Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στο Μεγάλο Μήλο...

52nd street, 1948, ο δρόμος της τζαζ...

Του Ιλάν   Μάη μήνα, μέσα της δεκαετίας του ‘90, φτάνω για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη. Πρώτη μου μέρα στο άγνωστο και βροχερό Big Apple, φορτωμένος από τη δισκογραφική λεία της ημέρας και χωρίς ακόμα...

Του Ιλάν

 

Μάη μήνα, μέσα της δεκαετίας του ‘90, φτάνω για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη. Πρώτη μου μέρα στο άγνωστο και βροχερό Big Apple, φορτωμένος από τη δισκογραφική λεία της ημέρας και χωρίς ακόμα να έχω ιδέα για τα μέσα μαζικής μεταφοράς της μεγάλης Μητρόπολης, μπαίνω στο πρώτο yellowcab ακούγοντας απ’ το ραδιόφωνο ένα αγαπησιάρικο calypso, με κατεύθυνση το ανατολικό Μπρούκλιν, όπου με φιλοξενεί ζευγάρι καλών φίλων ελληνικής καταγωγής. Στο πρώτο φανάρι, τον δρόμο μάς κλείνει μια παλιά Mustang, με το φτερό της τρακαρισμένο, το αριστερό της φλας αναμμένο και τη μουσική, ένα γεμάτο κραδασμούς rap πολλά βαρύ, στη διαπασών.


Στο κλαμπ Blue Note, 131 West 3rd Street. Νέα Υόρκη

Mister cab driver

Ο ταξιτζής μου, ένας μικρόσωμος μεσόκοπος Αϊτινός ονόματι Σόκρατες, με σκούφο και ράστα μαλλί, κορνάρει. Ένα ''Fuck you!'' ακούγεται βροντώδες από το κουρσάρικο μπροστά μας. ''Fuck you too'' ψελλίζει με τη στριγκή φωνή του ο δικός μου. Και τότε, η πόρτα της θορυβώδους μάστανγκ ανοίγει και μια αφροαμερικάνικη ανθρώπινη ντουλάπα κινείται απειλητικά προς το μέρος μας, μοστράροντας «κατά λάθος» το σιδερικό στο ζωνάρι.

Ακουμπάει βαριά στην πόρτα του ταξιτζή και, ολοφάνερα εκνευρισμένος, τον ρωτάει:

- What did you say to me? - I said ''fuck you'', ακούγεται ξέψυχη η φωνή του Αϊτινού. - Και γιατί το ‘πες αυτό; - Γιατί ήσουν σε λάθος λωρίδα.

Και τότε, λες και ξαφνικά λειτούργησε ένα υποσυνείδητο «ρεφλέξ νομιμότητας» μέσα του, ο μαύρος πιστολέρο απαντάει: ''Ok, but never say that again to me!''. Και απλά αποχωρεί.

Η καρδιά μου πάει να σπάσει, όταν δυο-τρία σταυροδρόμια πιο κάτω ψάχνω τον ταξιτζή στο καθρεφτάκι: ''Hey man, how come you weren't afraid?''. Με κοιτάει με υφάκι, με ρωτάει από πού είμαι, με βεβαιώνει ότι Έλληνες και Αϊτινοί έχουμε τους ίδιους θεούς και βγάζει σιωπηλός από το τσεπάκι του πράσινου κοτλέ πουκάμισού του ένα βρόμικο μικρό πουγκί. Μου το δείχνει και, τελετουργικά, βγάζει από το άλλο του τσεπάκι ένα ταλαιπωρημένο, χιλιοδιπλωμένο χαρτί με μια πεντάλφα στην κορφή και μια ακατάληπτη voodoo προσευχή. - «Το βλέπεις αυτό; Ο Πρόεδρός μας το έχει πάντα επάνω του. Τον έχουν πυροβολήσει 14 φορές και πάντα κάποιος άλλος έχει σκοτωθεί».

Βρίσκω στιγμιαία την ψυχραιμία μου και του ψιθυρίζω: ''You know, I could be somebody else''. Ήταν, νομίζω, η μοναδική φορά που τον είδα να χαμογελάει. Είχαμε όμως φτάσει στον προορισμό μας. Ένα μήνα μετά, στην Αθήνα πια, διάβασα στις εφημερίδες πως ο Πρόεδρος της Αϊτής είχε δολοφονηθεί.


The Village Vanguard. 7th Av. South, Greenwich Village, New York City
 

Tο μεγάλο δισκάδικο

Ημέρα δεύτερη, επίσκεψη πρώτη στο μεγάλο δισκάδικο του Μεγάλου Μήλου. Κάθε ράφι και μια έκπληξη. Λίγοι οι πελάτες αυτή την ώρα. Ένας ηλικιωμένος Αφροαμερικανός, διακριτικός, με τουίντ τραγιάσκα, μουστάκι λευκό κι ένα παλιό μακρύ παλτό περπατάει αργά από ράφι σε ράφι. Πού και πού σηκώνει έναν δίσκο, τον γυρίζει μπρος-πίσω και κάτι του ψιθυρίζει. Ο καθένας μοιάζει σαν να ’ναι ένα κομμάτι της μνήμης του, μια εμπειρία ζωής. Λίγο μετά τα βήματά μας συναντώνται μπροστά στα ράφια με τα άλμπουμ του Duke, του Trane, του Miles, της Billie. Κι αυτός, στο καθένα απευθύνει έναν χαμηλόφωνο ψίθυρο: ''Hey there, what's new?''. Ένας σύντομος διάλογος ανάμεσα σε παλιόφιλους.

Φτάνουμε μαζί στο ταμείο. Αυτός με έναν και μοναδικό δίσκο, που τον κρατάει στα χέρια του σαν εικόνισμα. Και τότε, σε μια αναλαμπή, τον αναγνωρίζω: Είναι ο Hank Jones, που το πιάνο του ακούω κάθε φορά που στη μουσική ψάχνω το συναίσθημα, την εκφραστική πληρότητα. Ο Hank Jones, αυτός ο χαμηλών τόνων και γεμάτος χάρη μοντερνιστής με το υπέροχο touch στα πλήκτρα του και τις ψυχές μας και το θαυμάσιο γούστο, ο πολύ αγαπητός στους συνεργάτες και φίλους του μουσικός, γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1918 και έφυγε διακριτικά το 2010.


Hank Jones Jr. (1918 - 2010)

Sweet Basil

Τα φώτα στην άδεια σάλα του Sweet Basil της 7ης λεωφόρου, ήταν ακόμα όλα αναμμένα. Κάτω από το πορτραίτο του Sonny Rollins ένα μοναχικό ζευγάρι από την Ανατολή κάτι ψιθυρίζει στη γλώσσα της μακρινής πατρίδας του. Μπαίνω φορτωμένος με τα δισκογραφικά τρόπαια της ημέρας, κουρασμένος αλλά και πεινασμένος.

Η pizza είναι ευπρόσδεκτη και γευστική και η σαλάτα «του Καίσαρα» προκλητική. Η παρέα μας ξαφνικά μεγαλώνει και τα γύρω μας τραπέζια γεμίζουν. Έντονη η κινητικότητα και πάνω στη σκηνή, καθώς οι θήκες των χάλκινων πνευστών ανοίγουν και τα εννέα μέλη της χάλκινης «Brass Fantasy» τα ζεσταίνουν. Ανάμεσά τους, με τη χαρακτηριστική «ιατρική» ποδιά να θυμίζει τα χρόνια με το Art Ensemble of Chicago, ο Lester.

Το διαπεραστικό του βλέμμα πίσω από τους στρογγυλούς φακούς του «μετράει» το κοινό. Μετά το πρώτο του σόλο, ένας ορυμαγδός χάλκινων ουρλιαχτών κατακλύζει τον χώρο κι εγώ, θαμπωμένος, σε απόσταση αναπνοής από τους μουσικούς αλλά και ακόμα πεινασμένος, κρατώ αμήχανα το φύλλο της σαλάτας καρφωμένο στο πιρούνι, μην τολμώντας να διαταράξω τη θορυβώδη μυσταγωγία. Κι αυτός με πλησιάζει, σκύβει από τη χαμηλή σκηνή (έκπληξη!) και μου ψιθυρίζει στο αυτί: “Eat up man. That's how we get paid!”. Κόκκαλο εγώ.


Lester Bowie (1941 - 1999)

My man Lester

Αυτός ήταν και μας άφησε νωρίς, 8 του Νοέμβρη του 1999. Το πνεύμα του, το χιούμορ, η μουσικότητα, η ευρηματικότητα τον χαρακτήριζαν στη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Ο Lester Bowie γεννήθηκε στις 11 Οκτωβρίου του 1941 και έφυγε στα 58 του χρόνια. Κι εγώ τον θυμάμαι κάθε φορά που γεύομαι μια Ceasar's Salad.

Το ίδιο βράδυ, καλεσμένος της Τεξανής φίλης Deborah Davis, μιας από τις πιο λαμπερές τζαζ ντίβες που πέρασαν εκείνη τη χρονιά από το Diva Jazz Club του Στράτου Βουγά -στην οδό Αντήνορος δίπλα στο Caravel- θ’ ανέβαινα βόρεια, με κατεύθυνση το μαύρο Χάρλεμ.

Σε ένα μπαράκι εκεί η καλλίφωνη και γοητευτική Αμερικανίδα φιλενάδα θα έπαιζε Round Midnight με το τρίο της, έναν μπάτσο στα ντραμς, έναν οδηγό λεωφορείου στο πιάνο κι έναν υδραυλικό μπασίστα, καλά μαστόρια του swing. Η τύχη όμως είχε άλλη γνώμη.


Deborah Davis Live at 212 East 52nd Street

Τραγικός ήρωας

Μόνος δίπλα στη μεγάλη σκάλα που με έβγαλε στην έρημη κατάφωτη πλατφόρμα της black line, βλέπω ξαφνικά ένα σμάρι κουστουμαρισμένων και γραβατοφορεμένων Ανατολιτών να γεμίζει τον χώρο με φωνές χαράς και γέλια ικανοποίησης. Στο πέτο, όλοι φορούν την ίδια κονκάρδα: “I’m Happy, be happy too!’’. Κάποιο σεμινάριο που είχε μόλις τελειώσει τους έκανε απροκάλυπτα ευτυχισμένους, και το έδειχναν.

Και τότε, ο τραγικός ήρωας της βραδιάς ξαφνικά προβάλλει. Με βρόμικα μπεζ ρούχα και μακριά πυρόξανθη γενειάδα, θυμίζει έναν άτακτο στρατιώτη του αμερικάνικου εμφυλίου πολέμου λίγο μετά τη συνθηκολόγηση των Νότιων με τους Βόρειους νικητές, έρμαιο των στοιχείων της φύσης και της κακιάς του τύχης, όπως τους βλέπαμε κάποτε στα θερινά τα σινεμά, στις ταινίες με τον Τζον Γουέιν.

Απομακρύνομαι, κρύβομαι πίσω από την πλατιά σκάλα και παρακολουθώ. Αυτός, πλησιάζει τους ευδαίμονες Ανατολίτες και τους ζητάει ελεημοσύνη. Τον αποφεύγουν γυρνώντας του την πλάτη επιδεικτικά. Και τότε, ο «νότιος» ξεσπά: “Bloody City New York... I’m gonna kill myself!”. Την απειλή του να σκοτωθεί την κάνει πράξη: απομακρύνεται λίγα μέτρα σιωπηλός και κάθεται με τα πόδια κρεμασμένα στην πλατφόρμα, εκεί που σε λίγα λεπτά θα πέρναγε ο βραδινός συρμός του “A” Train. Δεν αντέχω, δεν θέλω να το δω αυτό.

Φεύγω εσπευσμένα, αλλάζω κατεύθυνση, σκέφτομαι εγωιστικά «πάει στράφι η αποψινή βραδιά» και αλλάζω κατεύθυνση. Βγαίνω στην πλατφόρμα απ’ όπου θα πέρναγε σε λίγο το τραίνο για το «σπίτι» στο Μπρούκλιν και για κακιά μου τύχη τον έχω απέναντι μου, με τα πόδια κρεμασμένα, να περιμένει το θανατηφόρο πεπρωμένο που ο ίδιος προκαλεί. Μια-δυό στιγμές οδυνηρής αμηχανίας ώσπου εμφανίζεται ο «από μηχανής θεός»: Είναι μαύρος, ψηλός, γύρω στα πενήντα, φοράει γυαλιά, σακάκι κοντό και μαύρη γραβάτα πάνω από ένα μπλε καρό πουκάμισο. Ψυχίατρο θυμίζει.

Σκύβει πάνω του και του ψιθυρίζει κάτι που μόνο εγώ είμαι σε θέση να ακούσω, όντας ο μοναχικός αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυρας ενός εξελισσόμενου δράματος με απρόβλεπτη κατάληξη: «Δε μου λες, τι κάνεις εδώ, θέλεις να σε λένε χαζό;». Και τότε αυτός σαν ναρκωμένος, χωρίς να αρθρώσει μια λέξη, σηκώνεται και φεύγει, έτσι όπως ήρθε.

Οι επόμενες μέρες μου στο Μεγάλο Μήλο ήταν εντελώς διαφορετικές: Γεμάτες απολαυστικές μουσικές, τοπία, εικόνες καθημερινές και νέους φίλους. Όταν τις αναλογιζόμουν, στην Αθήνα πια, σκεφτόμουν τι εντυπώσεις θα έφερνε μαζί του ένας ταξιδιώτης του ενός Σαββατοκύριακου στη Νέα Υόρκη, αν στις λίγες του ώρες εκεί συναντούσε όλα αυτά μαζί.

 

* Στη μνήμη του αξέχαστου φίλου και δάσκαλου Κώστα Γιαννουλόπουλου που συνόδευσε και απλούστευσε τα πρώτα μου βήματα στη Μέκκα της τζαζ.

 

Δείτε όλα τα σχόλια