Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι αξιωματικοί στην δυναμική αντίσταση

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΙΟΒΟΛΟΣ, Αντιπαραθέσεις και διαμάχες στην κατεχόμενη Μακεδονία 1941-1944. Μόνιμοι αξιωματικοί στον ΕΛΑΣ Μακεδονίας, Αρχειακά τεκμήρια, Πρόλογος: Νίκος Μαραντζίδης, εκδόσεις Επίκεντρο, σελ. 377 «Και τι εκάναμε στη σκλαβιά: Φτιάξαμε Πρωθυπουργό.- Υπουργούς...

ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ*

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΙΟΒΟΛΟΣ, Αντιπαραθέσεις και διαμάχες στην κατεχόμενη Μακεδονία 1941-1944. Μόνιμοι αξιωματικοί στον ΕΛΑΣ Μακεδονίας, Αρχειακά τεκμήρια, Πρόλογος: Νίκος Μαραντζίδης, εκδόσεις Επίκεντρο, σελ. 377

 

«Και τι εκάναμε στη σκλαβιά: Φτιάξαμε Πρωθυπουργό.- Υπουργούς, Προσωπάρχας, Διευθυντάς, Παραδιευθυντάς. - Σαν ποντικοί χωθήκαμε στους Επισιτισμούς - Δελτία άρτου - Τροφίμων - Επισιτισμού [...] - Εκατοντάδες τρέξαμε στα Πανεπιστήμια και Πολυτεχνεία για δίπλωμα . Για δίπλωμα που [θα] εξασκούσαμε στην χώρα των σκλάβων. [...] - Ενώ αξιωματικοί συλλαμβάνονται, εκτελούνται και πνίγονται από τους κατακτητάς, και στέλνονται εις ομηρίαν, άλλοι γίνονται Φρούραρχοι [...] Και φτάνουμε στα Καζίνα, τα Γερμανικής εμπνεύσεως αυτά διαφθορεία της πατριωτικής ιδέας, και κει αξιωματικοί επόπται και διευθυνταί».

 

Το παραπάνω παράθεμα αποδίδει συνοπτικά τις αντιφατικές -σε σχέση με την αποστολή τους- δραστηριότητες πολλών ελλήνων αξιωματικών, οι οποίοι δεν πολέμησαν και δεν αντιστάθηκαν κατά την διάρκεια της Κατοχής. Αποτελεί μικρό μέρος από την απολογία κατηγορούμενου αξιωματικού προς το Φρουραρχείο Θεσσαλονίκης, τον Οκτώβριο του 1945. Είναι η περίοδος που σπεύδει να κυριαρχήσει ο αντιεαμισμός και δομείται ταχύτατα η εθνικοφροσύνη. Οι κατηγορίες που τον βάραιναν ήταν: ότι ίδρυσε οργάνωση κατώτατων αξιωματικών εναντίον των κατακτητών στον τίτλο της οποίας υπήρχε το επίθετο «Επαναστατική»· ότι στην εν λόγω οργάνωση παρέσυρε εθνικόφρονες αξιωματικούς· ότι καλλιέργησε πνεύμα εξέγερσης μεταξύ των κατώτερων αξιωματικών· και, τέλος, ότι μετέχοντας στον ΕΛΑΣ έλαβε μέρος σε στρατοδικείο όπου δίκασε εθνικόφρονες αξιωματικούς και οπλίτες του ΕΛΑΣ.

Δεν πρόκειται δηλαδή για μια δίωξη προσωπική· ουσιαστικά, πρόκειται για μια δίωξη η οποία ποινικοποιούσε συνολικά την εαμική αντίσταση και αποτελεί δείγμα της διαδικασίας αποπομπής από το σώμα των Ελλήνων αξιωματικών κάθε στοιχείου που είχε πολεμήσει τους κατακτητές μέσα από τις τάξεις του ΕΛΑΣ.

Η περίοδος της Κατοχής στην Ελλάδα μελετάται πλέον όλο και αποτελεσματικότερα χάρις στην εκτεταμένη έρευνα, στα τεκμήρια που προκύπτουν από αυτήν και στις διασταυρώσεις που γίνονται, εν συνεχεία, μεταξύ των τεκμηρίων. Η στάση του σώματος των μονίμων αξιωματικών στην κατεχόμενη Ελλάδα έχει κατά κύριο λόγο μελετηθεί εντός του πλαισίου των εμφυλίων κατοχικών συγκρούσεων, και όχι σαν ένα ιστορικό πρόβλημα που αφορά έναν ιδιαίτερο οργανισμό με δική του οντότητα εντός της ελληνικής κοινωνίας. Ουσιαστική προσφορά στη μελέτη της ιστορίας του ζητήματος, αποτελεί το βιβλίο του Γιάννη Πριόβολου, που ασχολείται με τη δράση των μονίμων αξιωματικών κατά την περίοδο της Κατοχής, αυτή τη φορά στη βόρειο Ελλάδα,

Η αφήγηση προχωράει βασισμένη σε υλικό που προέρχεται από προσωπικούς φακέλους αξιωματικών οι οποίοι αποτάχθηκαν από τον μεταπολεμικό εθνικό στρατό λόγω της συμμετοχής τους στον ΕΛΑΣ. Αυτό καθαυτό το γεγονός της απόταξης, λόγω της συμμετοχής στην εαμική αντίσταση είναι ίσως γνωστό, καθώς αντίστοιχη τύχη είχε και η συντριπτική πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων που εντάχθηκαν ή ακόμα και αντιμετώπισαν θετικά το ΕΑΜ. Το βιβλίο όμως του Πριόβολου προχωράει πέρα από την ανάδειξη του γεγονότος, αφού ο συγγραφέας παρουσιάζει αυτούσια τμήματα από τις απολογίες των κατηγορουμένων αλλά και μέρη των καταθέσεων των μαρτύρων υπεράσπισης ή κατηγορίας. Μέσα από το ιστορικό της κάθε περίπτωσης αντιλαμβανόμαστε αφενός την ιδιαιτερότητα που είχαν η Κατοχή και Αντίσταση στην Μακεδονία και αφετέρου την ποινικοποίηση της συμμετοχής στο ΕΑΜ.

Ο συγγραφέας επιλέγει ως παρατηρητήριο για τη δουλειά του το σώμα των ελλήνων αξιωματικών, έναν πολύ συγκεκριμένο και ιδιαίτερο μηχανισμό με κύρος και απήχηση στην προπολεμική ελληνική κοινωνία, με ποικίλες εκφάνσεις στην περίοδο της Κατοχής και με καθοριστική και εργαλειακή δράση για το εμφυλιακό αλλά και μετεμφυλιακό καθεστώς και κατεστημένο. Εάν λοιπόν, με τρόπο αφηρημένο, θεωρείται καταλυτικός ο πολιτικός ρόλος του στρατού στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, το περιεχόμενο του βιβλίου τον καθιστά συγκεκριμένο: μέσω απολογιών, μαρτυριών και χρονικών ξεδιπλώνεται ο αποκλεισμός από τον στρατό εκείνων που αντιστάθηκαν με το ΕΑΜ και αναδεικνύεται ως προτιμότερη στάση για τους αξιωματικούς της Κατοχής η αδράνεια, ακόμη και η ένταξή τους σε οργανώσεις όπου ο αντικομουνισμός ήταν το προτέρημα και ο πατριωτικός αγώνας το μειονέκτημα. Αξίζει όμως να σταθούμε και σε κάτι ακόμη, το οποίο προκύπτει από τις απολογίες των κατηγορουμένων. Πρόκειται για την προσπάθεια πολλών από αυτούς να διασώσουν την τιμή της Αντίστασης και μαζί να προβάλλουν ως φυσιολογική την ηθική τους υποχρέωση που είχαν ως αξιωματικοί να πολεμήσουν τον κατακτητή.

Όσο και αν σήμερα ακούγεται από αυτονόητη έως και υποχρεωτική η αντίσταση εκ μέρους των αξιωματικών, ας προσπαθήσουμε να μεταφερθούμε σε εκείνη την εποχή, και ας αναλογιστούμε το σύνολο της κοινωνίας και τη στάση της κατά την διάρκεια της Κατοχής. Η στάση αυτή δεν ήταν ενιαία και η κάθε ενέργεια μέσω της οποίας ο αστικός κόσμος αμφισβητούσε τον κατακτητή ξεκίνησε από ίδιες πρωτοβουλίες και βρετανικές ενέργειες, παρά από ένα σχέδιο που εκπόνησε ο θρόνος ή το περιβάλλον του. Το πνεύμα δηλαδή αντίστασης που χαρακτήρισε τις κοινωνίες που ενεπλάκησαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στην ελληνική αστική περίπτωση αποτέλεσε μια ενέργεια πατριωτική και ενστικτώδη μέσα σε ένα βρετανικό πλαίσιο συνέχισης του πολέμου στο εσωτερικό των κατεχομένων χωρών.

Μέσα λοιπόν από τα τεκμήρια του βιβλίου προκύπτει ακριβώς αυτό το ένστικτο πατριωτισμού που διέκρινε πολλούς αξιωματικούς κατά την πορεία των ενεργειών τους προς τη δημιουργία μικρών οργανώσεων. Κύρια αιτία της δημιουργίας των μικρών οργανώσεων στάθηκε η απογοήτευσή τους από τις μεγάλες αλλά πολεμικά αδρανείς οργανώσεις που είχαν δημιουργηθεί από μερικούς ανώτατους αξιωματικούς. Στο πλαίσιο της αντιστασιακής δράσης, πολλές από τις μικρές οργανώσεις συγχωνεύθηκαν με τον ΕΛΑΣ. Από τη διαδικασία αυτή προκύπτει και μεγάλος αριθμός εμφύλιων συγκρούσεων της Κατοχής, συνυφασμένων με το κλίμα πολέμου αλλά και τον με τον ζωτικό χώρο της αντίστασης που κάθε οργάνωση διεκδικούσε.

Μετά από όλα αυτά ήρθε τελείωσε η Κατοχή, η απελευθέρωση, αλλά η σύγκρουση συνέχισε με τον Δεκέμβρη του '44. Από εκεί και μετά άρχισε η επίσημη αντιεαμική λαίλαπα και η αρχή του κράτους της εθνικοφροσύνης.

Έτσι, πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο, με τις χιλιάδες θύματα από τις δύο πλευρές, πριν από το Μακρονήσι και τον πολιτικό τρόμο, πριν από τις χιλιάδες εκτελέσεις και την πολιτική αναπηρία των επομένων δεκαετιών, διαβάζουμε στο βιβλίο του Πριόβολου την ευαίσθητη προσπάθεια ανθρώπων της Αντίστασης, να αιτιολογήσουν και να δικαιολογήσουν με φόβο και με αξιοπρέπεια την προσπάθειά τους να τηρήσουν τον όρκο που έδωσαν: ότι πρώτο αγαθό είναι η πατρίδα τους, και όχι η ζωή τους ή βολή τους.

Γνωρίζοντας τη συνέχεια και τον πολιτικό ρόλο του στρατού στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, θα ήταν αδύνατο να μη συνδέσουμε την αυτονόμηση της ομάδας των πραξικοπηματιών της 21ης Απριλίου 1967 με την ακύρωση του πνεύματος της Αντίστασης που επιβλήθηκε στις εκκαθαρίσεις του 1945-1946.

 

 

Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός (Μουσείο Μπενάκη / ΑΣΚΙ)

Δείτε όλα τα σχόλια