eldridge, Teddy Hill, στο Minton's Playhouse. Νέα Υόρκη, Σεπτέμβριος 1947

Ομορφιά που αντέχει στο χρόνο

Τα κομμάτια του είχαν την έντονη σφραγίδα του. Μελωδικές μπαλάντες σαν το "Round midnight" ή το "Ugly beauty" και ρυθμικά θέματα σαν το "Trinkle tinkle". «Είναι δυο λογιών: τα δύσκολα στην εκτέλεση ή τα αδύνατα. Είναι γεμάτα με ανορθόδοξα αρμονικά, ρυθμικά και ιδιωματικά στοιχεία, ισχυρή δομή, συνέπεια και περιεκτικότητα. Απλή ομορφιά που αντέχει στον χρόνο», έγραφε γι’ αυτόν ο καλός πιανίστας της τζαζ Παντελής Καραγιώργης που ζει μόνιμα από χρόνια στην Αμερική και έχει αφιερώσει πολλά χρόνια της ζωής του μελετώντας τη μουσική του.

Ο Thelonious γεννήθηκε τον μήνα και τον χρόνο της Μεγάλης Σοβιετικής Επανάστασης, Οκτώβριο του 1917, στη Βόρεια Καρολίνα. Από τα δέκα του χρόνια έμαθε να παίζει τρομπέτα, εκκλησιαστικό όργανο και πιάνο, ενώ στα δεκατέσσερά του ήταν ήδη ένας καλός επαγγελματίας πιανίστας που έπαιζε και έβγαζε με την αξία του το μεροκάματό του. Στις αρχές της δεκαετίας του ’40 έπαιζε πια στα πιο φημισμένα τζαζ κλαμπ του Manhattan, δίπλα στους άλλους μεγάλους του bebop. Τον Charlie Bird Parker και τον συνομήλικό του σταρ της Αφροκουβάνικης τζαζ Dizzy Gillespie. Το 1947 ηχογραφεί για την Blue Note Records κομμάτια που, με το πέρασμα του χρόνου, εδραίωσαν τη φήμη του. "Round midnight", "Ruby my dear", "Epistrophy", "Misterioso", "Straight, no chaser", "Ask me now", "In walked bud".


Στο εξώφυλλο του ''Time'', 28 Φεβρουαρίου 1964

Σ’ ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο στη Νέα Υόρκη το 1951, μαζί με τον φίλο του πιανίστα του bebop Bud Powell, τον πιάνουν και τον φυλακίζουν για κατοχή και χρήση μαριχουάνας. Το «πράμα» ήταν μάλλον του Powell, όμως ο Monk προστάτεψε τον φίλο του. Του παίρνουν την άδεια εργασίας του, δεν βρίσκει πια δουλειά και χάνεται από την πιάτσα της τζαζ ώς τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Συνεχίζει όμως να συνθέτει και να παίζει αραιά και πού σε μπαράκια στα περίχωρα της Νέας Υόρκης.

Το 1954 γνωρίζει παίζοντας στο Παρίσι τη βαρόνη Pannonica Koenigswarter -της οικογένειας των Rothschild-, «προστάτη άγγελό» του μέχρι το τέλος της ζωής του. Κι αυτός θα της το ανταποδώσει και θα της χαρίσει το «Pannonica». Μέχρι το 1961 ηχογραφεί ιστορικά άλμπουμ σαν το "Brilliant Corners" και συνεργάζεται με τους Sonny Rollins, Max Roach, John Coltrane και Art Blakey.


Στο Newport Jazz Festival, το 1975

Στο “Five Spot Café”

Γύρω στα μεσάνυχτα, μια βραδιά του 1957, μετά από ένα κακό πρώτο μέρος στο “Five Spot Café”, στη γειτονιά του Bowery στη Νέα Υόρκη, ο Monk έκοβε βόλτες ταραγμένος ανάμεσα στην κουζίνα και το σκοτεινό πίσω δρομάκι, κάτι που έκανε συχνά ανάμεσα στα σετ. Εκείνο το βράδυ όμως δεν εμφανίστηκε για το δεύτερο. Ανήσυχοι οι συνεργάτες του, άρχισαν να τον αναζητούν. Τον βρήκαν πολλά τετράγωνα μακριά να κοιτάει ψηλά το φεγγάρι. «Χάθηκες;» τον ρωτούν. «Δεν χάθηκα εγώ» τους απαντά, «εγώ είμαι εδώ. Το ‘Five Spot’ χάθηκε».

Τα χρόνια ανάμεσα στο 1962 και το 1970 ηχογραφεί για την πολυεθνική Columbia μια μουσική προκλητικά όμορφη και το "Monk’s Dream" πουλάει όσο κανένα άλλο άλμπουμ του, ενώ η φάτσα του φιγουράρει στο εξώφυλλο του "Time magazine".

Περίεργες συγχορδίες

Ήταν πεισματάρης. Επέμενε να παίζει αργά, γωνιακά, σπασμωδικά, σε μια εποχή που το bebop έκανε την τζαζ να τρέχει με χίλια. Αυτές οι περίεργες συγχορδίες που έμοιαζαν «φάλτσες» ήταν το αποτέλεσμα αμέτρητων ωρών μουσικής εξερεύνησης. Σκεπτόταν διαφορετικά από κάθε άλλο μουσικό, έγραφε όμως πανέμορφη μουσική, στην οποία για πολλά χρόνια κανείς δεν έδινε σημασία.

Η εκκεντρικότητά του, το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα του, τον έκανε να αντιμετωπίσει πολλά εμπόδια μέχρι να αναγνωριστεί το ταλέντο του. Στις αρχές των ’70s o Monk κάνει τις τελευταίες του ηχογραφήσεις για το άλμπουμ "Something in Blue" στο Λονδίνο, τον Νοέμβριο του ’71. Και μετά, ήρθε η σιωπή. Σπάνιες οι εμφανίσεις, ο Monk εξαφανίζεται από προσώπου γης με εμφανώς διαταραγμένη την ψυχική ισορροπία του.

Η διπολική διαταραχή δεν διαγνώστηκε ποτέ, τα οικονομικά του προβλήματα και οι θάνατοι φίλων του τον έκαναν να αποσυρθεί. Μακριά από το πιάνο του και τα φώτα της σκηνής, με τη βαρόνη Pannonica πάντα στο πλευρό του, στο διαμέρισμά της κάπου στο New Jersey, μακριά από τη μουσική. Σταμάτησε να παίζει, έβγαινε μόνο για μικρούς μοναχικούς περιπάτους, μέχρι το βαρύ εγκεφαλικό του Φεβρουαρίου. Ο Thelonious Sphere Monk έφυγε στις 17 Φεβρουαρίου 1982. Ήταν 64 ετών.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Τα ψέματα κάποτε τελειώνουν

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συμπλήρωσε 100 μέρες. Ο απολογισμός είναι μια πολιτική fast track, που έχει στόχο βασικά τρεις στόχους. Την παλινόρθωση του παλαιοκομματισμού, την εξυπηρέτηση κάθε είδους συμφερόντων και την επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο