Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

ΣΚΗΝΕΣ ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ

Μετά τη Μελεντίνη, που το σετ της ήταν πιο «συνεπτυγμένο» και gloomy, καθώς οι Running Blue Orchestra ήταν... Trio, οι Electric Litany ήδη με τις πρώτες νότες κέρδισαν τον κόσμο, αλλά και έδειξαν το επίπεδό τους. Και το επίπεδο αυτό είναι εκείνο ενός μόνον τυπικά ελληνικού γκρουπ...

ELECTRIC LITANY GAGARIN 205, 30/11

Μετά τη Μελεντίνη, που το σετ της ήταν πιο «συνεπτυγμένο» και gloomy, καθώς οι Running Blue Orchestra ήταν... Trio, οι Electric Litany ήδη με τις πρώτες νότες κέρδισαν τον κόσμο, αλλά και έδειξαν το επίπεδό τους. Και το επίπεδο αυτό είναι εκείνο ενός μόνον τυπικά ελληνικού γκρουπ, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα καλύτερα σύγχρονα ευρωπαϊκά και ορθώς, ορθότατα έχει επιλέξει ως έδρα του τη Βρετανία, καθώς η από κάθε πλευρά μίζερη ελληνική πραγματικότητα δεν του πάει καθόλου, αλλά και το περιορίζει. Οι δύο Άγγλοι, ο κιμπορντίστας και ο ντράμερ, είναι άψογοι σε αυτό που κάνουν, το ίδιο και ο «νεοφερμένος» και ιδιαίτερα... εύχαρις Έλληνας μπασίστας, κακά τα ψέματα όμως, έχουμε να κάνουμε με συγκρότημα που είναι υπόθεση ενός ανθρώπου. Ο Αλέξανδρος Μίαρης δεν είναι μόνον εξαιρετικά προικισμένος μουσικός, αλλά και χαρισματικός frontman, που κατορθώνει να αποτρέψει ακόμα και κάποιες καταστάσεις από το να τον εμποδίσουν (όπως κάποια κομμάτια που δεν έχουν το απολαυστικό drive τους ή το ότι, εκτός από την κιθάρα του, παίζει και άλλα όργανα στη σκηνή, γεγονός που περιορίζει τις κινήσεις του). Με αφετηρία λοιπόν τους Pink Floyd και γενικότερα την dark, ατμοσφαιρική βρετανική ψυχεδέλεια και προορισμό το... μέλλον, αλλά και με τη σταθερά αντιφασιστική στάση τους και με τις χιουμοριστικές ενδιάμεσες στα τραγούδια ατάκες του Μίαρη, στην πλειοψηφία τους εύστοχες, οι Electric Litany απλώς αποτελούν υπόδειγμα σημερινής rock μπάντας. Σε βαθμό που να μπορούν ακόμα και να διασκευάσουν το... «Νύχτωσε Χωρίς Φεγγάρι» (!) με απίστευτο τρόπο, δίχως όμως να ηχεί σαν παρωδία αλλά σαν γνήσιος και ειλικρινής φόρος τιμής στον αγώνα του Νίκου Ρωμανού...

ΘΑΝΟΣ ΜΑΝΤΖΑΝΑΣ

 

PLISSKEN FESTIVAL - WINTER EDITION, ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ 4/12

Με σταθερά και σίγουρα βήματα, το Pliskken Festival καθιερώνεται σαν το εκλεκτικότερο -αν όχι το καλύτερο- φεστιβάλ στη χώρα μας, με πάντα ενδιαφέροντα ονόματα στις μετακλήσεις του και, το σπουδαιότερο, μια ισορροπημένη σύνθεση που συνδυάζει ένα σωρό διαφορετικά ηχητικά στυλ, μα κι ένα διαρκές παιχνίδι ανάμεσα σε παλαιότερα και καινούργια σχήματα και καλλιτέχνες. Στη χειμερινή του έκδοση εμφανίστηκαν πέντε ονόματα, με τη δική του ιστορία το καθένα και τις δικές του περγαμηνές στον χώρο που κινείται. Την αρχή έκαναν οι νεότεροι Son Lux, στη δεύτερή τους εμφάνιση στη χώρα μέσα σε λίγους μήνες. Ο Ryan Lott και η παρέα του παρουσίασαν ένα σύντομο αλλά περιεκτικό σετ, που κέρδισε τις εντυπώσεις με τα μελωδικά του τραγούδια, τις αυξομειώσεις στην ένταση αλλά και τον σπουδαίο τους ντράμερ.

Η συνέχεια ανήκε σε μία από τις εμβληματικές μορφές από τον χώρο της reggae, τον Lee «Scratch» Perry. 78 χρονών σήμερα, μοιάζει να μην αλλάζει στο ελάχιστο πια με την πάροδο των χρόνων. Ήταν εκκεντρικός όπως πάντοτε, με τη γεμάτη κονκάρδες και καθρεφτάκια αμφίεση και το κόκκινο μούσι του. Η εμφάνισή του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διεκπεραιωτική, δεν ξεσήκωσε κανέναν, παρ᾽ ότι υπήρξε αλάνθαστος, ο ίδιος και η μπάντα του. Πηγαινοερχόταν στη σκηνή τραγουδώντας ασταμάτητα λόγια που κανείς δεν κατάλαβε ποτέ. Σεβασμός στον κορυφαίο παραγωγό, μα δεν μας είπε και πολλά τελικά.

Αντίθετα, ο Kevin Martin που τον ακολούθησε τα είπε όλα. Κάτω από το όνομα The Bug (ένα από τα πολλά ψευδώνυμα που διαθέτει) αποτελεί την αιχμή του δόρατος της πρωτοποριακής electronica και κάθε νέα του δουλειά πηγαίνει ένα βήμα μπροστά το είδος. Έχοντας μαζί του επί σκηνής τον Flowdan στα φωνητικά, σκόρπισε μεγάλες ποσότητες χαμηλών συχνοτήτων και ξεσήκωσε το κοινό με τη μουσική του, ένα μείγμα από dub, dubstep, grime κι όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς της τρέχουσας υπόγειας χορευτικής σκηνής. Δεν μας άφησε να πάρουμε ανάσα για μία ώρα περίπου κι αποχώρησε θριαμβευτής.

Και οι επόμενοι δεν μας άφησαν να πάρουμε ανάσα, μα μόνο επειδή είχαν ρουφήξει όλο το οξυγόνο από την αίθουσα... Έχουμε δει τους Swans στη χώρα μας δύο ακόμη φορές και ξέραμε τι να περιμένουμε πάνω κάτω, αλλά εκείνοι επιμένουν να μας εκπλήσσουν ακόμη περισσότερο με κάθε νέο τους live. O Michael Gira  έχει αποδείξει ότι δεν αστειεύεται όταν ανεβαίνει στο πάλκο, έχει και μια παρέα μουσικών που τον πλαισιώνουν, που είναι αληθινοί killers κι όποτε ξεκινούν η υπόθεση μπορεί να ονομαστεί «όποιον πάρει ο χάρος»... Με το άλμπουμ To Be Kind στις αποσκευές τους, έπαιξαν ένα σεβαστό του μέρος από κομμάτια που έχουν μεγάλη διάρκεια και δεν φοβούνται να αναλωθούν σε αυτοσχεδιαστικά μέρη και μακρόσυρτες θορυβώδεις αναπτύξεις. Ανέκαθεν ήταν δύσκολοι στην προσέγγισή τους κι οπωσδήποτε για λίγους, εκείνο το βράδυ όμως έδειξαν ένα ακόμη πιο δυσπρόσιτο πρόσωπο, που ήθελε υπομονή για να το κάνεις δικό σου. Ασφαλώς και δινόταν καθαρτήριο συγχωροχάρτι σε όσους τα κατάφερναν.

Τη βραδιά έκλεισαν οι Simian Mobile Disco, που, όπως φανερώνει το όνομά τους, κινούνται σε καθαρά χορευτικούς ρυθμούς. Βγήκαν δυστυχώς πολύ αργά σε εργάσιμη ημέρα, οπότε κράτησαν το ανάλογο κοινό κι όχι το σύνολο του κόσμου όπως θα ήταν το ζητούμενο.

MΑΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

 

ΔΙΣ-ΑΡΜΟΝΙΑ, ΩΔΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, 6/12

Την ώρα που η Αθήνα, με αφορμή τον αγώνα για το αυτονόητο του φίλου του Νίκου Ρωμανού, θυμόταν τις διαδηλώσεις που την είχαν συγκλονίσει μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, στο Ωδείο Αθηνών υπήρχε μια εκδήλωση που είχε μεγαλύτερη σχέση με αυτές από όσο μπορεί να φαίνεται: Μια ιδέα του ημέτερου «Καρφιτσωμένου» Θάνου Μαντζάνα, που, αφού μετατράπηκε σε πρωτοβουλία μιας ομάδας την οποία συναποτελούσαν, εκτός του ιδίου, δέκα συνθέτες και προετοιμάστηκε επί ένα σχεδόν χρόνο, υλοποιήθηκε με δύο συναυλίες. Ας σημειώσω εδώ ότι, όπως πληροφορήθηκα, εκείνη της Κυριακής λειτούργησε πολύ καλύτερα από του Σαββάτου, της οποίας η υπερβολικά μεγάλη διάρκεια ομολογουμένως κάπου κούραζε.

Έτσι λοιπόν -εκτός από τα δύο ήδη γνωστά από το CD του Τρέξε Σαν Σφαίρα τραγούδια του Μανώλη Γαλιάτσου που παρουσιάστηκαν με μορφή βίντεο-, με «όχημα» την Καμεράτα που διεύθυνε η Ζωή Ζενιώδη, η Μαρία Πανοσιάν παρουσίασε μια λιτή και όμορφη μουσική «απόδοση» της Απολογίας του Σωκράτη, ο Χρήστος Αλεξόπουλος ένα «ήρεμα» τολμηρό έργο επάνω στη Διακήρυξη Των Δικαιωμάτων Του Ανθρώπου της Γαλλικής Επανάστασης, ο Θεσσαλονικεύς Βασίλης Αβδελάς μια γοητευτική «μεταφορά» τού Τα Σταφύλια Της Οργής, ο Γιώργος Περιστέρης -με τη βοήθεια και της αφήγησης της Ευγενίας Λουπάκη- μεταμόρφωσε σε ένα γλυκό «μουσικό παραμύθι» το Η Φάρμα Των Ζώων, ο Βαγγέλης Κατσούλης παρουσίασε ένα «πολυσυλλεκτικό» έργο εκκινώντας από το Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος, ο Αντώνης Λιβιεράτος μια αιτιολογημένα «σκληρή» ηλεκτρονική διάσταση του Η Ηθική Τους Και Η Ηθική Μας και ο Σάββας Τσιλιγκιρίδης μια σχεδόν «άγρια» και επίσης ηλεκτρονική «απεικόνιση» του Η Δίκη. Με την επιστροφή της ορχήστρας στη σκηνή η Τάνια Γιαννούλη εξέφρασε με την ιδιότυπη μελωδικότητά της το Περί Τυφλότητος και, τέλος, ο Πέτρος Θεοτοκάτος με αρχική «δομική ύλη» το θέμα τού Tales Of Brave Ulysses των Cream παρουσίασε ένα απλό και λυρικό έργο. Συνολικά ένα ευπρόσδεκτο εγχείρημα, που προσπάθησε να φέρει κάτι αληθινά νέο, όχι μόνο στη μουσική γραφή αλλά και στη σχέση της με τον πεζό λόγο, και καλό θα ήταν να συνεχιστεί, όπως είναι ακριβώς και η πρόθεση των συντελεστών του.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ

 

PEE WEE ELLIS, GAZARTE 12/12

Καθόταν με το γκρι κοστούμι και τη γραβάτα του, στο βάθος, λίγο πιο πέρα από τον πιανίστα, όταν εκείνος αναφώνησε «Bona sera»! Ο ευτραφής 73χρονος, στενός συνεργάτης του James Brown, έβγαλε ένα μαντίλι και σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό του!

«Είστε έτοιμοι για Funk;» ρώτησε ο πιανίστας. Το κοινό που γέμισε το Gazarte το βράδυ της Παρασκευής ανταποκρίθηκε... Ο Pee Wee Ellis σηκώθηκε σαν «γίγαντας» από την καρέκλα και μπήκε στη σκηνή χορεύοντας στον ρυθμό της ιταλικής του μπάντας, των Mob Pepper. Oι πρώτες νότες από το «Sticks» (C. Adderley) ανάβλυσαν από το τενόρο σαξόφωνό του και συνέχισε με James Brown. Ο κόσμος άρχισε να χορεύει...

Ακολούθησαν το «Blue Bell Pepper» από το άλμπουμ του Different Rooms (2005), το «Chicken» (James Brown) και το «Make it Funky», που συνηθίζει να παίζει όταν σμίγει επί σκηνής με τη θρυλική τριάδα των JB Horns (Ellis, Maceo Parker, Fred Wesley). Πέρα από τις δουλειές μαζί τους και 13 σόλο δίσκους, ο PWE έχει πίσω του καμιά τριανταριά ηχογραφήσεις με τον James Brown, πολυετή συνεργασία με τον Van Morrison καθώς και με τους Jack McDuff, Shirley Scott, Brass Fever.

Κάποια στιγμή ευχήθηκε «Καλά Χριστούγεννα στη βροχερή Αθήνα!» παίζοντας κάτι από το τελευταίο του άλμπουμ, The Spirit of Christmas (2013), και για το φινάλε φύλαξε το «Cold Sweat», τη μία από τις δυο επιτυχίες που έχει γράψει με τον James Brown - η άλλη είναι το «Say it loud, I'm black and I'm proud». Αυτό ήταν και το μόνο κομμάτι που τραγούδησε ο Pee Wee Ellis, που αποχαιρέτησε το κοινό μετά από 75 απολαυστικά λεπτά. Ξαναβγήκε για encore, κλείνοντας με το κλασικό «I Feel Good» σε αργή εκτέλεση.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ

 

MORRISSEY, TAE KWON DO 15/12

Παρά την ελαφρώς επεισοδιακή εξέλιξη των περί την έλευση του «Θεού» (για όσους ακούν ανεξάρτητη ποπ μουσική), όλα τελικά εξελίχθηκαν καλώς και είχαμε, έτσι, την ευκαιρία να τον δούμε μια ακόμη, πέμπτη κατά σειρά, φορά (ίσως και τελευταία, έλεγαν οι φαρμακερές γλώσσες, λόγω της ασθένειάς του). Ήρθε, είδε και κατέκτησε ο Morrissey, χωρίς καν να προσπαθήσει - παρ᾽ ότι την ίδρωσε τη φανέλα του και την πέταξε στα αλαλάζοντα πλήθη που τον λατρεύουν. Με προβληματική καριέρα τα πρόσφατα χρόνια (κάποιοι θα αντικαθιστούσαν το «χρόνια» με «δεκαετίες»!), δεν έχει κανένα πρόβλημα να γεμίζει μεγάλους χώρους όπως το γήπεδο του Tae Kwon Do και μάλιστα χωρίς καν να χαρίζει συναυλίες που ικανοποιούν όσους θέλουν να ακούσουν τις επιτυχίες του, τις παλιές με την μπάντα των Smiths και τις πιο καινούργιες από τη σόλο καριέρα του.  Έπαιξε πολλά τραγούδια από το νέο του άλμπουμ με τον ελαφρώς προβοκατόρικο τίτλο World Peace Is None Of Your Business (κάνοντας εκεί κι ένα λογοπαίγνιο που συμπεριελάμβανε και τη λέξη Greece, για να εισπράξει τις δέουσες επευφημίες), τα οποία άλλοι θεωρούν αδύναμα κι άλλοι δεν έχουν αφομοιώσει κι αγαπήσει ακόμα. Αυτό άφησε κάμποσα κενά, που δυσκολεύτηκαν να αναπληρώσουν τα τέσσερα κλασικά κομμάτια από το ανθολόγιο της παλιάς του μπάντας, έδωσαν όμως το κυριότερο συναισθηματικό φορτίο, παρέα με κάποια δικά του όπως το «Suedehead» ή το «Everyday Is Like Sunday» που απογείωσε τους πάντες. H συναυλία είχε τη δική της εσωτερική ένταση, η αγάπη βρισκόταν πρόδηλα στον αέρα και η αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το ακροατήριό του ήταν υποδειγματικά θερμή.

MΑΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

 

MUSICOIN

της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΑΦΕΝΤΖΗ

Με αφορμή ένα αφιέρωμα που τρέχει αυτές τις ημέρες στον En Lefko 87,7 με θέμα τις 5 τελευταίες μουσικές δεκαετίες, σκεφτόμουν πόσο οικείο συναίσθημα είναι να συλλέγεις ελκυστικές μνήμες μέσα σε μια δίωρη εκπομπή, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να παραμυθιάζεις τον εαυτό σου με δάκρυα παρελθοντολαγνείας. Όμως, την ίδια στιγμή, αναρωτιέμαι πόσο πιο ζόρικο θα γίνεται, όσο περνάνε τα χρόνια, να παρουσιάσεις ή να παρακολουθήσεις μια οποιαδήποτε μουσική δεκαετία από το 2010 και μετά ως ένδειξη αξιομνημόνευτης εποχής. Δεν αφορίζω όσα παίζονται, γράφονται και ακούγονται σήμερα, αύριο ή σε 20 χρόνια από τώρα. Απλώς δεν έχω χρόνο να τα εμπεδώσω, πόσο μάλλον να δημιουργήσω αναμνήσεις γύρω απ' αυτά. Και σκέφτομαι πως αυτό που αντιμετωπίζω καθημερινά είναι κάποιες στιγμές απάλευτο. Μιλάω για τη φασαρία της καταιγιστικής πληροφορίας. Που μπορεί να είναι αναμενόμενη έως και καλοδεχούμενη σε επίπεδο τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά, στη μουσική πίστα, πόσους καλλιτέχνες ξεχωριστά ή ταυτόχρονα και για πόσο καιρό μπορείς να παρακολουθήσεις πριν τους τσουβαλιάσεις ή τους αγκαλιάσεις με συνοπτικές διαδικασίες; Το περασμένο καλοκαίρι είχα μια συζήτηση με γνωστό παραγωγό του BBC Radio 1 και με ρώτησε, θέλοντας προφανώς να συγκρίνει τρόπους, πόση ώρα μού παίρνει να καταλάβω αν με αφορούν, μου αρέσουν κι έχουν νόημα μετάδοσης τα demo, τα τραγούδια, τα links, τα wetransfer και οι νέες κυκλοφορίες που λαμβάνω σε καθημερινή βάση. Του απάντησα: «10-15 δευτερόλεπτα... αλλά...», συμπλήρωσα, «όταν κάτι μου αρέσει, θέλω να το ακούσω περισσότερες από 10 με 15 φορές μέσα στην ίδια ημέρα και, αν είναι δυνατόν, να μη με ενοχλήσει κανένα μήνυμα, καμιά φωνή, κανένας θόρυβος κατά τη διάρκεια της ακρόασης».

Και τώρα που λέω «θόρυβος», χθες βρέθηκα να στολίζω ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο σ' ένα σπίτι ανάμεσα σε παιδιά ηλικίας από 12 μέχρι 15 ετών. Μου αρέσει πολύ να μαθαίνω από τους μικρούς ανθρώπους και να τους συναναστρέφομαι. Τους ρώτησα για τις μουσικές τους προτιμήσεις και για τον τρόπο που ανακαλύπτουν νέους ή παλαιότερους καλλιτέχνες. Μεταξύ άλλων ακούστηκε κάτι πολύ ενδιαφέρον από το μικρότερο αγόρι της παρέας. Σε κάποια στιγμή που είχε ανάψει η συζήτηση γύρω από τα μουσικά είδη και μιλούσαν όλοι μαζί ,τους λέω: «Δεν καταλαβαίνω τι λέτε, ένας-ένας, κάνετε φασαρία» - για να μου απαντήσει αστραπιαία και πιο δυνατά απ' όλους ο μικρός: «Γιατί; Και η φασαρία μουσική δεν είναι;»...

Δεν είμαι σίγουρη αν κατάλαβε τι μου είπε ή αν εγώ τελικά το μετέφρασα όπως με βολεύει. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε μια εποχή που αν ήθελες ν' ακουστείς πάνω από τους πολλούς, θα έπρεπε να κάνεις πολύ θόρυβο γύρω από τον εαυτό σου. Σήμερα, που η φασαρία είναι δεδομένη και το σύνδρομο διάσπασης προσοχής απεριόριστο, έχεις 10 δευτερόλεπτα στη διάθεσή σου για να μου δημιουργήσεις μια νότα ανάμνησης. Κοινώς, η παγκόσμια υπερπροσφορά μουσικής εξαργυρώνεται με περιορισμένο νόμισμα πλέον.

 

Η Κατερίνα Καφεντζή (kafka) είναι διευθύντρια προγράμματος του En Lefko 87,7

Δείτε όλα τα σχόλια