Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Jan Van De Engel: "Μπορώ με αυτό που κάνω να αγγίξω κάποιον;"

Φωτογραφία: Αυγή Δράκου

Jan Van De Engel είναι το χιουμοριστικό προσωνύμιο που έδωσαν οι συμφοιτητές του κατά την διάρκεια των μουσικών σπουδών του στην Ολλανδία στον Γιάννη Αγγελόπουλο και έκτοτε το κράτησε για τις προσωπικές του δουλειές. Γιατί ο θαυμάσιος αυτός μουσικός, ένας από τους καλύτερους jazz ντράμερ...

Jan Van De Engel είναι το χιουμοριστικό προσωνύμιο που έδωσαν οι συμφοιτητές του κατά την διάρκεια των μουσικών σπουδών του στην Ολλανδία στον Γιάννη Αγγελόπουλο και έκτοτε το κράτησε για τις προσωπικές του  δουλειές. Γιατί ο θαυμάσιος αυτός μουσικός, ένας από τους καλύτερους jazz ντράμερ που διαθέτει η χώρα μας αν και καθόλου δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό το ιδίωμα, εκτός από τις εκλεκτές συνεργασίες του έχει και πολλές συνθετικές ανησυχίες. Τον ντεμπούτο του «Misspent» που κυκλοφόρησε το '10, έναν πολύ όμορφο δίσκο σύγχρονης jazz που περιλάμβανε και τραγούδια με αγγλικό στίχο, ακολούθησε το single «Λαδόκολλα» το οποίο έδειξε το ενδιαφέρον του για την μουσική μας παράδοση. Το ενδιαφέρον όμως αυτό φτάνει στο απόγειο του και ταυτόχρονα περνάει σε άλλη διάσταση με το νέο του project «Γιαν Βαν». Στον δίσκο αυτό (καταρχήν διατίθεται μόνο σε ψηφιακή μορφή και...κασέτα και λίγο αργότερα και σε βινύλιο αλλά όχι και σε CD) ο Γιάννης Αγελόπουλος γράφει τραγούδια πάνω σε στίχους του συγγραφέα Ευθύμη Φιλίππου αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την αγάπη του για την πιο δημώδη πλευρά της παράδοσης, τα «γύφτικα» πανηγύρια των χωριών, από την οποία άλλωστε έχει και πολλά παιδικά βιώματα. Πρόκειται για εγχείρημα όχι μόνον εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και ιδιαίτερα δύσκολο το οποίο όμως φέρει σε αίσιο πέρας, κατορθώνοντας να διατηρήσει μια σοφή ισορροπία ανάμεσα στο να απομυθοποιήσει μεν ένα πολύ αμφιλεγόμενο και ούτως ή άλλως «νόθο» ιδίωμα δίχως όμως ούτε στιγμή να το διακωμωδεί ή, χειρότερα, να το περιπαίζει.

 

Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα

 

Δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν περισσότερες διαφορές ανάμεσα στους δύο δίσκους σας, ξεκινώντας καταρχήν από την γλώσσα των στίχων. Τι σας έκανε από τα αγγλικά της πρώτης φοράς να στραφείτε τώρα στα ελληνικά; 

Οταν έκανα το «Misspent» είχα την αίσθηση πως οι στίχοι είναι κενά λόγια, απλά ένα επιπλέον ηχόχρωμα και μέρος της σύνθεσης. Εγραφα ο ίδιος τους στίχους τότε και με τον καιρό κατάλαβα ότι μπορούσα να γράφω ό,τι μου κατέβει στο κεφάλι χωρίς να αγγίζει κανέναν. Λένε πως στους ανθρώπους που μιλούν δύο γλώσσες οι βρισιές για παράδειγμα στην μητρική γλώσσα είναι πολύ πιο έντονες από όσο στην δεύτερη. Κάπως έτσι ένιωσα πως, αν θέλω να λένε κάτι τα τραγούδια μου, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς πάρα να είναι στην γλώσσα μου, την ελληνική.

 

Δεν είναι λίγο παράξενο να εμπιστευθείτε τους στίχους σε έναν σεναριογράφο και θεατρικό συγγραφέα; Γιατί να μην τους γράψετε ο ίδιος όπως την πρώτη φορά ή έστω κάποιος από τους ερμηνευτές; 

Για εμένα ο Ευθύμης Φιλίππου δεν είναι αυτό που περιγράφεις, είναι κάποιος που το μέσο του είναι η γλώσσα, ο λόγος σε όποια του μορφή. Πριν τον γνωρίσω διάβασα το πρώτο του βιβλίο «Κάποιος μιλάει μόνος του κρατώντας ένα ποτήρι γάλα», μου άρεσαν τόσο οι εικόνες του που προσπάθησα να σκαρώσω στίχους με αυτές αλλά δεν τα κατάφερα. Το σημαντικό σε κάθε συνεργασία όταν είναι γόνιμη είναι η διαδικασία και το αποτέλεσμα. Δεν θα μπορούσα να γράψω τη μουσική που έγραψα χωρίς τους στίχους του Φιλίππου, με βοήθησε να γράψω κάτι διαφορετικό, μου έδωσε την αφορμή να δοκιμάσω κάτι καινούριο μουσικά. Σε δυο - τρία τραγούδια του δίσκου έχω γράψει εγώ τους στίχους, άλλος κόσμος αυτά!

 

Υπάρχει κάποιο concept, έστω μια κοινή θεματική, στους στίχους ή γράφτηκαν χωριστά για κάθε τραγούδι και για διαφορετικούς λόγους;

Η θεματική ήταν ο κόσμος και η μουσική του πανηγυριού. Κάποια στιγμή, φθινόπωρο του 2014 μετά την παράσταση «Αίματα» στη Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών που ήταν η αφορμή για τη γνωριμία και τη συνεργασία μας, είπα στον Ευθύμη τι έκανα εκείνον τον καιρό. Δεν πίστευα ότι θα τον ενδιέφερε και ότι θα έβρισκε χρόνο για αυτό, ευτυχώς όμως όλα έγιναν πολύ γρήγορα και απλά, τα τραγούδια (τα μισά του δίσκου) που κάναμε μαζί τα έγραψα αφού είχα ήδη τους στίχους του.

 

Φυσικά όμως η μεγαλύτερη και σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στους δύο δίσκους είναι η μουσική καθενός. Από την σχεδόν αμιγώς ευρωπαϊκή – και αρκετά εγκεφαλική θα έλεγα – jazz σε αυτό το αμάλγαμα στο οποίο κυριαρχεί η ελληνική μουσική παράδοση...Αν αγαπάτε αλήθεια τόσο πολύ την παραδοσιακή μουσική μας πώς και δεν σας είχε βγει νωρίτερα;

Ναι, την αγαπώ πάρα πολύ και δεν είναι καν επιλογή μου. Θέλω να πω πως η δύναμη που έχουν κάποια παραδοσιακά ακούσματα πάνω μου με ξεπερνά, με υπερβαίνει. Στην περίπτωση του «Γιαν Βαν» πάντως αφορμή είναι το λαϊκοδημοτικό πανηγύρι, αυτή είναι η αφετηρία. Οι φύλακες της παράδοσης έχουν πολλές ενστάσεις για το συγκεκριμένο είδος και μπορεί να έχουν και δίκιο, δεν με αφορά. Νομίζω πως, αν και άργησα, ξεκίνησα και η διαδρομή με έβγαλε αλλού. Τελικά αυτό είναι και το κέρδος της υλοποίησης κάθε ιδέας...

 

Έχει μήπως να κάνει αυτή η νέα κατεύθυνση σας και με το ότι ανάμεσα στα άλλα, είστε και μέλος των Buzz Bastardz της Αγγελικής Τουμπανάκη, ενός σχήματος που ο ήχος του είναι σε ένα βαθμό συγγενικός με αυτόν του «Γιαν Βαν»;

Μπορεί...Σε αυτό το γκρουπ γνώρισα τον (εκτελεστή κρουστών) Κώστα Μερετάκη του οποίου η παρουσία ήταν καταλυτική, από όταν κάναμε το «Λαδόκολλα» και βέβαια σε αυτό το project. Κάθε φορά που βρισκόμαστε με τον Κώστα, ακόμα και για μπίρες να πάμε (προπαντός όταν πάμε για μπίρες!) μαθαίνω, είναι μια απίστευτη βιβλιοθήκη, γεμάτος από αγάπη για την μουσική.

 

Καλά φυσικά το κλαρίνο, ακόμα και το μπάσο αλλά γιατί έπρεπε να υπάρχει στην ενορχήστρωση και το «αρμόνιο» Farfisa; Κάποιοι μπορεί να το θεωρήσουν λαϊκισμό αυτό, με την έννοια ότι δεν παραπέμπει τόσο στον αυθεντικό ήχο των πανηγυριών όσο στον λεγόμενο «γύφτικο»...

Σε μια συνέντευξη του ο αγαπημένος ντράμερ και προσωπικός μου ήρωας Joey Baron έλεγε ότι μεγάλωσε στην δεκαετία του '60 ακούγοντας την μουσική που έπαιζε η τηλεόραση. Το γεγονός πως κανένας δεν του είπε «μην ακούς τα jingles των διαφημίσεων, είναι φτηνή μουσική, άκου την τάδε συμφωνία στο ραδιόφωνο» είναι αυτό που τον έκανε τόσο ανοιχτό και πολύπλευρο σαν μουσικό. Δεν είναι φτηνό το ηχόχρωμα της Farfisa, με συγκινεί. Με φτιάχνει η Αννουλα Τσαχάλου με τον Κοκκώνη στο «Λιούλιος», κασέτα, ηχογράφηση από πανηγύρι του ‘75. Το «γύφτικο» παίξιμο μπορεί να έχει τσαγανό, βάθος ή να είναι αδιάφορο, δεν ψάχνω το αυθεντικό με όρους ακαδημαϊκούς, το νιώθω στο δέρμα μου. Κάθε δέρμα έχει άλλη συχνότητα στο οποίο συντονίζει και πάλλεται, είναι θέμα κατασκευής και σίγουρα παιδείας. 

 

Υπάρχουν αλήθεια στοιχεία παρωδίας της παράδοσης στο όλο εγχείρημα του «Γιαν Βαν» ή αντίθετα είναι ένας αληθινός φόρος τιμής σε αυτήν; 

Πιστεύω γενικά πως το να κοροϊδεύεις είναι εύκολο και γι' αυτό φτηνό. Εννοώ κάθε νότα και κάθε στίχο που υπάρχει στον δίσκο. Πολλοί φίλοι έχουν γελάσει ακούγοντας κάποιο από τα τραγούδια, ίσως σε κάποιους να περνάει σαν αστείο, θετικό είναι αυτό, να κάνεις κάποιον να γελάσει. Ισως σε κάποιον να περάσει και ως παρωδία, σίγουρα πάντως δεν ήταν η πρόθεση μου. Επίσης δεν είχα καμία πρόθεση να κάνω ένα δίσκο «φόρο τιμής, όχι άλλους φόρους, ειδικά οι ελεύθεροι επαγγελματίες έχουμε γονατίσει!

 

Τελικά τι ακριβώς προσπαθήσατε να κάνετε με αυτό τον δίσκο, να βάλετε την παράδοση από την «πίσω πόρτα» στην jazz ή αντίθετα να...τζαζέψετε την παραδοσιακή μουσική; Και με την ευκαιρία, εξακολουθείτε να δηλώνετε πρώτιστα jazz μουσικός ή όχι απαραίτητα πια; 

Προσπάθησα να κάνω κάτι με υλικά ντόπια που τα αγαπώ και μου αρέσουν. Επίσης προσπάθησα να έχει μια ομοιογένεια και συνοχή ο δίσκος, δεν ξέρω αν το έχω καταφέρει. Δηλώνω «παίζω τύμπανα», όταν βρεθώ με μουσικούς που δεν χρειάζεται να ονοματίσουμε αυτό που κάνουμε είναι το καλύτερο μου. Από την άλλη λατρεύω την jazz και όταν μου δίνεται η ευκαιρία προσπαθώ να της είμαι όσο πιο πιστός, ειλικρινής και τίμιος μπορώ.

 

Ένα single σας είχε κυκλοφορήσει με τη μέθοδο του crowd funding, τον δίσκο αυτό τον χρηματοδοτήσατε υποθέτω εξολοκλήρου μόνος σας...Τι συμβαίνει, δεν έχουν απομείνει πια ούτε εκείνες οι ελάχιστες μικρές ανεξάρτητες εταιρείες όπως αυτή στην οποία είχατε κυκλοφορήσει τον πρώτο σας δίσκο για να δεχθούν και να υποστηρίξουν τέτοιου είδους «ανήσυχο» υλικό; Προσδοκάτε κάποιο κέρδος από αυτόν ή απλά να κάνει απόσβεση των εξόδων του;

Υπάρχουν εταιρείες (η 64 Millimeters δυστυχώς όχι πια) άλλα κάνα δυο που προσέγγισα δεν ήταν θετικές, ίσως να μην βρήκα τις σωστές. Εννοείται ότι η χρηματοδότηση ήταν δική μου...Προσδοκώ η μουσική να βρει όλα τα αυτιά εκείνα που είναι ανοιχτά και να δω τα κορμάκια τους να χορεύουν το «Εκπτώσεις». Πρέπει να σου πω πως σήμερα το να κάνεις απόσβεση είναι κέρδος και σου δίνει την δυνατότητα να κάνεις πιο συχνά δίσκους, ελπίζω να συμβεί αυτό και στην δική μου περίπτωση.

 

Το όλο κλίμα του δίσκου, στίχοι, μουσική, ενορχήστρωση και τρόπος και ύφος παραγωγής απηχεί καθόλου, αν δεν απεικονίζει, την αίσθηση και την διάθεση που έχει διαμορφωθεί  στην ελληνική κοινωνία σε αυτά τα χρόνια της κρίσης ή είναι εντελώς ανεξάρτητο από αυτήν;

Δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητο...Θα μείνω μόνο στα πρακτικά θέματα, ο δίσκος ηχογραφήθηκε στο υπόγειο του σπιτιού που ζω με συνοδοιπόρο και εργοδηγό τον ηχολήπτη Τάσο Μπακασιέτα. Θα μπορούσαμε να το κάνουμε σε κάποιο στούντιο ένιωθα όμως ότι θα ήταν πολύ απρόσωπο, εκτός εποχής, το να πάω σε κάποιον επαγγελματικό χώρο και να κάνω τη δουλειά. Είναι μια τάση της κοινωνίας μας, πρέπει να είναι «εκ των έσω». Πρέπει να και θα βρίσκουμε λύσεις και θα χορεύουμε και θα πίνουμε και κανένας δεν μπορεί να μας πάρει τη χαρά και την τύχη του να αντικρίζουμε κάθε πρωί μια καινούρια ημέρα. Δεν ήταν ανάγκη να ηχογραφήσω την φωνή του Αλέξη με  μικρόφωνο των οκτακοσίων ευρώ, μακάρι να μπορούσα αλλά δεν ήταν το ζητούμενο. Μπορώ με αυτό που κάνω να αγγίξω κάποιον; Αυτό με νοιάζει!

 

Θα υποστηρίξετε τον δίσκο με ζωντανές εμφανίσεις; Και ποια άλλα είναι, εκτός από αυτό, τα πιο άμεσα σχέδια ή έστω βήματα σας; 

Βέβαια, λατρεύω τις συναυλίες και είναι μια διαδικασία που εξελίσσει το υλικό. Η πρώτη μας θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 22 Νοέμβρη στο «6 D.O.G.S» όπου θα γιορτάσουμε και την κυκλοφορία της κασέτας. Αυτόν το καιρό κάνουμε πρόβες και σκαρώνουμε δύο βίντεο για τα «Μαύρη Τσάντα» και «Εκπτώσεις». Είμαι πολύ χαρούμενος με την σύνθεση της  μπάντας και ελπίζω να παίξουμε πολύ με αποτέλεσμα άφθονο ιδρώτα χαράς, αγάπης και δημιουργίας!

 

Το αποτέλεσμα δηλαδή ενός κόπου που ολοφάνερα επενδύθηκε κάτι παραπάνω και από σωστά...

 

Δείτε όλα τα σχόλια