Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Από το ανοιχτό δημόσιο ραδιόφωνο στο «γκέτο» του πρόσφατου Τρίτου

Η έλλειψη στην Ελλάδα άλλων ραδιοφωνικών σταθμών με εκπομπές κλασικής μουσικής στερεί το Τρίτο Πρόγραμμα από την απαραίτητη βαθμίδα εισαγωγής των αμύητων στο λόγιο ακρόαμα.

Η έλλειψη στην Ελλάδα άλλων ραδιοφωνικών σταθμών με εκπομπές κλασικής μουσικής στερεί το Τρίτο Πρόγραμμα από την απαραίτητη βαθμίδα εισαγωγής των αμύητων στο λόγιο ακρόαμα. Πρόκειται για μια λειτουργία που παλαιότερα επιτελούσαν το Πρώτο και το Δεύτερο Πρόγραμμα. Το πρώην Εθνικό είχε φυσιογνωμία ευρύτερα ενημερωτικού σταθμού, με εκπομπές θεατρικού και λοιπού λόγου και ωριαία ζώνη κλασικής μουσικής, με ζωντανές συναυλίες και μεταδόσεις όπερας, στην ψυχολογημένη ζώνη 22.00-23.00. Το Δεύτερο Πρόγραμμα πάλι συνδύαζε κάθε πτυχή του λαϊκού και ελαφρού τραγουδιού, ελληνικού και ξένου, με εκπομπές ελαφρότερης κλασικής μουσικής, ελληνικής και ξένης οπερέτας, καθώς και του λεγόμενου νοσταλγικού ρεπερτορίου. Αυτές οι προγραμματικές κατευθύνσεις επέτρεπαν την εκπομπή μιας πολυμέρειας μουσικών ερεθισμάτων στο πλατύτερο κοινό, δηλαδή τη δυνατότητα της τυχαίας επαφής με μορφές του λόγιου ακροάματος, και όχι μόνο του ήδη μυημένου σε αυτό. Έτσι οι σταθμοί αυτοί λειτουργούσαν υποστηρικτικά προς το Τρίτο, αφού αποτελούσαν το μέσο της σταδιακής εξοικείωσης με την «ξένη γλώσσα» της σοβαρής μουσικής, ώστε ο κάθε ακροατής να μεταπηδήσει, αν το επιθυμούσε, στο «κλασικό» ραδιόφωνο του Τρίτου. Παράλληλα όμως, διαμόρφωναν και έναν, επάλληλο του πρώτου, κύκλο ανθρώπων που, χωρίς να ακούνε συστηματικά κλασική μουσική, δεν αισθάνονταν πλήρως αμέτοχοι του είδους αυτού. Είχαν, εν άλλοις λόγοις, τη δημοκρατική ευκαιρία να λάβουν την απαραίτητη καλλιέργεια που δικαιούται ο κάθε πολίτης και που ένας δημόσιος οργανισμός οφείλει να παρέχει σε όλους, χωρίς διακρίσεις κοινωνικής προέλευσης ή πλούτου.

Στο πλαίσιο αυτό, και μάλιστα τη στιγμή που δικαιώνεται το πείραμα του El Systema, προβάλλει ως επιβεβλημένη η παρουσίαση, από τις όσες προκύψουν λοιπές δημόσιες συχνότητες του νέου ραδιοτηλεοπτικού σχήματος, εμβόλιμων δειγμάτων εύπεπτης κλασικής μουσικής συνδυασμένων με ψήγματα εκλαϊκευμένης πληροφόρησης βιογραφικού ή ιστορικού χαρακτήρα, ακόμη και στο πλαίσιο αθλητικών προγραμμάτων, ώστε όλο και ευρύτερα λαϊκά στρώματα να εξοικειωθούν με τον κλασσικό ήχο και να απομυθοποιήσουν το θεωρούμενο ως ακατάληπτο είδος. Σε αντίθετη περίπτωση, και το νέο «Τρίτο» θα μετατραπεί, όπως είχε συμβεί σταδιακά με τον προκάτοχό του, σε «γκέττο» φυτοζωίας όσων επιμένουν στην ποιότητα, ενώ οι πολλοί περισσότεροι θα εξακολουθήσουν να αγνοούν ακόμη και την ύπαρξή του. Και όλα αυτά υπέρ του εμπορικού πολτού από τον οποίο είχαν ήδη κατακλυσθεί, πριν από το κλείσιμό τους, οι λοιπές δημόσιες ραδιοφωνικές συχνότητες. Με αυτά τα δεδομένα, η επιλογή πορείας, ως μοιραία πράξη πολιτικής επιλογής, απαιτεί σοβαρή στρατηγική επανεξέταση.

 

Η απαραίτητη εξειδίκευση του ραδιοφωνικού προϊόντος

Ένα Τρίτο Πρόγραμμα οφείλει να αποτελεί δίαυλο εκπομπής κυρίως της λεγόμενης κλασικής ή σοβαρής μουσικής, όχι φυσικά για την ικανοποίηση ολίγων ιδιορρύθμων εραστών του είδους, αλλά γιατί αυτή η μουσική, ακριβώς όπως οι αρχαίοι τραγικοί ή ο Γουίλλιαμ Σαίξπηρ για το θέατρο, αποτελεί κορωνίδα ενός τομέα ανθρώπινης επίδοσης κατά τους τελευταίους αιώνες, με διαπιστωμένη παιδευτική και ψυχαγωγική αξία και σκόπιμο είναι να παρέχεται στον ελληνικό λαό από τη δημόσια ραδιοφωνική συχνότητα που εξ υποθέσεως υπηρετεί υψηλότερους στόχους από τους ιδιώτες. Παραλλήλως οφείλουν να έχουν θέση στον προγραμματισμό και είδη με ανθεκτική απήχηση, όπως εσχάτως η τζαζ ή, παλαιότερα, η παραδοσιακή μουσική, πάντοτε όμως σε μικρές δόσεις και με την απαραίτητη αναλυτική προσέγγιση που θα τις καθιστά ελκυστικές στους ακροατές του συγκεκριμένου σταθμού.

Η προσωπική εμπειρία με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένα μέρος του κοινού του Τρίτου Προγράμματος που προέρχεται από οπαδούς άλλων μουσικών προτιμήσεων, όπως της τζαζ και της κλασικής ροκ μουσικής, επιθυμεί, όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο, τη διατήρηση του σταθμού αυτού ως σχεδόν καθαρού θεματικού προγράμματος κλασικής μουσικής, αφού άλλοι σταθμοί υπηρετούν εναλλακτικά το μουσικό είδος, από το οποίο προέρχονται.

 

Ακροαματικότητα και ραδιοφωνική συνήθεια

Σημαντικός παράγοντας απήχησης κάθε μουσικού σταθμού, ιδιαίτερα δε ενός Τρίτου Προγράμματος, είναι η ευχερής και με υψηλή πιστότητα λήψη του από τους ραδιοφωνικούς ακροατές. Ο τομέας αυτός στην Ελλάδα εξακολούθησε να πάσχει σοβαρά, ιδίως σε σχέση με τη λήψη του δορυφορικού σήματος για μεταδόσεις στο πλαίσιο της EBU, με μοιραίες συνέπειες για την ακροαματικότητα και τη συνολική απήχηση του Τρίτου Προγράμματος, αν και θα όφειλε να είχε αντιμετωπισθεί από ετών ως μέρος συνήθους διαδικασίας διοικητικής μέριμνας.

Σημαντικός παράγοντας προσέλκυσης και παραμονής του κοινού σε μια ραδιοφωνική συχνότητα είναι η καλλιέργεια στον ακροατή της ραδιοφωνικής συνήθειας. Αυτή επιτυγχάνεται και με την ψυχολογικά εύλογη κατανομή των εκπομπών μέσα στο πρόγραμμα του σταθμού. Δεν είναι, αίφνης, σκόπιμη η εκπομπή μιας λογοτεχνικής ανάλυσης ή έργων της μουσικής πρωτοπορίας τα πρωινά του Σαββατοκύριακου, ούτε η μετάδοση εκπομπών όπερας το μεσονύκτιο, οχληρή, κατά τεκμήριον, για τους γείτονες του ακροατή. Αλλά και η παγιοποίηση των ωρών μεταδόσεως των προγραμμάτων ευνοεί την αυτόματη επιστροφή του ακροατή στις εκπομπές της επιλογής του. Η συνεχής μεταβολή των ωρών εκπομπής σε συνδυασμό με τη μη ακριβή τήρηση της έναρξής τους αποθαρρύνει την ακρόαση και πλήττει μοιραία τις ραδιοφωνικές συνήθειες.

 

Συνεργάτες και κοινό

Αφήσαμε για το τέλος την ακροθιγή αναφορά του σημαντικότερου, δηλαδή της εμπλοκής του κοινού σε διαρκή διάλογο με το νέο Τρίτο, μέσω οργάνωσης της διαδικτυακής επικοινωνίας, για σχολιασμό των προγραμμάτων, παρατηρήσεις, ερωτήματα και αξιολόγηση των συνεργατών του. Η εμπειρία ευρωπαϊκών σταθμών που επενδύουν στην επικοινωνία αυτή, όπως το Radiotre της ιταλικής RAI, αποδεικνύεται καταλυτική για το επίπεδο των προσώπων που την έχουν πλαισιώσει, όχι αναγκαίως ως κάτοχοι συγκεκριμένου ακαδημαϊκού τίτλου, αλλά με εύρος γνώσεων και επικοινωνιακό χάρισμα. Οι ίδιοι ακροατές, και στην Ελλάδα, θα συμβούλευαν τους ιθύνοντες να μην εξορκίζουν τα τερατώδη ανομήματα του παρελθόντος με τον όψιμο ενθουσιασμό τους για τον προκρούστειο ΑΣΕΠ, αλλά να ευνοήσουν την αξιολόγηση της μορφής που περιγράψαμε. Η αποκλειστική προσήλωση στο πρώτο, εύλογη για κατηγορίες διοικητικού και τεχνικού προσωπικού, θα αποστερήσει με βεβαιότητα τον νέο σταθμό από ραδιοφωνικούς παραγωγούς με μεγάλη ή και εμβληματική επίδοση και προσφορά, μόνο και μόνο γιατί αναμείχθηκαν με το μέσο από άλλη εγκύκλια ακαδημαϊκή αφετηρία! Ανήκουστο...

 

* Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος και εργάζεται, ως ειδικός επιστήμονας, στον «Συνήγορο του Πολίτη». Υπήρξε εξωτερικός συνεργάτης του Τρίτου Προγράμματος, με μικρά διαλείμματα, από τον Μάρτιο του 1994 έως και τον Ιούνιο του 2010. Είναι κριτικός μουσικής και, από το 2005, εκλέγεται πρόεδρος της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

Δείτε όλα τα σχόλια