Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η γη δεν είναι πράγμα αλλά κοινωνική σχέση

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο συγγραφέας του, γκραμσιανός, μαρξιστής γεωγράφος, Κωστής Χατζημιχάλης, εξομολογείται ότι άρχισε τη συγγραφή του, το φθινόπωρο του 2013, «οργισμένος για όσα συνέβαιναν σε τόπους οικείους και αγαπητούς, σε όλη την Ελλάδα»...

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ, Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης

εκδόσεις ΚΨΜ, σελ. 168

 

ΤΟΥ ΧΑΡΗ ΓΟΛΕΜΗ

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο συγγραφέας του, γκραμσιανός, μαρξιστής γεωγράφος, Κωστής Χατζημιχάλης, εξομολογείται ότι άρχισε τη συγγραφή του, το φθινόπωρο του 2013, «οργισμένος για όσα συνέβαιναν σε τόπους οικείους και αγαπητούς, σε όλη την Ελλάδα». Προκειμένου να είναι πολιτικά χρήσιμος εδώ και τώρα, προτίμησε, όπως ο ίδιος πάλι γράφει, να προχωρήσει σε μια κριτική καταγραφή και ερμηνεία της συγκυρίας και όχι στη συγγραφή μιας επιστημονικής μονογραφίας. Η απόφασή του αυτή, καθώς και ο περιορισμένος χρόνος στον οποίο ολοκλήρωσε το πόνημά του-τα στοιχεία που περιέχει φτάνουν μέχρι τον Αύγουστο του 2014-μου έφερε στο νου ένα ανάλογο συγγραφικό εγχείρημα του παρελθόντος. συγγραφής ενός βιβλίου παράλληλα ή λίγο μετά από την εξέλιξη κάποιων σημαντικών γεγονότων. Πρόκειται για το βιβλίο του Νίκου Πουλαντζά Η κρίση των δικτατοριών, που κυκλοφόρησε το 1975, λιγότερο από ένα χρόνο μετά την πτώση των δικτατορικών καθεστώτων της Νότιας Ευρώπης.

Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με ένα βιβλίο «τέκνο της ανάγκης κι ώριμο τέκνο της οργής» που στο κέντρο του έχει την υφαρπαγή γης στην Ελλάδα των μνημονίων από το μεγάλο ξένο και ελληνικό κεφάλαιο, γραμμένο με την γνωστή μεθοδικότητα και το έλλογο πάθος του συγγραφέα του. Η τεκμηρίωσή του είναι εντυπωσιακή, με δεδομένο και το μικρό χρονικό διάστημα συγγραφής του, ενώ οι πρωτότυποι χάρτες που περιέχει, ορισμένοι παραγωγής Χατζημιχάλη, βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση της πραγματικότητας. Τέλος, η τολμηρή απόφαση του συγγραφέα να κοσμήσει το εξώφυλλο του βιβλίου μια γελοιογραφία του γνωστού σκιτσογράφου Γιάννη Καλαϊτζή επιβεβαιώνει την διαπίστωση ότι οι οργανικοί διανοούμενοι της Αριστεράς μπορούν να είναι και αντισυμβατικοί.

Η μεγάλη συμβολή του Χατζημιχάλη είναι η εξέταση της υφαρπαγής γης στην μνημονιακή Ελλάδα στο πλαίσιο της γενικότερης τάσης να επενδύεται στη γη -η οποία, κατά τον Χατζημιχάλη, δεν είναι πράγμα αλλά κοινωνική σχέση- ένα μεγάλος μέρος των παγκόσμιων πλεονασμάτων ρευστότητας, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της μεγάλης κρίσης του 2008. Τις επενδύσεις αυτές πραγματοποιούν μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, αγροβιομηχανικές επιχειρήσεις, τράπεζες, hedge funds και συνταξιοδοτικά ταμεία διαφόρων χωρών, όχι μόνο του αναπτυγμένου Βορρά αλλά και της Κίνας και της Ινδίας.

Η προαναφερθείσα παγκόσμια τάση του σύγχρονου χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους στους επιμέρους κοινωνικούς σχηματισμούς. Για μια ακόμα φορά, ο Χατζημιχάλης διατυπώνει την άποψη που εκφράζει στον δημόσιο χώρο με το λόγο και τα γραπτά του τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980: δεν υπάρχει ένας καπιταλισμός, αλλά πολλοί.

Στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, η δυνατότητα μαζικής υφαρπαγής γης συνδέεται άμεσα με ρητές υποχρεώσεις των μνημονίων αλλά και έμμεσα με τις πολιτικές που έχουν επιβληθεί στη χώρα, με πρόσχημα την ανάγκη αντιμετώπισης του υψηλού δημόσιου χρέους, και συνοδεύονται από τον εκβιασμό ότι σε περίπτωση μη εφαρμογής τους η Ελλάδα δεν έχει θέση στην ευρωζώνη, ενδεχομένως και στην Ε.Ε.

Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι η υφαρπαγή γης όχι μόνο δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά ούτε είναι ένα νέο φαινόμενο που εμφανίστηκε ξαφνικά στη χώρα μας. Συνιστά διαχρονικό γνώρισμα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, ήδη από τη δεκαετία του 1950, που έλαβε μεγάλες διαστάσεις στην περίοδο του εκσυγχρονισμού με την κατασκευή της Αττικής Οδού και του αεροδρομίου των Σπάτων, τα περιβόητα ΣΔΙΤ και τις επενδύσεις στη γη για λόγους «ολυμπιακού συμφέροντος». Ας μου επιτραπεί εδώ να προσθέσω την κατασκευή ή την επέκταση γηπέδων από τους ιδιοκτήτες των μεγάλων ποδοσφαιρικών εταιρειών.

Παρά ταύτα, τα μνημόνια τέμνουν πράγματι την ιστορική συνέχεια των υφαρπαγών δημόσιας γης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, λόγω του βίαιου και σε μεγάλη κλίμακα χαρακτήρα τους. Η ομολογημένη προσπάθεια των τροϊκανών ήταν, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, η «ομαλοποίηση» της ελληνικής «εξαίρεσης» με την αύξηση, σε ελάχιστο χρόνο, της «κινητικότητας» των αξιών γης σε επίπεδο ανάλογο αυτού της υπόλοιπης Ευρώπης.

Με το βιβλίο του, ο Χατζημιχάλης θέλει να προσ-γειώσει τη ριζοσπαστική Αριστερά στον υπαρκτό καπιταλισμό της εποχής μας. Η φιλοδοξία του δεν είναι βέβαια να την μετατρέψει σε μια συστημική Κεντροαριστερά, αλλά να συμβάλει στην ένταξη στις αναλύσεις της, τη σημασία της γης και της γαιοπροσόδου.

Ο στόχος του κοινωνικού μετασχηματισμού οφείλει, κατά τον συγγραφέα, να περιλαμβάνει, ως βασικό και όχι δευτερεύον πρόταγμα, την μετατροπή της δημόσιας - κρατικής γης σε κοινή, σε ένα κοινό αγαθό που θα ανήκει στους πολίτες και θα χρησιμοποιείται ελεύθερα από αυτούς. Σαν να μου φαίνεται ότι εδώ ο Χατζημιχάλης αναφέρεται στον κομμουνιστικό ορίζοντα.

Η επίτευξη αυτού του στόχου, όμως, δεν μετατίθεται στην περίοδο μετά την πολυπόθητη «μεγάλη νύχτα» της ανατροπής, του παρόντος συστήματος. Ως γεωγράφος του δημοκρατικού δρόμου για την κοινωνική απελευθέρωση, ο συγγραφέας θεωρεί ότι το επιθυμητό μέλλον ενυπάρχει στις εδώ και τώρα αντιστάσεις των κινημάτων ενάντια στην υφαρπαγή γης, τις οποίες οφείλει να στηρίζει η πολιτική Αριστερά σεβόμενη την αυτονομία τους, αλλά και στην προσπάθεια αλλαγής των θεσμικών ρυθμίσεων για τη προστασία της δημόσιας γης.

Εδώ δεν υπάρχει έδαφος για ιδεολογικές εκπτώσεις και λαϊκισμούς που, στη πράξη, υπονομεύουν το αριστερό πολιτικό σχέδιο. Προσυπογράφω με ενθουσιασμό την άποψη του συγγραφέα ότι η έμφαση που δίνει η Αριστερά στην πάλη κατά της μνημονιακής μακρο-υφαρπαγής του μεγάλου κεφαλαίου (που, όπως αναφέρει ο Χατζημιχάλης, αναφερόμενος σε συγκεκριμένες επενδύσεις που διεκδικούν τμήματα της ελληνικής γης, είναι ευρωπαϊκό, ρωσικό, κινεζικό, καναδικό, ισραηλινό, αλλά και ελληνικό), δεν σημαίνει ότι ανέχεται την μικρο-υφαρπαγή της καταπάτησης των παράκτιων τοπίων και των τραπεζοκαθισμάτων στους δρόμους. Ελπίζω ότι οι άρχοντες και οι αρχόντισσες της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκηση που ανήκουν στην Αριστερά υιοθετούν αυτή τη θέση. Το ίδιο, ισχύει και για τα κόμματα της Αριστεράς κατά τη χάραξη της στρατηγικής των κοινωνικών συμμαχιών.

Όπως ανέφερα στην αρχή, το βιβλίο Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 2014, πριν από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και τον σχηματισμό της κυβέρνησης Τσίπρα. Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα κατάσταση, ιδιαίτερα μετά τον επώδυνο συμβιβασμό του μεταβατικού προγράμματος που συμφωνήθηκε στο Eurogroup της 22ας Φεβρουαρίου, στον οποίο οδήγησε ο δυσμενής συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρώπη.

Το πρόγραμμα αυτό, που οριστικοποιήθηκε λίγες μέρες αργότερα με τη λίστα Βαρουφάκη, περιέχει συγκεκριμένες -καθόλου ευχάριστες- αποφάσεις για την τύχη των ιδιωτικοποιήσεων της δημόσιας γης. Υποστηρίζω ότι οι προαναφερθείσες προτάσεις του Χατζημιχάλη, είναι σήμερα ακόμα περισσότερο επίκαιρες από τότε που τις διατύπωσε στο βιβλίο του.

Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι η παρούσα κατάσταση είναι εξαιρετικά αβέβαιη και, πλην απροόπτου, αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει μέχρι τις οριστικές (;) διευθετήσεις του Ιουνίου. Σ' αυτό το πλαίσιο, οι δανειστές θεωρούν ότι η κυβέρνηση δεσμεύτηκε ότι πως δεν θα θίξει εκείνες τις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας γης που έχουν ήδη ολοκληρωθεί ή βρίσκονται σε εξέλιξη. Επανεξετάζοντας ορισμένες από αυτές τις συμβάσεις, η κυβέρνηση φαίνεται να προσπαθεί να κερδίσει χρόνο μέχρι το καλοκαίρι οπότε φαντάζομαι ότι θα γίνει η μεγάλη σύγκρουση.

Ανεξάρτητα από τις εξελίξεις σε επίπεδο διαπραγματεύσεων, οι αριστερές και οι αριστεροί, συμπεριλαμβανομένων των μελών αλλά και της διεύθυνσης του ΣΥΡΙΖΑ- στο πλαίσιο του διαχωρισμού του από την κυβέρνηση- οφείλουν να στηρίξουν και να ενισχύσουν τα κινήματα υπεράσπισης της δημόσιας γης από την καπιταλιστική υφαρπαγή - στα οποία πρωτεύουσα θέση έχουν τα κινήματα για τις Σκουριές και το Ελληνικό. Να κάνουν δηλαδή ακριβώς αυτό που προτείνει ο Κωστής Χατζημιχάλης στο εξαιρετικό βιβλίο του.

 

* Ο Χάρης Γολέμης είναι διευθυντής του Ιντσιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

 

 

Η ακτηματογράφητη χώρα

 

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΣΑΡΡΑ

 

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ε.Ε. που δεν διαθέτει έναν ολοκληρωμένο κτηματολογικό χάρτη, κοινώς δεν διαθέτει κτηματολόγιο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν το έργο του κτηματολογίου ξεκίνησε από το 1995, χωρίς μέχρι σήμερα η χώρα να διαθέτει ολοκληρωμένους κτηματολογικούς χάρτες σε όλη την επικράτεια, ενώ πρόσφατα, στις 31 Μαρτίου 2014, ενημερωθήκαμε ότι θα λειτουργήσει πλήρως μέχρι το 2020. Ποιοι είναι άραγε οι λόγοι των παρατεινόμενων καθυστερήσεων ενός τόσο σημαντικού έργου ικανού να αναμορφώσει τη δημόσια διοίκηση και να την κάνει πιο αποτελεσματική και παραγωγική; Οι λόγοι για τους οποίους η Ελλάδα δεν διαθέτει κτηματολόγιο δεν δύνανται να ερμηνευθούν, εστιάζοντας μόνο στη σημερινή συγκυρία ούτε φυσικά σ' εκείνη του '95 ή ευρύτερα στη Μεταπολίτευση. Αντίθετα, γίνονται κατανοητοί, αν αναζητηθούν σ' ένα μεγαλύτερο βάθος χρόνου, μέσα δηλαδή από την ιστορική προσέγγιση του ζητήματος.

Η πρώτη προσπάθεια για τη δημιουργία κτηματολογίου γίνεται το 1836, όταν «Εδημοσιεύθη Διάταγμα περί κτηματολογίου», το οποίο όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ένας από τους βασικότερους λόγους συνδέεται με τα συμφέροντα που εμπλέκονταν γύρω από τη διαχείριση των «εθνικών γαιών», δηλαδή των εγκαταλειμμένων μουσουλμανικών περιουσιών, που είχαν περάσει «επαναστατικώ δικαίω» στην κατοχή του Ελληνικού βασιλείου. Οι πρώην προεστοί, που αποτελούσαν πλέον τις κατά τόπους ηγετικές ομάδες, γνώριζαν με σχετική ακρίβεια πόσες ήσαν και που βρίσκονταν οι λεγόμενες «εθνικές γαίες», αφού πολλοί από αυτούς ήσαν φοροεισπράκτορες. Κρατώντας δηλαδή δύο πολύ σημαντικά εργαλεία, που τα αξιοποιούσαν κατά το δοκούν, αυτές οι τοπικές μικρο-εξουσίες κατάφεραν μέσα από ένα πλέγμα πολυεπίπεδων πελατειακών σχέσεων να αποκτήσουν μεγάλη πολιτική ισχύ, ώστε να χειραγωγήσουν τους αγρότες, να τους ελέγξουν πολιτικά: Το πρώτο εργαλείο ήταν η γνώση τους για το ποιές ήταν και σε ποιόν ανήκαν οι «εθνικές γαίες» και το δεύτερο, η ικανότητά τους να συλλέγουν φόρους και κρατικά έσοδα σε ένα κράτος που ακόμα δεν είχε καν υποτυπώδεις φοροσυλλεκτικούς μηχανισμούς.

Στο πλαίσιο αυτών των μετασχηματισμών, η έλλειψη λεπτομερούς καταγραφής της δημόσιας περιουσίας, δηλαδή η έλλειψη κτηματολογίου, αποτέλεσε το κατάλληλο πολιτικό πλαίσιο για να ενθαρρύνονται συνεχείς καταπατήσεις γης και, συνακόλουθα, συνεχείς νομιμοποιήσεις των καταπατηθέντων κτημάτων μέσω των πελατειακών σχέσεων. Δεν είναι άσχετη με το φαινόμενο αυτό η ασυνέχεια που παγιώθηκε με την αχρηστία στην οποία έπεσε το λεπτομερές οθωμανικό κτηματολόγιο: Όπως σημειώνει ο Α. Σίδερις, καθηγητής της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής, το 1934, «(...) ενώ ηδύνατο το κράτος να καταστρώση κτηματολόγιον στηριζόμενον επί του Τουρκικού, όμως ουδέν έπραξε. Σύνταξις κτηματολγίου και εκκαθάρισις των περιουσιών επί τη βάσει του εν Κωνσταντινουπόλει τηρουμένου γενικού κτηματολογίου, ως προέτεινεν ο Thiersh αντεστρατεύετο εις τα συμφέροντα ισχυρών καταπατητών των εθνικών γαιών (...)».

Η επόμενη απόπειρα για την κατάρτιση κτηματολογίου γίνεται από τον Χαρίλαο Τρικούπη το 1888, όταν δηλαδή έχει ήδη προχωρήσει η διανομή των «εθνικών γαιών» και έχουν καταπατηθεί μεγάλες εκτάσεις. Οι προσπάθειες της Κυβέρνησης Τρικούπη φαίνεται ότι ήταν αρκετά επίμονες, αφού ζήτησε και τη βοήθεια του Γεωγραφικού Ινστιτούτου της Βιέννης για την οργάνωση των τμημάτων Χαρτογραφίας και Κτηματολογίου της Χαρτογραφικής Υπηρεσίας Στρατού. Η αυστριακή αποστολή έμεινε στην Ελλάδα μέχρι το 1897 και εξετέλεσε το προκαταρκτικό μέρος του κτηματολογίου. Παρόλα αυτά, η λεπτομερής ολοκλήρωσή του δεν προχωρούσε, αν και η Κυβέρνηση Ζαΐμη το 1898, προσπάθησε να εισαγάγει την κτηματογράφηση ειδικότερα στις σταφιδοφόρες περιοχές της Πελοποννήσου, προκειμένου να ενισχυθεί η κτηματική πίστωση.

Έτσι έως το κίνημα του 1909 και την άνοδο του Ελ. Βενιζέλου στην εξουσία, ουδεμία προσπάθεια εισαγωγής του κτηματολογίου έλαβε χώρα. Το 1910 ψηφίσθηκε νόμος από τη Βουλή «περί κτηματικού χάρτου και οροθεσίας των ακινήτων κτημάτων», χωρίς ωστόσο να ολοκληρώνεται η κτηματογράφηση. Το 1917, με την ίδρυση Υπουργείου Γεωργίας, ιδρύονται υπαγόμενες σ' αυτό Τοπογραφικές Υπηρεσίες με στόχο την κτηματογράφηση των «Νέων Χωρών» που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος στο τέλος των Βαλκανικών και του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Το 1923 ιδρύεται το «Ειδικόν Ταμείον Κτηματολογίου» με σκοπό την ταχύτερη προώθησή του. Βέβαια παρά την καλύτερη οργάνωση των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, οι μουσουλμανικές περιουσίες της Μακεδονίας-Θράκης και της Ηπείρου που εγκαταλείφθηκαν κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών το 1922, δεν κτηματογραφήθηκαν με ακρίβεια. Έτσι και στην περίπτωση των «Νέων Χωρών» δεν έλειψαν οι αυθαιρεσίες, οι καταπατήσεις και η πολιτική συναλλαγή για τη νομιμοποίηση παράνομων ενεργειών. Μέχρι το τέλος του μεσοπολέμου οποιαδήποτε προσπάθεια για τη δημιουργία και την ουσιαστική εφαρμογή είτε του αγροτικού είτε του αστικού κτηματολογίου, έμενε ανεφάρμοστη. Ο Γ. Ξένος, προϊστάμενος της παραπάνω Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας έγραφε το 1935: «(...) Ατυχώς η Ελλάς ̕αγνοεί εισέτι πόσαι είναι αι καλλιεργήσιμοι εκτάσεις αυτής ή αι εν γένει εκμεταλλεύσιμοι εκτάσεις της (...) εις ιδιωτικήν ιδιοκτησίαν, κοινοτικήν, εθνικήν, εκκλησιαστικήν κτλ.».

Μεταπολεμικά εκπονήθηκαν κάποιες μελέτες χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα, ενώ το 1969 έγινε προσπάθεια εισαγωγής κτηματικών χαρτών, χωρίς και πάλι η προσπάθεια να τελεσφορήσει. Μάλιστα ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος, ηθικοποιώντας μάλλον το ζήτημα, δήλωνε το 1968: «Θα αρχίσωμεν επί τέλους τας εργασίας διά την σύνταξιν και εις την Ελλάδα αγροτικού καί αστικού κτηματολογίου. Ίσως δεν θα πρέπει να είπω τίποτε περισσότερον επ' αυτού, διότι διαφορετικά θα ώφειλα να προτάξω την λέξιν εντροπή». Το 1976 ψηφίζεται νόμος για το δασικό και ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύεται νόμος για το αμπελουργικό κτηματολόγιο. Το 1986, ύστερα από προσπάθειες του Υπουργού Χωροταξίας και Περιβάλλοντος Αντώνη Τρίτση, ψηφίζεται νόμος με τον οποίο ιδρύθηκε ο Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων. Έκτοτε η συνέχεια είναι γνωστή, παρά τα κονδύλια που διατέθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και παρά τους όρους που τέθηκαν επιτακτικά.

Από την παραπάνω σύντομη ιστορική ανασκόπηση των προσπαθειών να συσταθεί κτηματολόγιο, γίνεται σαφές ότι οι λόγοι που αναστέλλουν συνεχώς τη δημιουργία του δεν αφορούν κάποια ενδογενή κρατική αδυναμία· αντίθετα, έχουν μάλλον διαχρονική δυναμική και αφορούν τόσο δομικές λειτουργίες του κράτους όσο και το πελατειακό μοντέλο της σχέσης του με τον πολίτη. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι η (μη) εξέλιξη του θέματος αποτελεί στοχευμένη επιλογή, η οποία δεν αναθεωρείται παρά εν μέρει και συγκυριακά, δηλαδή δεν επηρεάζεται ούτε από τις εναλλαγές κυβερνήσεων ούτε από τις πολιτικές εξελίξεις. Με άλλα λόγια, πολύ ισχυροί, δομικού χαρακτήρα, πολιτικοί λόγοι καταφέρνουν, με την απουσία κτηματολογίου, να εμποδίζουν την ορθολογική διαχείριση της δημόσιας αλλά και της ιδιωτικής περιουσίας, πράγμα που επηρεάζει όλο το φάσμα της οικονομίας: Από τη γεωργία, τη βιομηχανία και τον πολεοδομικό σχεδιασμό, μέχρι τον τουρισμό και την προστασία του περιβάλλοντος. Το χειρότερο ίσως από όλα είναι ότι τα ασαφή, σε πολλές περιπτώσεις, ιδιοκτησιακά δικαιώματα δημιουργούν το κατάλληλο πλαίσιο για κάθε είδους συναλλαγές (πελατειακού και οικονομικού χαρακτήρα) σε μεγάλο μέρος της δημόσιας διοίκησης: Από τις πολεοδομίες και τα αρμόδια Υπουργεία έως τις τοπικές διοικητικές υπηρεσίες, τα δασαρχεία, ακόμα και τις εφορίες, καθώς η ιδιωτική περιουσία συνδέεται με το φορολογητέο εισόδημα. Έκτος των άλλων, η ανυπαρξία κτηματολογίου δεν είναι άσχετη με τις επαναλαμβανόμενες στοχευμένες πυρκαγιές ούτε με τις ατέρμονες δικαστικές μάχες για την κυριότητα διαφόρων εκτάσεων, που καθυστερούν γενικότερα το έργο της δικαιοσύνης.

Από τις σύντομες αυτές επισημάνσεις γίνεται φανερό ότι μόνο με την ολοκλήρωση του κτηματολογίου μπορεί να σπάσει ο ανορθολογικός και αντιπαραγωγικός κύκλος της διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων σε μεγάλο μέρος της διοίκησης και να δοθεί ώθηση στην ισονομία και την ορθολογική διαχείριση της παραγωγής, στην εξοικονόμηση πόρων, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην ενίσχυση του τουρισμού.

 

[Εκτενέστερη μορφή του κειμένου, με τίτλο Το ζήτημα του Κτηματολογίου την περίοδο της Μεταπολίτευσης, ανακοινώθηκε στο 10ο Τακτικό Συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης, Αθήνα, 18-20 Δεκεμβρίου 2014]

 

* Ο Μιχάλης Σάρρας είναι υπ. δρ Βαλκανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Δείτε όλα τα σχόλια