Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Bob Dylan, ρε φίλε, δεν τον ξέρω, τι ειν’ αυτός;

Πιτσιρικάς, χωνόμουνα με τις πιτζάμες κάτω από μια πολυθρόνα και κρυφάκουγα τις βραδινές μουσικές ακροάσεις της παρέας του πατέρα μου, που έμαθε την καλή μουσική όταν μόνο δεκαεφτά ετών, στο κιμπούτς, μετανάστης από ανάγκη, δούλευε μαθητευόμενος ηλεκτρολόγος.

του Ιλάν Σολομών

 

Ήμουν τυχερός. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα σπίτι που από νωρίς υπήρχε πικάπ, ένα στέρεο συγκρότημα Saba. Πιτσιρικάς, χωνόμουνα με τις πιτζάμες κάτω από μια πολυθρόνα και κρυφάκουγα τις βραδινές μουσικές ακροάσεις της παρέας του πατέρα μου, που έμαθε την καλή μουσική όταν μόνο δεκαεφτά ετών, στο κιμπούτς, μετανάστης από ανάγκη, δούλευε μαθητευόμενος ηλεκτρολόγος.

Είχε για αφεντικό στο γιαπί τον Έρνεστ, έναν φιλόμουσο Γερμανοεβραίο μαρξιστή που όσο δούλευαν στην οικοδομή τούς έβαζε να ακούνε μουσική: Μάλερ, Προκόφιεφ, Σοστακόβιτς, Sarah Vaughan, Count Basie, Duke Ellington, και τους διάβαζε. Τους κλασικούς του μαρξισμού, τι άλλο;

Στην πολυθρόνα της γιαγιάς . Οδός Δεληγιώργη, πλατεία Κουμουνδούρου.

Κάπως έτσι, σ' αυτό το σπίτι, έμαθα να αγαπάω τη μουσική. Τέτοιες ιστορίες θα σας λέω κάθε Κυριακή.

Από Μίκη μέχρι Ραχμάνινοφ και τζαζ

Από 10 ετών ξεκίνησα να αγοράζω με το χαρτζιλίκι μου τα δικά μου τα σινγκλάκια, δίσκους βινυλίου 45 στροφών. Το «Mr. Bass Man» των Jean & Dean, το «Papa-Oom-Mow-Mow» των Rivingtons.

Στο σπίτι ακούγονταν όλα τα καλά. Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Ραχμάνινοφ, Μάλερ και τζαζ. Μετά άρχισε η έκρηξη του ροκ. Θυμάμαι ολοζώντανα, σαν να ήταν χθες, την πρώτη φορά που ακούστηκε στην Ελλάδα κομμάτι των Beatles.

Οικογένεια Σολομών. Μάρκελλος, Μαίντη, Ιλάν, Ιωσήφ. Άγιος Παντελεήμονας Αχαρνών

Ήταν Οκτώβρης του 1963. Καθισμένος με κατάνυξη μπροστά στο στερεοφωνικό, ακούω τη φωνή του Μαστοράκη στο κρατικό να λέει: «...και τώρα ένα συγκρότημα που κάνει πάταγο στο Λονδίνο, είναι τα Σκαθάρια! Οι Beatles». Ακούγεται η κιθάρα της εισαγωγής του “I Feel Fine” και μετά, ένας ήχος που με σάρωσε. Τι πρωτόγνωρος ήχος ήταν αυτός, τι παράξενος ήχος!


Eric Burdon & The Animals, “Animal Tracks”, 1965

Έσκασαν παραδίπλα και οι Rolling Stones, κι εγώ την έβρισκα με τον Eric Burdon και τους Animals, τη μαύρη R&B μουσική, τα Blues του αμερικάνικου Νότου. Πολύ αργότερα ήρθαν τα σούπερ γκρουπ του ροκ, συγκροτήματα σαν τους Ten Years After, τους Led Zeppelin ή τους Iron Butterfly.


Το δισκάδικο της στοάς

Τα δισκάδικα στη Στοά Φέξη

Πέρναγα συχνά από τη Στοά Φέξη. Εκεί ήταν και δυο-τρία καλά λαϊκά δισκάδικα κι εγώ τα χάζευα περνώντας έξω από τις βιτρίνες τους. Ήταν τότε που στο εξώφυλλο του «Paris Match» είχα δει τον Bob Dylan. Μια μέρα μπήκα διστακτικά να ρωτήσω: «Bob Dylan έχετε;» «ρε φίλε, δεν τον ξέρω, τι ειν’ αυτός;» μου λέει ο δισκάς κι ας γινόταν χαμός έξω από καιρό με τους στίχους και τη μουσική του. Λίγο μετά, πέρναγα απ' έξω βιαστικά χωρίς να σταματήσω κι αυτός τρέχοντας βγήκε στο κατόπι μου: «Πώς τον είπες εκείνο τον τύπο;» «Μπομπ Ντύλαν». Ήρθε! Σινγκλάκι. «Like A Rolling Stone» από τη μία πλευρά και «Positively 4th Street» από την άλλη, το flipside όπως λέγαμε το τραγούδι της πίσω πλευράς. Τρελάθηκα από τη χαρά μου.


“The Times They Are a-Changin”. Bob Dylan, 1964

Την ίδια χρονιά πήρα και τον πρώτο μου μεγάλο δίσκο 33 στροφών, το LP «Beatles For Sale». Οι Beatles ήταν μέχρι το τέλος πολύ σημαντικοί στη μουσική μου εμπειρία. Λάτρεψα τις μελωδικές ιδέες των τεσσάρων αυτών παιδιών με τα μακριά μαλλιά από το Λίβερπουλ και τις παραγωγές του George Martin με τις θεσπέσιες ενορχηστρώσεις, τις γεμάτες από ''μνήμες'' Bach και Vivaldi.

Δύο χρόνια μετά, οι Beatles, πάντα με παραγωγό τον μάγο George Martin, ωρίμαζαν και εξερευνούσαν νέες μορφές σύνθεσης και ενορχήστρωσης στα το πολύ τρίλεπτα ερωτικά τραγουδάκια τους και κυκλοφορούσαν το “Rubber Soul”. Ήταν το πιο ζεστό, φιλικό και συναισθηματικά ευθύ έκτο άλμπουμ τους που έκοψε την ιστορία της pop μουσικής στα δύο. Όλοι ήθελαν να τους μιμηθούν. Ήταν 3 Δεκεμβρίου του 1965 κι εμείς ακόμα ζούμε σ' αυτό το δεύτερο μέρος.

Οι χαρακτήρες των κοριτσιών του “Rubber Soul” έχουν αλλάξει. Είναι πια σύνθετες και μπλεγμένες συναισθηματικά γυναίκες, πολυάσχολες σαν την ανεξάρτητη γυναίκα που είναι too busy με την καριέρα της για να απαντήσει στις κλήσεις του Paul ή το κορίτσι από το Chelsea που ξυπνάει νωρίς για τη δουλειά, ενώ ο Lennon κοιμάται ακόμα ατάραχος στην μπανιέρα της.

Τα πράγματα άλλαζαν, οι δημιουργικές κατευθύνσεις του Fab Four από το Λίβερπουλ στράφηκαν μακριά από τα ώς τότε απλοϊκά pop songs τους με την εμπορική στόχευση. Τα τραγούδια του άλμπουμ ήταν πιο σουρεαλιστικά, πιο ψυχαγωγικά και σαφώς επηρεασμένα από τη στιχουργική λαίλαπα του Bob Dylan που τάραζε τα λιμνάζοντα νερά μιας ως τότε εφησυχασμένης κοινωνικά μεταπολεμικής γενιάς.

«The Jazz Hour»

Στα χρόνια εκείνα, με την κρατική ραδιοφωνία να αγνοεί και το λαϊκό τραγούδι και τη ροκ και την τζαζ και να παίζει τα σουξέ της ελαφράς μουσικής, η πιο άμεση μουσική μας ενημέρωση γινόταν από τον αμερικάνικο σταθμό της βάσης του Ελληνικού, τον AFRS. Κι εγώ περίμενα μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα για ν’ ακούσω την εκπομπή «The Jazz Hour» με τη βαθιά αργή φωνή του Willis Conover που έβγαινε αργά από τον σταθμό του Μονάχου. Τον American Forces Radio Station που στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου της «Ανατολής» με τη «Δύση», κατ' επιταγήν του αμερικάνικου Στέιτ Ντιπάρτμεντ και για προπαγανδιστικούς λόγους, είχε σαν στόχο του τις γύρω χώρες. Τις πίσω από το «Σιδηρούν Παραπέτασμα» χώρες της Σοβιετίας, που εξ αιτίας του αγάπησαν την τζαζ. Από εκεί λοιπόν, από τον καλό μας «Αμερικάνο», ένα βράδυ αργά, άκουσα μια κιθάρα αλλούτερη. Κι έπαθα την πλάκα μου.


Wes Montgomery Trio, “A Dynamic New Sound: Guitar Organ Drums”

Το άλλο πρωί πάω στη «Λέσχη του Δίσκου», το εξειδικευμένο στην κλασική μουσική δισκάδικο της στοάς που δεν υπάρχει πια, και ζητώ τον δίσκο 33 στροφών του Wes Montgomery Trio. Έφτανα-δεν έφτανα στο ύψος του ταμείου. «Είσαι σίγουρος, αγόρι μου;» με κοιτάει απορημένος μέσα από τους χοντρούς φακούς των γυαλιών του o μακαρίτης πια ιδιοκτήτης του. «Tα παιδιά στην ηλικία σου ζητάνε άλλα πράγματα» μου λέει με ένα κάπως στριφνό υφάκι. «Εγώ αυτόν θέλω!» του απαντάω πεισμωμένος. Ενθουσιάστηκε. Με πήγε στο πατάρι του μαγαζιού που ήταν γεμάτο από δίσκους κι εγώ πήρα τον πρώτο τζαζ δίσκο μου με τις 72 από τς 100 δραχμές που είχα στην τσέπη, εισαγωγής μάλιστα. Με τις 28 δραχμές που περίσσευαν, τσίμπησα το 45άρι δισκάκι με το «The Jive Samba» του σαξοφωνίστα της soul jazz και καλού συνεργάτη τού Μάιλς Ντέιβις, του Cannonball Adderley, που με είχε ξετρελάνει με τον αργό μέτζο ρυθμό του που σε καθηλώνει, σε ρουφάει από το πρώτο λεπτό. ...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Το μίσος τούς τραβάει στον πάτο

Αν η Ν.Δ. δεν είχε επενδύσει, ως αντιπολίτευση, τόσο μίσος στο προσφυγικό, αν δεν είχε αγκαλιάσει όλα τα έξαλλα ακροδεξιά στοιχεία, αν δεν είχε βγει στα κεραμίδια για τα ξέφραγα αμπέλια, δεν θα είχε προσαράξει τόσο δραματικά στο προσφυγικό.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις