Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πόλεμος και επανάσταση: Μια κοινωνική ιστορία του Εμφυλίου

Διατρέχοντας την εξαιρετικά ογκώδη βιβλιογραφία για την ελληνική δεκαετία του '40, έχει κανείς συχνά την αίσθηση ότι αντιμετωπίζει έναν ιστοριογραφικό θύλακα, που δυσκολεύεται (ή, στις χειρότερες των περιπτώσεων, δεν επιθυμεί) να επικοινωνήσει με όσες ιστορικές εξελίξεις...

ΠΟΛΥΜΕΡΗΣ ΒΟΓΛΗΣ, Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου,

εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 424

 

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ

 

Διατρέχοντας την εξαιρετικά ογκώδη βιβλιογραφία για την ελληνική δεκαετία του '40, έχει κανείς συχνά την αίσθηση ότι αντιμετωπίζει έναν ιστοριογραφικό θύλακα, που δυσκολεύεται (ή, στις χειρότερες των περιπτώσεων, δεν επιθυμεί) να επικοινωνήσει με όσες ιστορικές εξελίξεις προηγούνται και όσες έπονται.

Η Αδύνατη επανάσταση του Πολυμέρη Βόγλη, καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, επιδιώκει, αντιθέτως, να αποτελέσει ένα έργο ανοιχτό: τόσο στις ιστορικές εξελίξεις που προηγήθηκαν -η αναφορά στον Άγγελο Ελεφάντη είναι ενδεικτική- όσο και σε εκείνες που έπονται, θέτοντας κάποιους από τους όρους για τη μελέτη τους.

Θεωρώντας αντιπαραγωγικά ερωτήματα που, υπόρρητα, διατρέχουν τη σχετική βιβλιογραφία, όπως το «ποιος έφταιξε» για τον Εμφύλιο, αλλά και αντιλήψεις που, εξετάζοντας τις εμφύλιες συγκρούσεις της Κατοχής, αντιμετωπίζουν ντετερμινιστικά τη σύγκρουση ως «αναπόφευκτη», εξετάζει τη δυναμική των εξελίξεων μετά τον Δεκέμβρη και τον τρόπο που, βαθμηδόν, η πόλωση μετατρέπεται σε στρατιωτική σύγκρουση. Μια σύγκρουση που δεν αποφασίζεται σε καμία ολομέλεια ή κυβερνητική σύσκεψη, δεν «γίνεται» αλλά «έρχεται», όπως σημειώνει ευφυώς η Theda Scocpol για τις επαναστάσεις, συνεπώς και τους εμφυλίους.

Ακριβώς στην έννοια της επανάστασης βασίζεται ο συγγραφέας προκειμένου να συγκροτήσει το ερμηνευτικό πλαίσιο εντός του οποίου τοποθετεί τον ελληνικό εμφύλιο, συνομιλώντας, εδώ, με τη διεθνή βιβλιογραφία, η οποία δίνει ιδιαίτερο βάρος όχι πλέον μόνο στο επαναστατικό υποκείμενο και τις αποφάσεις του, αλλά στο κράτος και στους παράγοντες που το θέτουν σε κρίση, «εκκολάπτοντας» την επανάσταση.

Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πρωταγωνιστές, το κράτος και το κοινωνικό υποκείμενο, εκτυλίσσεται η αφήγηση του Βόγλη για τον Εμφύλιο: πιάνοντας το νήμα από τις μελέτες του Γιώργου Μαργαρίτη σχετικά με την κατάρρευση του κράτους και της οικονομίας στα πρώτα κατοχικά χρόνια (Από την ήττα στην εξέγερση, Πολίτης 1993 και Προαγγελία θυελλωδών ανέμων, Βιβλιόραμα 2009) και του Γιώργου Σταθάκη για την ανασυγκρότηση μέσα από την ξένη βοήθεια (Το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ, Bιβλιόραμα 2004), αναδεικνύει τον κομβικό ρόλο που έπαιξε η ταχεία ανασυγκρότηση, εξαιτίας της σύγκρουσης, κρίσιμων κρατικών τομέων, και ιδιαίτερα του στρατού, στη δημιουργία συνθηκών που καθιστούσαν την επανάσταση αδύνατη.

Ο Βόγλης αναλύει πολύ συγκροτημένα τον τρόπο που, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού, της οικονομίας, της τροφοδοσίας των πόλεων έστρεψαν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, των πόλεων και της υπαίθρου, προς το ΕΑΜ, όπως έδειξε πολύ εκτενέστερα και στο βιβλίο του Η ελληνική κοινωνία στην Κατοχή (Αλεξάνδρεια 2010). Η κληρονομιά αυτή, σε συνδυασμό με την ένοπλη εμπειρία μέρους του πληθυσμού, εκβάλλει στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται με την απελευθέρωση. Μέσα από αυτό το ρεπερτόριο πρακτικών, οι αγροτικοί πληθυσμοί που είχαν ενταχθεί στον ΕΛΑΣ συγκροτούν την απάντησή τους στις νέες συνθήκες αποκλεισμού που διαμορφώνουν η διαχείριση της βοήθειας της UNRRA από τους κατά τόπους εκπροσώπους του κρατικού μηχανισμού και η δράση των παραστρατιωτικών ομάδων της μοναρχικής δεξιάς στην ύπαιθρο. Όπως παρατηρεί, για την πολιτική κουλτούρα της αριστεράς, η ένοπλη επανάσταση των αγροτών αποτελεί στοιχείο καινοφανές, ξένο προς τις μεσοπολεμικές πρακτικές της, συγκρίσιμο με επαναστατικές απόπειρες όπως η κινεζική ή, πιο σύγχρονα, η βιετναμέζικη.

Ασφαλώς, ο συγγραφέας δεν ισχυρίζεται ότι η εμφύλια σύγκρουση γεννιέται «αυθόρμητα», ότι οι πολιτικοί δρώντες «σύρονται», κατά κάποιον τρόπο, στον Εμφύλιο. Αντιθέτως, αναλύει τους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς παράγοντες που συγκροτούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπόρεσαν να διαμορφωθούν οι δυνατές απαντήσεις των πολιτικών δρώντων, της ηγεσίας του ΚΚΕ και του αστικού κράτους.

Μέσα από την αφήγησή του, ο Βόγλης επεξεργάζεται αναλυτικά μια ιδέα που είχε υποστηρίξει στο πρώτο του έργο, την Εμπειρία της φυλακής και της εξορίας (Αλεξάνδρεια 2004): ότι ο εμφύλιος πόλεμος υπήρξε μια διαδικασία οικοδόμησης έθνους-κράτους. Κεντρική θέση σε αυτήν την οικοδόμηση έχουν οι πολιτικές εδαφικότητας, όπως τις ορίζει ο συγγραφέας, δηλαδή ελέγχου του εδάφους μέσω της διαχείρισης των πληθυσμών από τους μηχανισμούς καταστολής, αλλά και τους μηχανισμούς πρόνοιας.

Ο πληθυσμιακός χάρτης της Ελλάδας, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, αναδιατάσσεται μέσα από την εκκένωση του ορεινού χώρου από τον Εθνικό Στρατό και τη μεταφορά των πληθυσμών στα περίχωρα των πόλεων, όπου παραμένουν για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, μέσα σε άθλιες συνθήκες. Οι μετακινήσεις αυτές αφορούν έναν τεράστιο αριθμό, καθώς, ανάμεσα στην άνοιξη του 1948 και του 1949, επηρεάζουν 700.000 ανθρώπους, δηλαδή περίπου το 10% του τότε πληθυσμού της χώρας. Εύλογα, η διαχείριση αυτών των πραγματικά προλεταριοποιημένων προσφυγικών πληθυσμών, και μάλιστα κατά τρόπο που να εμποδίζει τη στροφή τους προς την αριστερά, απαιτούσε την εκπόνηση μιας αποτελεσματικής προνοιακής πολιτικής.

Ανεξάρτητα του πόσο «προνοιακή» και πόσο «αποτελεσματική» υπήρξε η πολιτική αυτή, η διαδικασία ανάληψης μεγάλου μέρους του πληθυσμού από το κράτος μετασχημάτισε και το ίδιο και τον μηχανισμό του, όπως ακριβώς έκανε, σε ένα άλλο επίπεδο, ο εμφύλιος πόλεμος για τον στρατό: έκανε τον κρατικό μηχανισμό περισσότερο αποτελεσματικό από πριν, διαμορφώνοντας σχέσεις εξάρτησης προς ένα πατερναλιστικό και πελατειακό κράτος, ο αποκλεισμός από το οποίο σήμαινε, πρακτικά, την απώλεια των στοιχειωδέστερων μέσων επιβίωσης.

Το κεφάλαιο που αφορά τις μετακινήσεις πληθυσμών είναι μία εξαιρετικά σημαντική συμβολή του συγγραφέα στη γνώση μας για την δεκαετία του '40, καθώς είναι ελάχιστοι οι ερευνητές που έχουν κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση, κάτι που, σε μεγάλο βαθμό, οφείλεται και στη σχετική σιωπή των αρχειακών πηγών.

Ο συγγραφέας ολοκληρώνει τη μελέτη του εξετάζοντας την ίδια την κατασκευή του «επαναστατικού υποκειμένου», τους τρόπους, δηλαδή, με τους οποίους ο στρατός του ΚΚΕ κατασκευάζει μια νέα υποκειμενικότητα, μετατρέποντας τους αγρότες που κυριαρχούν στις γραμμές του σε στρατιώτες της επανάστασης, αλλά και πώς, η διαδικασία αυτή μεταλλάσσει και τον ίδιο τον ΔΣΕ. Όπως ακριβώς στην Εμπειρία της φυλακής και της εξορίας μελετά τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται η ταυτότητα του κομμουνιστή πολιτικού κρατούμενου, έτσι και εδώ καταδεικνύει το πώς, μέσα από μηχανισμούς, αφενός διαρκούς ελέγχου, πειθάρχησης και καταστολής και, αφετέρου, συμμετοχής, επιβράβευσης και ενδυνάμωσης -που για πολλούς και πολλές αποβαίνει απελευθερωτική- μέσα από τις γραμμές του ΔΣΕ διαμορφώνεται μια καινούργια ταυτότητα. Μια ταυτότητα που μετασχηματίζει τους αγροτικούς πληθυσμούς και τις παραδοσιακές νοοτροπίες από τις οποίες εμφορούνται σε υποκείμενα που επαγγέλλονται το νεωτερικό πρόταγμα της επανάστασης -μια ταυτότητα σε συνεχή επαναδιαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτά τα δύο, μια διαδικασία μακρόσυρτη, που δεν θα ολοκληρωθεί παρά μόνο στα μακρά χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς, για όσους κατόρθωσαν να επιζήσουν...

Έχοντας διαμορφώσει ένα στέρεο ερμηνευτικό σχήμα, ο συγγραφέας μάς παραδίδει ό,τι πλησιέστερο έχουμε σε μια συνθετική κοινωνική ιστορία του Εμφυλίου. Κι ανοίγει γόνιμους δρόμους προκειμένου άλλοι ερευνητές να εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας με μια κοινωνική ιστορία της «αντεπανάστασης»: της συγκρότησης του κοινωνικού υποκειμένου από τον Εθνικό Στρατό και από το αντικομμουνιστικό κράτος, που υπήρξε μια διαφορετική επιλογή ενστάλαξης της νεωτερικότητας στον κόσμο της υπαίθρου...

 

Ο Σπύρος Κακουριώτης είναι δημοσιογράφος

Δείτε όλα τα σχόλια