Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δημήτρης Σγούρος στο Μέγαρο Μουσικής

Παρά τις υπερθετικές αναφορές του τριμηνιαίου προγράμματος εκδηλώσεων του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (Ιαν. - Μάρτ. 2015, σελ. 34), αποτελεί κοινό μυστικό ότι ο Δημήτρης Σγούρος συνοδεύεται από εξ ίσου ισχυρά συναισθήματα συνηγορίας και αμφισβήτησης...

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

Παρά τις υπερθετικές αναφορές του τριμηνιαίου προγράμματος εκδηλώσεων του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (Ιαν. - Μάρτ. 2015, σελ. 34), αποτελεί κοινό μυστικό ότι ο Δημήτρης Σγούρος συνοδεύεται από εξ ίσου ισχυρά συναισθήματα συνηγορίας και αμφισβήτησης. Πρεσβεύοντας ανέκαθεν ότι η προκατάληψη αποτελεί έννοια ασύμπτωτη με την υπεύθυνη -και γι' αυτό ενυπόγραφη- λειτουργία της κριτικής, πεποίθηση που μάς επιφύλαξε ουκ ολίγες ευτυχείς ανατροπές, προσήλθαμε σε ένα από τα δυστυχώς σπάνια πλέον εν Ελλάδι ατομικά ρεσιτάλ ενός καλλιτέχνη που έχουμε με συνέπεια αποφύγει να αντιμετωπίζουμε με τις παρωπίδες της βιογραφικής προϊστορίας του «παιδιού θαύματος».

Με εντυπωμένη και εκπεφρασμένη τη βαθιά ικανοποίηση από την ερμηνευτική ωρίμανση του ιδιαίτερου αυτού μουσικού (βλ. "Αυγή", 22/05/2011) προσήλθαμε και πάλι στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» (5/02/2015) για ένα πρόγραμμα ενδιαφέρον και κατ' εξοχήν «ρομαντικό», που ο Σγούρος εγκαινίασε με μιαν αναφορά στο έργο - ορόσημο του συμφωνισμού, την «Ηρωική» συμφωνία. Το «προμηθεϊκό» θέμα, πάνω στο οποίο χτίζονται οι παραλλαγές του δ' μέρους της συμφωνίας του, αξιοποίησε ο Ludwig van Beethoven ως αφετηρία αυτοτελούς επεξεργασίας, για το πιάνο αυτή τη φορά, στις λεγόμενες «Eroica Variationen» του. Και αυτές ακριβώς επέλεξε ο Σγούρος για την έναρξη μιας διαδρομής, που, με σταθμό την 4η μπαλάντα του Σοπέν, κατέληξε, μέσω «Βενετίας και Νάπολης», του «παραρτήματος» στα «Χρόνια προσκυνήματος», σε μεγάλες παραφράσεις μελοδραματικών έργων από τη γραφίδα του Φραντς Λίστ, θυμίζοντάς μας το -παρεμπιπτόντως κοινό με τον ίδιο- διηνεκές πάθος του πιανίστα για την όπερα, των ηχητικών καταγραφών της οποίας, όπως έχουμε πληροφορηθεί, επίσης ανέκαθεν αποτελεί σκληροτράχηλο συλλέκτη.

Οι «Eroica» απαιτούν τη χαρά της μπραβούρας και τη μουσικότητα του δακτυλισμού, ζητούμενα που ο Σγούρος διεκδίκησε με την αφοσίωση και τη συγκέντρωση της ωριμότητας, παρουσιάζοντας το έργο ως οργανικά δομημένη σύνθεση, χαρίζοντας όμως παραλλήλως στην κάθε παραλλαγή, καθώς και στην τελική φούγκα, όπου έλαμψε με την κυρίαρχη εντέλεια θηριοδαμαστή, την ιδιαίτερη θέση της, εναλλάσσοντας αξιοσημείωτη εσωτερικότητα με επαναστατικές εκλάμψεις και ανταποκρινόμενος στις δυσθεώρητες τεχνικές απαιτήσεις χωρίς εκπτώσεις μουσικής υφής ούτε συσκότιση στο πεδίο της ανάλυσής της.

Η επαναστατικότητα του Frédéric Chopin οφείλει να μην διαφεύγει της προσοχής ενός κοινού, στου οποίου την επιπόλαιη μέση συνείδηση ο πολωνικής καταγωγής συνθέτης καταγράφεται πρωτίστως ως εκφραστής μιας μελαγχολικής εσωστρέφειας. Της ίδιας που διαπερνά το αγαπημένο κεντρικό θέμα της 4ης μπαλάντας του, που ακολούθησε πριν το διάλειμμα, προτού αυτή η διαλεχτή σελίδα ανθίσει σε όλο το εγερτήριο δεξιοτεχνικό της διαμέτρημα μέσα από τη λιτή και ελεύθερη πάσης ρητορείας εκτέλεση του Σγούρου.

Το β' μέρος της βραδιάς αφιέρωσε ο καλλιτέχνης αποκλειστικά στον Franz Liszt. Αναμφισβήτητη ευτυχία αυτού του προγράμματος αποτέλεσε η «Venezia e Napoli», «annexe» στο οδοιπορικό των «Années-de-pèlerinage». Στη βάση της συγκεκριμένης προγραμματικής πτυχής ο Λιστ του Σγούρου μοιάζει πλέον κατασταλαγμένος, ήρεμος και ασφαλής, με ελαχιστοποιημένη την ανάγκη παρεμβατικότητας και, το κυριότερο, με ευσταθείς ισορροπίες ανάμεσα στην «ψυχή» και την «ταχυδακτυλουργία» της μουσικής αυτής, μεστός από τον χρόνο ως δομικό στοιχείο του κόστους εμπειρίας για τον καθένα μας. Αυτή την ώριμη αίσθηση κυριαρχίας, αλλά όχι δυναστείας επί της μουσικής, χάρισε ο Σγούρος στους τυχερούς θεατές της συναυλίας του και στις δύο οικείες παραφράσεις, την «paraphrase de concert» πάνω στο κουαρτέτο της δ' πράξης «Bella figlia dell' amore» από τον «Rigoletto» του Βέρντι και πάνω στο βαλς της β' πράξης από τον κάποτε δημοφιλέστατο «Faust» του Σαρλ Γκουνώ.

Η τελευταία αυτή αναφορά στην έξοχη πιανιστική βραδιά του Έλληνα δεξιοτέχνη μάς παρέχει την ευκαιρία να εκφράσουμε την ικανοποίησή μας για την πρώτη εμπορική οπτικοακουστική κυκλοφορία παραγωγής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, εκείνη της υποτιμημένης όπερας του Γκουνώ στην εξαιρετική παραγωγή και χορογραφία του Renato Zanella και με μια διεθνούς επιπέδου φωνητική διανομή υπό την ευτυχή μουσική διεύθυνση του Μύρωνος Μιχαηλίδη. Μια πρωτοβουλία που ελπίζουμε να έχει ανάλογη συνέχεια...

Δείτε όλα τα σχόλια