Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το αφανές πολιτικό

Η κοινωνική ανθρωπολογία καθιερώνεται, τόσο εντός του πεδίου της ακραιφνούς επιστημονικής συζήτησης όσο και σε εκείνο του ευρύτερου δημόσιου διαλόγου, ως η κοινωνική επιστήμη που εξερευνά διεισδυτικά τις πολλαπλές πραγματικότητες που συνιστούν το κοινωνικό στην Ελλάδα...

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΗ ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

 

ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΠΑΠΑΤΑΞΙΑΡΧΗΣ (επιμέλεια), Πολιτικές της καθημερινότητας. Σύνορο, σώμα και ιδιότητα του πολίτη στην Ελλάδα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 512

 

Η κοινωνική ανθρωπολογία καθιερώνεται, τόσο εντός του πεδίου της ακραιφνούς επιστημονικής συζήτησης όσο και σε εκείνο του ευρύτερου δημόσιου διαλόγου, ως η κοινωνική επιστήμη που εξερευνά διεισδυτικά τις πολλαπλές πραγματικότητες που συνιστούν το κοινωνικό στην Ελλάδα. Αυτό έχει κατορθωθεί με διακριτικότητα: o λόγος της, καίτοι επιδραστικός στην διερεύνηση του κοινωνικού παρόντος όσο ίσως καμίας άλλης επιστήμης τα τελευταία χρόνια, δεν ανοίγεται σε ηγεμονισμούς. Η ανθρωπολογία διατήρησε ένα πετυχημένο, χαμηλό προφίλ, ίσως επειδή συνομιλεί χαμηλόφωνα με τα υποκείμενα εκείνα των οποίων οι ζωές συνήθως δεν αποτελούν αντικείμενο συζήτησης στην κεντρική σκηνή, όπου παράγεται ο ηγεμονικός και κανονιστικός λόγος. Έτσι, ενώ μέχρι πρόσφατα θεωρείτο πως επεξεργάζεται εξωτικές και περιθωριακές διαστάσεις του κοινωνικού, η κοινωνική ανθρωπολογία δικαιώνεται, όσο σιγά-σιγά διαπιστώνουμε πως το κοινωνικό και η κατανόησή του δεν συντελούνται με εξωτικοποίηση και περιθώριο(ποιήσεις). Αντιθέτως, συντίθενται από ροές ταυτότητας και ετερότητας επάλληλες, συνάλληλες, κάποτε ίσως αντιθετικές, αλλά πάντως συναποτελείται τόσο από διαστάσεις που χαίρουν προβολής στη δημόσια σφαίρα, όσο και από -περισσότερα, και συχνά συναρπαστικότερα- φαινόμενα που διαφεύγουν της «επίσημης» προσοχής, και αναπτύσσονται ανάμεσα, δίπλα, ακόμη και μέσα μας.

Σε λίγες κοινωνικές εκφάνσεις είναι πιο επείγουσα αυτή η παραδοχή όσο στο πεδίο του πολιτικού. Το παρόν βιβλίο έρχεται να δικαιώσει την αίσθηση πολλών, πως η αποπολιτικοποίηση που η «συναινετική» δημοκρατία των πρόσφατων δεκαετιών είχε αποκρυσταλλώσει, δεν ήταν παρά ένα στρεβλό επιφαινόμενο του κοινωνικού ανταγωνισμού και των αφανών μετασχηματισμών που διερχόταν το πολιτικό. Κάτω από την ιδεολογικοποιημένη συζήτηση για διαβούλευση, μεσαίο χώρο, θεσμική εμπέδωση και εκσυγχρονισμό, στο ευρύ πεδίο πέραν των επισήμων εκφράσεων της πολιτικής η κοινωνία διερχόταν μια σειρά από αφανείς διαταράξεις. Μολονότι συντελούνταν εκτός του stricto sensu πολιτικού παιχνιδιού, αυτές οι διαδικασίες αναμόχλευσαν εκκρεμείς στιγμές ιστορικών εντάσεων (για παράδειγμα, από τις δεκαετίες του '40 και '50) και δημιούργησαν νέες εκκρεμότητες, όσο η ελληνική κοινωνία εμβάθυνε στο πεδίο της ετερότητας εμπλουτιζόμενη με νέα υποκείμενα -για παράδειγμα, μετανάστ(ρι)ες- ή αναδύοντας νέες φωνές -για παράδειγμα, νέες μορφές ακτιβισμού και αμφισβήτησης κανονιστικών παραδοχών- στην διαρκή συγχρονία που συμβατικά αποκαλούμε Μεταπολίτευση.

Στα 16 κεφάλαια του τόμου αυτού, που έχουν χαρακτήρα εθνογραφικό και κατά δεύτερο λόγο ιστορικό, αντιμετωπίζονται ζητήματα που διαλανθάνουν της επίσημης πολιτικής αλλά που αναδύονται, ειδικά στην συγκυρία της κρίσης, ως επείγοντα και έκτακτα ζητήματα του πολιτικού. Το βιβλίο, όπως πειστικά επισημαίνει η κατατοπιστική εισαγωγή του Ε. Παπαταξιάρχη, επιμελητή του τόμου, καταφέρνει έτσι να επανεννοιολογήσει το πολιτικό υπογραμμίζοντας έκκεντρα, αλλά πάντως καίρια σημεία του. Η εισαγωγή, ειδικότερα, κατορθώνει να εντοπίσει την βασική συνδετική γραμμή ανάμεσα στα κείμενα, προσδίδοντας στο βιβλίο συνεκτικότητα, στην βάση όσων εκτέθηκαν παραπάνω για το αφανές του πολιτικού. Ο μίτος που οδηγεί από το ένα κείμενο στο άλλο, είναι διττός: αφορά στην επιτυχημένη διαπραγμάτευση της καθημερινότητας των ανθρώπων στην ελλαδική συγχρονία ως πολιτικού γεγονότος, και -ως συνέπεια αυτού- την κατάδειξη της «καθημερινοποίησης» του πολιτικού (ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός-δάνειο από τον Μαξ Βέμπερ).

Ειδικότερα, το κυρίως σώμα του βιβλίου χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Στα 7 άρθρα της πρώτης, η συνοριακότητα, ως εννοιολόγηση της ζωής στο και γύρω από το σύνορο, προβάλλεται για να συζητηθεί η διαφορά ως (δια)συνοριακό διακύβευμα. Αυτή η συζήτηση περιλαμβάνει δραματικές στιγμές της πρόσφατης ιστορίας, από την ελληνοβουλγαρική ανταλλαγή πληθυσμών (στο άρθρο της J. Cowan) έως την προσφυγιά και την ατελή επιστροφή των προσφυγόπαιδων - κυρίως μακεδονόφωνων- του εμφυλίου (στα άρθρα της L. Danforth και της L. K. Hart). Η διαπραγμάτευση του ιστορικού τραύματος μέσα από τις συγκινητικές διηγήσεις των ανθρώπων αυτών διαλευκάνει την διάσταση της οριακά ατελούς πολιτειότητάς τους έκτοτε. Η συζήτηση συνεχίζεται στη συγχρονία, με την διαπράγματευση της προσφυγιάς (Ε. Βουτυρά), την συνοριακότητα στα ελληνοαλβανικά και τα ελληνοτουρκικά σύνορα (S. Green) και τη Φλώρινα (Ι. Μάνος) και την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συζήτηση για την αδελφοποίηση πόλεων στην ΕΕ και την Ελλάδα (Ε. Παπαγαρουφάλη).

Στην δεύτερη ενότητα, η διαφορά -κεντρικός όρος του τόμου και εν γένει της ανθρωπολογίας- εξετάζεται από την σκοπιά των πολιτικών που την παράγουν και την αναπροσαρμόζουν. Οι πολιτικές αυτές αφορούν τα υποκείμενα και τον χώρο (Κ. Γιαννακόπουλος), τα υποκείμενα ως ακτιβιστές ενάντια στη βιοκοινωνικότητα (όρος του Rabinow, κεντρικός στο άρθρο της Α. Χατζούλη και αλλού στο βιβλίο) και τα υποκείμενα ως εθνικοί άλλοι, που ωστόσο εργάζονται και παράγουν στην σύγχρονη Ελλάδα -και μάλιστα στο λεπτό και επισφαλές πεδίο της οικιακότητας (Φιλιππινέζες εργαζόμενες στο άρθρο της Π. Τοπάλη, Αλβανίδες σε εκείνο της Π. Χαντζαρούλα). Η αναδιαχείριση της βιοδιαφοράς ή/και η αφανής διεκδίκηση αναπραγματεύσεων στα όρια του οικιακού, του αστικού, και του εθνικού είναι βασικές αρτηρίες ανάλυσης στις συμβολές αυτές.

Στην τρίτη και τελευταία ενότητα, η πολιτειότητα (από τον όρο αυτόν, οι συγγραφείς του τόμου προτιμούν το «ιδιότητα του πολίτη», για την απόδοση του όρου citizenship), συναντάται και εκφράζεται μέσα από την σεξουαλικότητα και την έμφυλη εμπρόθετη δράση διαφορετικών κοινωνικών υποκειμένων. Τέτοιοι άνθρωποι είναι για παράδειγμα ευάλωτες στον βιοκανονικό λόγο της επιθετικής δημογραφίας άτεκνες γυναίκες (στο άρθρο της Α. Αθανασίου), και ΛΟΑΤ άτομα που εκκινούν γαμήλιες διεκδικήσεις σε ένα εχθρικό πολιτικό σκηνικό (Β. Καντσά), ένα σκηνικό πουπεριλαμβάνει και έναν εταστικό και συμβουλετικό λόγο για τον τοκετό και την μητρότητα προς νεαρές γυναίκες (Ε. Georges). Ενώ ένα άρθρο (Α. Χαλκιά) διαπραγματεύεται το βιοπολιτικό πιο θεωρητικά (και ειδικά μέσα από τη δουλειά της Braidotti), θα λέγαμε πως γενικότερα στην ενότητα αυτή έχουν ιδιαίτερη απήχηση οι θεωρητικές προσεγγίσεις που εκκινούν από τον Foucault και την Butler.

Η ετερογένεια του υλικού αυτού του τόμου είναι ο πλούτος του. Η εισαγωγή καταδεικνύει την κεντρικότητα του αφανούς στην αντίληψή μας για το πολιτικό και συνδέει με τρόπο ολιστικό τα κείμενα για να καταδείξει το βιβλίο ως κάτι παραπάνω από το άθροισμα των μερών του (ευπρόσδεκτο θα ήταν ίσως, σχετικά, κι ένα μικρό επίμετρο). Η πραγματική όμως αξία του βιβλίου έγκειται στην κατάδειξη, αυτού που ο Ε. Παπαταξιάρχης θέτει ως σημείο αναφοράς της συλλογής: την κεντρικότητα του καθημερινού στις μεταμορφώσεις του πολιτικού. Με τον τρόπο της κοινωνικής ανθρωπολογίας, η διαδικασία αυτή επιτυγχάνεται από τα κάτω: μέσω της ανάδειξης εντόπιων φωνών που βιώνουν τις πολυδιάστατες πτυχές του πολιτικού.

 

* Ο Θοδωρής Ρακόπουλος εργάζεται στο τμήμα Ανθρωπολογίας του University of Bergen

Δείτε όλα τα σχόλια