Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μιλώντας για τη μετανάστευση...

ΑΠΕ

Ο διαχωρισμός «προσφύγων» και «μεταναστών» αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς διαχείρισης της μετανάστευσης. Τα καθεστώτα του «πρόσφυγα» και του «μετανάστη», όμως, όπως άλλωστε και η ιδιότητα του πολίτη, αποτελούν κοινωνικές σχέσεις με το κράτος και άρα πολιτικά κατασκευασμένες...

Της Όλγας Λαφαζάνη*

 

Ο διαχωρισμός «προσφύγων» και «μεταναστών» αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς διαχείρισης της μετανάστευσης. Τα καθεστώτα του «πρόσφυγα» και του «μετανάστη», όμως, όπως άλλωστε και η ιδιότητα του πολίτη, αποτελούν κοινωνικές σχέσεις με το κράτος και άρα πολιτικά κατασκευασμένες ταυτότητες. Υπό αυτή την έννοια δεν αποτελούν αναλυτικές κατηγορίες που (απλώς) περιγράφουν την μετακίνηση των ανθρώπων αλλά κατηγορίες που παράγονται σε συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και χωρικά πλαίσια.

Άλλωστε πολλοί αντίστοιχοι όροι ή/και νομικά καθεστώτα χρησιμοποιούνται στους λόγους περί μετανάστευσης: κυκλική / εποχική / παράνομη / τράνζιτ / αναγκαστική μετανάστευση ή παράνομοι / λαθραίοι / εξωτερικοί / οικονομικοί / νόμιμοι μετανάστες, αλλά και αλλοδαποί ή αιτούντες άσυλο.

Οι μεταναστευτικές διαδρομές, όμως, δομούνται μέσα από ποικίλες αντιφάσεις, καταναγκασμούς και επιλογές που δεν χωρούν σε συγκεκριμένες κατηγορίες, γραμμικά σχήματα και ερμηνείες: Για παράδειγμα, ένας Αφγανός μπορεί να ξεκινήσει το ταξίδι του προς το Ιράν ως εποχιακός μετανάστης, στο Ιράν να βρεθεί ως «παράνομος» μετανάστης, να αποφασίσει να έρθει στην Ευρώπη και να περάσει την Τουρκία ως τράνζιτ μετανάστης, να διασχίσει τα σύνορα της Ελλάδας ως «παράνομος», να κάνει αίτηση ασύλου και να μείνει ως αιτών άσυλο για δύο χρόνια, να απορριφθεί η αίτησή του και να γίνει ξανά «παράνομος» ή να γίνει δεκτό το αίτημα ασύλου του και να γίνει «πολιτικός πρόσφυγας». Υπό αυτή την έννοια, τα νομικά καθεστώτα ή οι περιγραφικοί όροι δεν είναι κάτι σταθερό και αμετάβλητο. Για την ακρίβεια, περιγράφουν όχι τα ίδια τα υποκείμενα ή τους τρόπους και τις αιτίες της μετακίνησής τους αλλά τους τρόπους κατηγοριοποίησής τους από τις κυρίαρχες πολιτικές.

Αυτές οι πολλαπλές κατηγορίες και στάτους, λοιπόν, είναι νομικά κατασκευασμένες ταυτότητες που συγκροτούνται σε συγκεκριμένους χώρους και χρονικές στιγμές και δεν περιγράφουν τη μετανάστευση αλλά τις συναντήσεις των μεταναστών-ριών με τις υπερεθνικές / εθνικές νομοθεσίες που στοχεύουν στην ιεράρχηση, στην κατηγοριοποίηση και στον έλεγχο των μεταναστευτικών σωμάτων και της εργατικής δύναμης την οποία φέρουν.

[...]

Σε αυτό το πλαίσιο φτιάχνεται ένα ηθικό σχήμα που διαχωρίζει τους πρόσφυγες -που εξαναγκάστηκαν να φύγουν από τη χώρα τους λόγω πολέμων- από τους μετανάστες - που παρουσιάζονται ως άτομα που έκαναν μια ελεύθερη και αυτόνομη επιλογή να «κυνηγήσουν την τύχη τους». Στην πραγματικότητα, η ιδέα της εθελούσιας μετανάστευσης αποσιωπά τη δομική βία, την υφαρπαγή της γης, τις αποικιοκρατικές και μετα-αποικιοκρατικές οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ του Παγκόσμιου Βορρά και Νότου.

Ταυτόχρονα, όλο και συχνότερα στον δημόσιο λόγο, η μετακίνηση των ανθρώπων παρομοιάζεται με φυσικό φαινόμενο. Το «ποτάμι των προσφύγων», τα «κύματα των απελπισμένων», οι «προσφυγικές ροές» είναι εκφράσεις που συναντάμε συχνά την τελευταία περίοδο. Τις ακούμε όχι μόνο από τα χείλια των εκπροσώπων της Ε.Ε. αλλά τις συναντάμε και σε κείμενα αλληλέγγυων ομάδων. Τέτοιου τύπου παρομοιώσεις, όμως, είναι προβληματικές. Γιατί πάντα η «ροή» εμπεριέχει την ανάγκη διαχείρισής της, καθώς μπορεί να γίνει απειλητικός χείμαρρος, γιατί σαν έννοια υποδηλώνει τον έλεγχο που πρέπει να την «καναλιζάρει». Αλλά κυρίως είναι προβληματικό να παρομοιάζουμε κοινωνικά φαινόμενα με φυσικά φαινόμενα γιατί τα κάνουμε ουδέτερα, αναμενόμενα, κανονικά, γιατί τα «φυσικοποιούμε». Τα απεκδύουμε, δηλαδή, από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται και το οποίο με τη σειρά τους συγκροτούν, αποκρύπτοντας τις σχέσεις βίας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης που τα περιβάλλουν.

 

"Πόλεμος ενάντια στους διακινητές"

[...] Ένα άλλο επιχείρημα που διαπλέκεται σε λόγους επίσημων φορέων, κυβερνήσεων αλλά και ομάδων αλληλεγγύης αφορά την ανάγκη να καταπολεμηθεί η διακίνηση των ανθρώπων. Η εμπλοκή του ΝΑΤΟ στα θαλάσσια σύνορα της Ελλάδας παρουσιάζεται ως αναγκαία και απαραίτητη για να καταπολεμηθούν οι διακινητές και οι τράφικερς, οι οποίοι, επιπλέον, συχνά κατηγορούνται για τα ναυάγια και τους πνιγμούς στα θαλάσσια σύνορα. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ίσως το μεγάλο ναυάγιο που είχε γίνει στη Λαμπεντούζα το 2013 με πάνω από 360 νεκρούς, μετά το οποίο δικάστηκαν οι διακινητές για αδικήματα που επισύρουν ισόβιες ποινές φυλάκισης. Όπως, όμως, χαρακτηριστικά γράφει ο Φουκώ, όπου υπάρχει μια νόμιμη απαγόρευση ανθεί γύρω της ένας κύκλος παρανομίας. Οι διακινητές, υπό αυτή την άποψη, δουλεύουν όσο δεν υπάρχουν ασφαλείς δρόμοι μετανάστευσης και πλουτίζουν όσο περισσότερο η Ευρώπη χτίζει τείχη και διατάσσει στρατούς στα σύνορά της. Είναι τουλάχιστον υποκριτικό οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. να μιλούν για την ανάγκη καταπολέμησης των διακινητών όσο είναι οι ίδιες οι πολιτικές επιλογές τους που τους τρέφουν. Ταυτόχρονα, η αναφορά σε έναν πόλεμο εναντίον των διακινητών υποδηλώνει συνήθως -με πιο κομψό τρόπο- έναν πόλεμο εναντίον των μεταναστών. Στο υπάρχον πλαίσιο, δυστυχώς, για τους ίδιους τους μετανάστες οι διακινητές είναι μεγάλο πρόβλημα αλλά είναι και η μόνη λύση για να πραγματοποιήσουν το ταξίδι.

 

"Ανθρώπινα Δικαιώματα"

Η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι, σύμφωνα πάντα με τους ιθύνοντες της Ε.Ε., μια από τις ύψιστες αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού (από αυτές που έχουν οδηγήσει και σε αρκετούς «ανθρωπιστικούς» βομβαρδισμούς). Αλλά και πολλές οργανώσεις αλληλεγγύης επικαλούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα των προσφύγων ή/και των μεταναστών που παραβιάζονται. Παρ' όλα αυτά, συχνά η αφηρημένη προάσπιση τέτοιου τύπου ατομικών δικαιωμάτων απο-πολιτικοποιεί τον λόγο της αλληλεγγύης.

Τα δικαιώματα, όμως, δεν αποτελούν κάτι δεδομένο και παγιωμένο -άλλωστε μια τέτοια προσέγγιση προϋποθέτει πάντα μια εξουσία η οποία τα απονέμει. Ο αγώνας για δικαιώματα είναι αγώνας χειραφέτησης, αγώνας που επιχειρεί να διευρύνει τους χώρους ελευθερίας και δράσης των «από κάτω». Με άλλα λόγια, θα έπρεπε να δίνουμε έμφαση στη σύγκρουση γύρω από τα δικαιώματα, στη διεύρυνσή τους ως διαδικασία και ως αγώνα και όχι στην απλή καταδίκη της παραβίασής τους.

Ταυτόχρονα, ένας αφηρημένος λόγος σε σχέση με τον ανθρωπισμό συχνά καταλήγει σε προσεγγίσεις που δίνουν έμφαση στη «βοήθεια προς τους πρόσφυγες» μέσα από μια οπτική οίκτου ή/και φιλανθρωπίας. Τέτοιες προσεγγίσεις, όμως, έχουν έναν κοινό πυρήνα με την ποινικοποίηση των μεταναστών. Και αυτό γιατί προϋποθέτουν πάντα μια ιεραρχική σχέση ανάμεσα σε «εμάς» και τους «άλλους»: είτε επιλέγουμε να τους δούμε ως αβοήθητα θύματα και να τους βοηθήσουμε, είτε ως θύτες που κατηγορούνται για την ανεργία, την εγκληματικότητα, την κοινωνική ανασφάλεια και να τους εκτοπίσουμε. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, είμαστε από «πάνω» και επιλέγουμε τη μορφή της σχέσης με τους «από κάτω».

Ο αγώνας για τη διεύρυνση των δικαιωμάτων, για την άρση των διακρίσεων και κατά του ρατσισμού, όμως, είναι για μας μια πολιτική και στρατηγική επιλογή. Και αυτό γιατί ο ρατσισμός δεν είναι μόνο ένα στερεότυπο και δεν κινείται μόνο στη σφαίρα της ιδεολογίας. Ο ρατσισμός, όπως και ο εθνικισμός, εμπλέκονται στον κοινωνικό ανταγωνισμό καθώς διαμορφώνουν στάσεις, αντιλήψεις και πρακτικές που εξασφαλίζουν και εμπεδώνουν την αναπαραγωγή των ταξικών διαχωρισμών. Το μεταναστευτικό ζήτημα, υπό αυτή την οπτική, δεν είναι ζήτημα γενικού ανθρωπισμού ή, αφηρημένα, ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεν είναι, με άλλα λόγια, μια δευτερεύουσα κοινωνική αντίθεση όπως κατατάσσεται από ένα τμήμα της Αριστεράς. Γιατί ο ρατσισμός είναι μια τεχνολογία κοινωνικών διακρίσεων, ιεραρχήσεων και σχέσεων εξουσίας που κατακερματίζει και διασπά τους πλέον φτωχούς και καταπιεζόμενους ισχυροποιώντας -υλικά και ιδεολογικά- την κυριαρχία του κεφαλαίου και του κράτους.

Υπό αυτή την οπτική, η αλληλεγγύη δεν είναι φιλανθρωπία ή οίκτος, δεν ανταμείβεται με βραβεία Νόμπελ αλλά είναι ένας τρόπος ανάδειξης και υλοποίησης μιας κοινότητας αγώνα των «από κάτω». Οι μετανάστες/ριες δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως αβοήθητα θύματα αλλά ως ενεργά υποκείμενα που αγωνίζονται -μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες- για μια καλύτερη ζωή. Οι αυτοοργανωμένες συλλογικότητες και δομές αλληλεγγύης δεν διεκδικούν απλώς ανθρώπινα δικαιώματα αλλά τα πραγματώνουν, διευρύνοντας τους χώρους ελευθερίας για όλους και όλες μας. Εκκινώντας στο εδώ και στο τώρα συνομιλούν με άλλους τόπους και χρόνους, όντας τμήμα πολλαπλών αγώνων ενάντια στην εξουσία, την καταπίεση, τη βία και την εκμετάλλευση.

 

* Η Όλγα Λαφαζάνη είναι μέλος του Δικτύου Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών, δρ Κοινωνικής Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. (Το παρόν είναι απόσπασμα ευρύτερου κειμένου που δημοσιεύθηκε στο http://k-lab.zone, 20/2/2016).

 

Δείτε όλα τα σχόλια