Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το σονέτο στη νεοελληνική ποίηση

Η διερεύνηση του ποιητικού πεδίου έχει δείξει ότι η ύπαρξη του ελληνόγλωσσου σονέτου ανιχνεύεται ήδη κατά τον 16ο αιώνα. Οι ρίζες του σονέτου ως είδους βρίσκονται στα εύφορα εδάφη της ιταλικής και της αγγλικής ποίησης, αλλά η αξιοποίηση του σονέτου στη γαλλική ποίηση...

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΚΟΡΗ*

ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, Το ελληνικό σονέτο (1895-1936) : Μια μελέτη ποιητικής, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, σελ. 384

Η διερεύνηση του ποιητικού πεδίου έχει δείξει ότι η ύπαρξη του ελληνόγλωσσου σονέτου ανιχνεύεται ήδη κατά τον 16ο αιώνα. Οι ρίζες του σονέτου ως είδους βρίσκονται στα εύφορα εδάφη της ιταλικής και της αγγλικής ποίησης, αλλά η αξιοποίηση του σονέτου στη γαλλική ποίηση περί τα μέσα του 19ου αιώνα, η οποία ενεγράφη γόνιμα και γενικότερα στον ευρωπαϊκό πολιτισμικό χώρο, επηρέασε δημιουργικά και την ελληνική σονετογραφία. Η μελέτη της Μαρίας Αθανασοπούλου, η οποία εγκρίθηκε ως διδακτορική διατριβή το 1999 από το Πανεπιστήμιο του Cambridge και στην παρούσα έκδοση παρουσιάζεται σε ελαφρώς επεξεργασμένη μορφή, αναλύει τις ιστορικές, θεματικές και τεχνοτροπικές πτυχές του ελληνικού σονέτου στο εξελικτικό άνυσμα τεσσάρων δεκαετιών, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως την ύστερη μεσοπολεμική περίοδο.

Στην «Εισαγωγή» (σ. 13-62) η μελέτη αυτοπροσδιορίζεται ως «άσκηση λογοτεχνικής ιστοριογραφίας», που στοχεύει σε επαναταξινομήσεις και επαναξιολογήσεις της νεοελληνικής ποίησης. Η σύνθετη μέθοδος της Αθανασοπούλου περιλαμβάνει ως βασικές (όχι όμως ως αποκλειστικές) συνιστώσες την ψυχολογικής στόφας πρόταση του Harold Bloom, στο πλαίσιο της οποίας κάθε λογοτεχνική γενιά εκλαμβάνεται συμβολικά ως δυνάμει πατροκτόνος, καθώς και τη διακειμενική συσχέτιση και αλληλεπίδραση. Επίσης, σκιαγραφείται η παρουσία του σονέτου στην ελληνική ποίηση πριν από την εξεταζόμενη χρονική περίοδο. Εδώ, ας σημειωθεί ότι η βιβλιογραφία ως προς την έναρξη της ελληνόγλωσσης σονετογραφίας έχει εμπλουτιστεί (βλ. ενδεικτικά, M. Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Οδυσσέας, 2003, σ. 33, Γ. Κεχαγιόγλου, μικρο-φιλολογικά, τχ. 16, 2004, σ. 9-10, κ.ά.). Ανάμεσα στη βιβλιογραφική επέκταση (και στις ενδεχόμενες αναθεωρήσεις, που από αυτήν θα απέρρεαν) και στην αποκρυστάλλωση μιας φάσης «της έρευνας γύρω από την ελληνική σονετογραφία στο γύρισμα της δεκαετίας του 2000», προτιμήθηκε η δεύτερη (σ. 11). Επιπρόσθετα, στην «Εισαγωγή» του βιβλίου εγκαινιάζεται ο διάλογος της συγγραφέως με την ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία για το σονέτο, ο οποίος διεξάγεται (και σωστά) σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου, ώστε να επαναπροσδιοριστούν ή και να αναιρεθούν παλαιότερες περί του θέματος απόψεις.

Στο Πρώτο Κεφάλαιο της μελέτης (σ. 63-133) προσεγγίζονται τα σονέτα του Κωστή Παλαμά και κυρίως εκείνα που συγκρότησαν τους ποιητικούς κύκλους «Πατρίδες» και «Δεκατετράστιχα». Η ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία της Αθανασοπούλου τείνει να καταδείξει τα ποιήματα, ιδίως των «Πατρίδων», ως ηθελημένη ποιητική αλληγορία που σχετίζεται με τη δημιουργία του ιδεώδους κράτους για το γένος των Ελλήνων, γεγονός φυσικό, εάν θυμηθούμε ότι ο Κωστής Παλαμάς (βλ. Βεν. Αποστολίδου, Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Θεμέλιο, 1992) υπήρξε από τους βασικούς συντελεστές της παγίωσης των μορφωμάτων της εθνικής ψυχής και της συνέχειας της ελληνικής φυλής μέσα στον ιστορικό χρόνο.

Στο Δεύτερο Κεφάλαιο (σ. 135-188), η εξέταση της Αθανασοπούλου αποκολλά τα σονέτα του Άγγελου Σικελιανού από το ισχυρό ιδεολόγημα της Μεγάλης Ιδέας, εκλαμβάνοντάς τα ως δείγματα ενός στενότερου τοπικισμού και ως απόρροιες ενός κοινοτικού - ομοσπονδιακού ιδεώδους. Η μελέτη της πνευματικής πορείας και του ευρύτερου ποιητικού έργου του Σικελιανού υποδεικνύει, κατά τη γνώμη μας, ως απότοκη του καλλιτεχνικού - βιοθεωρητικού του προτάγματος περί αρμονικής συνύπαρξης και αντιθετικών στην αφετηρία τους οριζουσών, την ανίχνευση τόσο μεγαλοϊδεατικών όσο και κοινοτικών παραμέτρων στο σικελιάνειο σονετογραφικό και ποιητικό corpus.

Εμφανείς επιδράσεις από τη φεμινιστική - ψυχαναλυτική οπτική (Julia Kristeva) και από τη γιγάντωση των Gender Studies, ιδίως στην άλω των αγγλόφωνων πολιτισμικών σπουδών, οδήγησαν την Αθανασοπούλου στο να μελετήσει σε ξεχωριστά κεφάλαια τη σονετογραφία των αρρένων ποιητών της γενιάς του 1920 (Τρίτο Κεφάλαιο : σ. 189-266) και την αντίστοιχη παραγωγή των ποιητριών της συγκεκριμένης γενιάς (Τέταρτο Κεφάλαιο: σ. 267-332). Η αλλαγή θεματικής ορθά θεωρείται και ως ένα είδος αντίδρασης στην παλαιότερη εθνική και μεγαλοϊδεατική ρητορική. Το τοπίο του άστεως αρχίζει να εμφιλοχωρεί στο σονετογραφικό πεδίο, εκτοπίζοντας βαθμιαία την ηθογραφίζουσα λάμψη της υπαίθρου ως βασικής πολιτισμικής πηγής, ενώ αρχίζει να θεμελιώνεται μία πρώιμη νεωτερικότητα (με κυριότερο εισηγητή τον Κ. Γ. Καρυωτάκη), εστιασμένη στην εκ των ένδον διασάλευση του αυστηρού έμμετρου ρυθμού και στη σαρκαστική αντιμετώπιση παραδεδομένων αξιών. Στη συγγραφική παραγωγή του μεσοπολεμικού νεοσυμβολισμού περιλαμβάνεται και το έργο της Μαρίας Πολυδούρη, της Ελένης Λάμαρη, της Μυρτιώτισσας, της Μελισσάνθης και αρκετών ακόμη ποιητριών. Η Αθανασοπούλου συμπεραίνει ότι «η γυναικεία σονετογραφία απόλαυσε μια πλούσια και πλουραλιστική άνθηση στην Ελλάδα, στο βαθμό που λειτούργησε ως φορέας πρωτοφεμινιστικής κριτικής» (σ. 332). Είναι γεγονός, πάντως, ότι οι ποιήτριες του Μεσοπολέμου δεν κέρδισαν μέχρι τώρα το στοίχημα με το χρόνο: δεν διαβάστηκαν ιδιαίτερα μετά τον Μεσοπόλεμο, δεν ερέθισαν υψηλόβαθμα το φιλολογικό και κριτικό ενδιαφέρον, ούτε, βέβαια, κατάφεραν με τη συγγραφική παρουσία τους να επηρεάσουν δραστικά ομότεχνες και ομοτέχνους. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν, φυσικά, ότι η σημερινή φιλολογική έρευνα πρέπει να αγνοήσει ή να παρασιωπήσει το έργο τους. Ανιχνεύονται «οι απόπειρές τους [...] να "διεισδύσουν" στην ανδροκρατούμενη λογοτεχνική σφαίρα διά του σονέτου» (σ. 267), αλλά πρόκειται για απόπειρες που δεν δικαίωσαν τις αφετηριακές προσδοκίες των ποιητριών, εάν υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένες προσδοκίες είχαν προθετικά οικοδομηθεί.

Η συμπυκνωμένη παράθεση των ενδιαφερόντων «Συμπερασμάτων» της μελέτης (σ. 333-361) διανθίζεται με την προσέγγιση καβαφικών ποιημάτων, των οποίων τα στιχουργικά και στροφικά χαρακτηριστικά στοιχειοθετούν εγγύτητα προς τη φόρμα του σονέτου και σκιαγραφούν μορφολογικές και διακειμενικές σχέσεις της καβαφικής ποίησης με τη σονετογραφία. Ενδιαφέρουσα, χρήσιμη, ευκρινώς δομημένη και επιστημονικώς λειτουργική η δουλειά της Αθανασοπούλου, χαρτογραφεί με μορφολογικές, ιστορικές, ιδεολογικές και διακειμενικές λεπτομέρειες μία εξέχουσα περιοχή του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Εμπλουτίζει ως συνεισφορά τη μελέτη της ποίησής μας και επειδή διαθέτει σε υψηλό βαθμό ανασκευαστική οπτική και πεποίθηση γνώμης, παρέχει και ερεθίσματα για δημιουργικό διάλογο.

Δημήτρης Κόκορης διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο ΑΠΘ

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Η ψήφος των αποδήμων

Από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις του Τ. Θεοδωρικάκου για «το δικαίωμα της ψήφου των Ελλήνων σε όλη τη Γη» και τους πύρινους λόγους του Μητσοτάκη στην Αστόρια («το 2023 θα ψηφίσετε από τον τόπο διαμονής σας») μέχρι τις συνεχείς αναδιπλώσεις,

Δειτε ολοκληρο το αρθρο