Όπως η τέχνη... και η διδακτική των τεχνών, ως πολιτική δυνατότητα

  • 28.07.2013

ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ*

Το ενδιαφέρον μου εστιάζεται στο αισθητικό και καλλιτεχνικό καθεστώς της εκπαίδευσης, στους όρους που το καθορίζουν και στους τρόπους μετασχηματισμού του, κατ' αναλογία με το αισθητικό καθεστώς των τεχνών και την οντολογία του· πράγμα που σημαίνει μια προσπάθεια διασύνδεσης των καλλιτεχνικών πρακτικών με τους τρόπους του λόγου, τις μορφές ζωής της κοινότητας, τις ατομικές εμπειρίες, τις ιδέες και τις προθέσεις, το διεθνές περιβάλλον. Στο σημείο αυτό προβάλλει η έννοια της νεωτερικότητας (modernité), η οποία διαπερνά όλα τα συνονθυλεύματα, απ' τον Hölderlin στο Cezanne, απ' τον Mallarmé στον Malevich, απ' τον Schiller στον Duchamp, το Bauhaus, τον Beuys και τους Καταστασιακούς. Πρόκειται για τη μεγάλη δίνη, η οποία προκύπτει απ' τη βίαιη ανάμιξη της Καρτεσιανής επιστήμης με την κοινωνική επανάσταση και τα σοσιαλιστικά προτάγματα του ρομαντικού ανορθολογισμού, το καντιανό "υψηλό" (sublime), την Pop art, την εκμηχάνιση της παραγωγής και την υψηλή τεχνολογία. Πού θα αναζητηθεί άραγε «η ελληνική εκδοχή της»;

Η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (έτος ιδρύσεως 1837) είναι ένας θεσμός (ρ. τίθημι) που λειτουργεί ως κάτι περισσότερο από μια Ακαδημία τύπου Beaux-arts. Είναι ένας θεσμός του «κράτους του ωραίου» που έχει στόχο την ενδυνάμωση μιας νεοελληνικής ιδεολογίας, αποτελώντας κεφάλαιο μιας εθνικής αφήγησης. Σήμερα, ως δομή και λειτουργία, είναι προϊόν ενός «μεταπολιτευτικού σοκ». Προέκυψε από την σύγκρουση δύο βασικών αναγκών και συμπίπτει: α) με το τέλος του ιδεολογικού, ενδυναμωτικού της ρόλου ως θεσμού του κράτους και β) με την ανάληψη του νέου ρόλου της, αυτόν των «αισθητικών διαπραγματεύσεων» στα πλαίσια της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας. Η αλλαγή αυτή στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 εμφανίστηκε με μια δριμεία κριτική αντιπαράθεση στην αισθητική ορθοδοξία των παλαιών δασκάλων, η ηγεμονία της οποίας εξασφαλιζόταν με τη διαμόρφωση μιας σειράς δίπολων (που μέχρι σήμερα έχουν μια τυραννική απήχηση), όπως σχέδιο-χρώμα, χώρος-χρόνος, ύλη-μορφή, μορφή-περιεχόμενο, απαρχαιωμένο σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων κλπ.

Στην ΑΣΚΤ συγκρούονται δύο ακραίες λογικές· ένας αισθητικός αντικειμενισμός με πάγια κριτήρια και διαδικασίες, και μια υποκειμενικής φύσεως διαλογική αισθητική. Έτσι γεννιέται ένας ψυχολογικός φόβος της ανυπαρξίας κριτηρίων, της αυθαιρεσίας, της απόλυτης επιτρεπτότητας, απ' τη μια μεριά, και των πολλών εναλλακτικών μαθησιακών μοντέλων απ' την άλλη. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80, και κυρίως μετά, με την επενέργεια των κινηματικών ιδεών των προηγούμενων δεκαετιών του ‘60 και του ‘70 (σε Ευρώπη και Αμερική), οι οποίες εκφράστηκαν στην ΑΣΚΤ από κοσμοπολίτες δασκάλους (Κεσσανλή, Δεκουλάκο, Κοκκινίδη, Ψυχοπαίδη, Λάππα και τους νεώτερους Σπηλιόπουλο, Χαρβαλιά, Ναυρίδη, Τρανό, Χαραλάμπους, Ξαγοράρη κ.ά.), και υπό το καθεστώς ενός γενικότερου εκδημοκρατισμού της νεοελληνικής κοινωνίας, συντελέστηκε η στροφή προς τις κατηγορίες της εννοιολογικής τέχνης, τις τέχνες του περιβάλλοντος, την περφόρμανς. Οι κατηγορίες αυτές δεν εμφανίστηκαν ως η «νέα τέχνη», αλλά ως γενικές εκφραστικές περιοχές-πεδία που ενσωμάτωσαν ετερογενή μέσα, υλικά, πρακτικές. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια υποχώρηση του "οπτικού" στη ζωγραφική, μια τόνωση την υλικότητας και ο εμπλουτισμός των λειτουργιών της γλυπτικής στο δημόσιο χώρο (είναι η εποχή των μεγάλων εκθέσεων: Ευρωπάλια, Απαρντχάιντ, υπερ-προϊόν, εκθέσεις ιδρύματος ΔΕΣΤΕ, κλπ.). Στο «νέο ρόλο» της η σχολή, παρότι η μορφή-φόρμα ενέχει αισθητική ηδονή, αναζητά το «μη αναπαριστώμενο», το «πάρεργο», «το έξεργο». Ταυτοχρόνως παρατηρείται η ανάγκη μιας επιστημολογίας ως διασύνδεση-τροφοδοσία των εικαστικών τεχνών με άλλες περιοχές, τη θεωρία, τις κοινωνικές επιστήμες, την ψυχανάλυση, τον κινηματογράφο, την ανθρωπολογία, την πολεοδομία, τη λογοτεχνία, την τεχνολογία κλπ. Οι νέες ανάγκες οδήγησαν στη δημιουργία ενός μεταπτυχιακού κύκλου σπουδών (2000) και στην ίδρυση θεωρητικού τμήματος (2006). Όλες αυτές οι κινήσεις συντελέστηκαν στη βάση της αλλαγής του «οντολογικού καθεστώτος της τέχνης», μιας αλλαγής παραδείγματος εν μέσω των κοινωνικών, τεχνολογικών, παραγωγικών εξελίξεων, κυρίως στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα. Οι αισθητικές πρακτικές, τα καλλιτεχνικά έργα, οι διδακτικές μέθοδοι, ως σχηματισμοί ανθρώπινων εμπειριών δημιούργησαν νέους τρόπους αισθητήριας αντίληψης και οδήγησαν σε νέες μορφές υποκειμενικότητας, σε αναζητήσεις νέων ταυτοτήτων.

Η διαπίστωση της «αδυνατότητας, το ατελέσφορο δηλαδή μιας ελληνικής modernité, δεν σημαίνει αποδοχή του ηττοπαθούς λόγου περί επιστροφής στη στοιχειακή πραγματικότητα παραγωγικών πρακτικών τέχνης, ζωής και ηθικιστικών αποτιμήσεων, αλλά στοχεύει στον αναστοχασμό και στη διερεύνηση διεξόδων. Είναι λόγος περί συσχέτισης εθνικών, ιδεολογικών κατασκευών, περί συσχέτισης καλλιτεχνικών καινοτομιών-διευθετήσεων με εκείνες της κοινωνικής χειραφέτησης. Είναι προσπάθεια εν τέλει για κατανόηση μιας διαμάχης που προκύπτει απ' τους τρόπους του «ποιείν» και τους όρους της «ορατότητάς» τους.

Κάθε «διδάσκειν-διδάσκεσθαι», κάθε εμπλοκή καθ' οιονδήποτε τρόπο στην εκπαιδευτική διαδικασία (τα διοικητικά, τις επιτροπές αξιολόγησης, τις εξεταστικές επιτροπές κλπ.), παρότι εξ όψεως έχουν εκπαιδευτικές αφετηρίες, συνδέονται με πολιτικές συμπεριφορές με την τρέχουσα έννοια. Σήμερα, αρκετά χρόνια απ' τον θάνατο του Ν. Κεσσανλή (1930-2004), σεβαστού δάσκαλου και ακριβού φίλου, διαπιστώνεται η πολιτική του δράση ως βαθμός οργάνωσης και παραγωγής της «δημόσιας σφαίρας», έχοντας μόνο έναν πολιτικό μύθο χειραφέτησης, δημιουργικό ταλέντο, όραμα και αρκετούς συνοδοιπόρους. Αξίζει να αναφερθώ επίσης στο μέγα αρχιτεκτονικό του όραμα της μεταφοράς της ΑΣΚΤ από το νεοκλασικό περιβάλλον του Πολυτεχνείου στην Πειραιώς 256 στην "Ελληνοβρετανική", κίνηση που δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του δεν έχει αποτιμηθεί δεόντως. Είναι το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό πρότζεκτ της μεταπολίτευσης πανελλαδικά.

Η απουσία σταθερού εδάφους στην κοινωνία σημαίνει ότι όποια και αν είναι η κοινωνική διάρθρωση αυτή θα αποτελεί προϊόν πολιτικής θέσμισης. Μεταξύ της παγκοσμιοποίησης και της ιδιαιτερότητας υπάρχει η δημοκρατική διευθέτηση, μια μεσολάβηση, για να μην καταλήξει η διελκυστίνδα προς τη μια ή προς την άλλη πλευρά, δεδομένου ότι και η διακήρυξη διαφορετικών ταυτοτήτων, εθνικών, τοπικών, αισθητικών, οδηγεί σε ξενοφοβία, εσωστρέφεια, αυτισμό και λειτουργεί ως υπερ-αναπλήρωση.

Το να μιλά κανείς για κρίση είναι περιττό. Η έννοιες της κρίσης και της κριτικής συνδέονται στενά, τόσο μάλιστα ώστε η «αληθινή κριτική» να ταυτίζεται με τη μορφή της κρίσης. Ο κριτικός λόγος αποτελεί εξύψωση ζωής και απ' την σύστασή του εναντιώνεται σε κάθε μορφή τυραννίας.

Η τέχνη συνιστά την κυριότερη μορφή αντίστασης- υπεράσπισης των φυσικών ατομικών δικαιωμάτων και αμφισβητεί τη θεωρία ως αντικειμενική μετα-γνώση. Είναι λάθος να εκλαμβάνουμε τα θεωρητικά a priori εργαλειακά, ως καθορισμούς που ισχύουν παντού και πάντα. Η άρνηση αναφορικότητας, η αποπομπή του υποκειμένου, προσώπου, ονόματος, η αποσύνδεση της αξιολόγησης χώρου-χρόνου συνιστά απόδραση από την ιδέα του πολιτικού. Το «χωρίς ιδιότητες» αφηρημένο, χλωμό υποκείμενο δεν παράγει ούτε τέχνη ούτε πολιτική.

Η ριζοσπαστική πολιτική, οφείλει να διεξάγει τον πολιτικό αγώνα στο προνομιούχο πεδίο του πολιτισμού και της εκπαίδευσης, να επιχειρήσει μια ριζική κριτική της λειτουργίας των θεσμών (ΑΣΚΤ, ΕΜΣΤ, Εθνική Πινακοθήκη- Μουσεία Θεσσαλονίκης), οι οποίοι λειτουργούν στον απόηχο «άλλων εποχών».

Η στόχευση στην αναμόρφωση του συστήματος της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και της δημοκρατικής διαχείρισης του συμβολικού κεφαλαίου, αυτό του πολιτισμού -ως πολιτική δυνατότητα- είναι τα πρώτα βήματα μιας διεξόδου.

 

Πάνος Χαραλάμπους είναι εικαστικός καθηγητής ΑΣΚΤ

Με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.