Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Για τον Τάκη Μενδράκο

Επιστρέφοντας από τον Βύρωνα, όπου πήγαμε μερικοί φίλοι του λογοτεχνικού σιναφιού να αποχαιρετίσουμε τον Τάκη Μενδράκο, σκεπτόμουν ότι κάποιους ανθρώπους η μνήμη μας τους επαναφέρει ξεσκαλώνοντας κι αφήνοντας πίσω τις εξαρτήσεις από το έργο τους...

του Αλέξη Ζήρα*

 

Επιστρέφοντας από τον Βύρωνα, όπου πήγαμε μερικοί φίλοι του λογοτεχνικού σιναφιού να αποχαιρετίσουμε τον Τάκη Μενδράκο, σκεπτόμουν ότι κάποιους ανθρώπους η μνήμη μας τους επαναφέρει ξεσκαλώνοντας κι αφήνοντας πίσω τις εξαρτήσεις από το έργο τους. [Ας πούμε, τον βιβλιακό τους βίο. Τους επαναφέρει ως οικείες και αγαπητές μορφές που συνόδευσαν ένα μέρος της ζωής μας και που έτυχε (θα μπορούσε και να μην τύχει) συν τοις άλλοις να γράφουν.] Αναρωτιόμουν, τι θα ήταν η ανάμνηση του Τάκη χωρίς την ευγένεια, την έλλειψη έπαρσης, το εταστικό του βλέμμα που συγκέντρωνε ένα περίεργο κράμα παιδικής αθωότητας και εντατικής προσοχής; Να μην του ξεφύγει τίποτε από όσα του έλεγες. Δεν εκφραζόταν άμεσα, έπαιρνε μια βαθειά ανάσα και απαντούσε αργά, καθαρά, με λίγο κοφτή φωνή που πρόσεχε και μετρούσε τις φράσεις του, στρογγυλεύοντάς τις, σαν να μην είχε και μεγάλη εμπιστοσύνη στο αυθόρμητο. Στεκόταν για μια στιγμή [ανάμεσα στην ερώτηση και στην απάντηση, ανασυντάσσοντας μέσα του αυτό που άκουσε, σαν να μην ήθελε να παρασυρθεί σε κάτι που μπορεί μετά να αποδεικνυόταν δυσάρεστο,] βρίσκοντας συνήθως βοήθεια, σ' αυτές τις μικρές του σιωπές, στο άναμμα ή στο σβήσιμο του πολλοστού τσιγάρου του που το έκανε -όπως ο Γιάννης Ρίτσος, το ίνδαλμά του- με ιδιαίτερη φροντίδα, σαν να έβρισκε εκεί μια ευκαιρία καταφυγής, ένα πρόσχημα, μια άμυνα! Είχε ο Τάκης όλα τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου εσωστρεφούς που δεν ανοιγόταν εύκολα. Αλλά και μήπως το λεγόμενο περικείμενο, ό,τι περιβάλλει τον συγγραφικό μας βίο, το ήθος τελικά μιας ζωής η οποία δεν υπήρξε γι' αυτόν εύκολη, με καταδιώξεις, με ταπεινώσεις, με περιορισμούς, δεν καρποφόρησε σ' εκείνον με μια χαρακτηριστική βραδύτητα; Δεν μεταμορφώθηκαν όλα όσα έζησε κι έγιναν κάποια στιγμή στα μάλλον όψιμα χρόνια του το μικρό του χωραφάκι της λογοτεχνίας, ένα «χωραφάκι» που το αναδέχθηκε ο Τάκης με τη συγκινητική απλότητα και τον έρωτα κάποιου που νοιάζεται για το απολύτως ουσιώδες; Ας δούμε ξανά τα σαν μινιατούρες, λυπημένα και σχεδόν ψιθυριστά ποιήματά του, τα σύντομα, μιας πνοής αυτοβιογραφικά του πεζά, τα ευσυνειδήτως λιτά κριτικά του στα Επίκαιρα, στην Αυγή, στο Διαβάζω. Τον είχα στον νου μου πάντοτε. Ρωτούσα με κάθε ευκαιρία την Αγγελική τι γίνεται. Του τηλεφωνούσα κατά διαστήματα, γνωρίζοντας εδώ και μερικά χρόνια ότι του ήταν δύσκολες πια οι πολλές μετακινήσεις από το μικρό του διαμέρισμα στον Άγιο Σώστη. [Τις σπάνιες φορές που έβγαινε είχε απαραίτητη συντροφιά του ένα μπαστούνι, το βάδισμά του είχε γίνει πολύ προσεκτικό και, νομίζω, ένα από τα πράγματα που του άφησαν με τα επισκεπτήριά τους οι αρρώστιες και του ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό ήταν αυτή η έλλειψη σβελτάδας, η ανάγκη να συμβιβαστεί με τις μικρές κινήσεις των γερόντων.] Ένιωθε εξαρτημένος [από τους άλλους, και μόνο από αυτό] και να σκεφθεί κανείς ότι ήταν αυτός ο ίδιος άνθρωπος, μικρόσωμος, λιανός αλλά τότε ιδιαίτερα κινητικός και νευρώδης, μ' ένα εσωτερικό άγχος να τον κατατρώει σε ό,τι έκανε, που μου έλεγε πριν κάποια χρόνια ότι είχε καταφέρει, σε ώριμη ηλικία πια, να διατηρεί κάθε καλοκαίρι μερικές μέρες καταδικές του, μέρες τις οποίες περνούσε κάνοντας ένα είδος ετήσιας σπονδής στην εποχή των νεανικών «σωφρονιστικών» του εγκλεισμών στη Μακρόνησο! Εκεί είναι που σφυρηλατήθηκαν οι αντοχές του, κυρίως όμως εκεί διαπλάστηκε με κάπως μοιραίο τρόπο αυτή η διάθεση ανεξαρτησίας και μονήρους, ασκητικής αναδίπλωσης που γνώρισα σε πολλούς από όσους πέρασαν από το σχολείο των στρατοπέδων αναγκαστικής διαβίωσης στη δεκαετία του '40. [Εν αντιθέσει όμως με άλλους, εκείνος μιλούσε για όλα αυτά με πολλή δυσκολία, με εξαιρετική και εξ ιδιοσυγκρασίας φειδώ.] Θυμάμαι ωστόσο που ένα καλοκαίρι τον συνάντησα αναπάντεχα και με κάποια έκπληξη στο πλοίο που πήγαινε κόστα κόστα προς το Πόρτο Χέλι: ήταν μονάχος του, φορτωμένος ένα βαρύ σακίδιο στην πλάτη, με κοντό παντελονάκι και ψάθινο καπέλο. Κατέβηκε στην Ερμιόνη βαδίζοντας με μια νεανική ελαφράδα??? από εκεί, όπως μου είπε όσο ταξιδεύαμε, θα περνούσε στην απέναντι Δοκό, κατασκηνώνοντας για μερικές μέρες σε μία από τις παραλίες του νησιού. Με τον Τάκη πέρασα αμέτρητες ώρες γύρω από τραπέζια επιτροπών και συμβουλίων. Η πολύχρονη εργασία του στα λογιστικά του Πάπυρου μας έλυνε πολλές φορές τα χέρια και του αναθέταμε στα διοικητικά συμβούλια της Εταιρείας Συγγραφέων τη θέση του ταμία, ίσως με κάποια διάθεση ψηλομύτικης απεμπλοκής μας από τα οικονομικά, τα τεφτέρια και τα κατάστιχα. Και ενώ είν' αλήθεια ότι δεν τον χαροποιούσε, όσο περνούσε ο καιρός ολοένα και περισσότερο, αυτή η σχεδόν διά βίου ταύτισή του με τη σύνταξη των ισολογισμών, συνήθως [οι αντιστάσεις του ήταν μετρημένες, τον πείθαμε με τον τρόπο μας ότι και έτσι ήταν απολύτως απαραίτητος και] δεχόταν σχεδόν αδιαμαρτύρητα τον νέο κύκλο της ενασχόλησής του, λέγοντας μόνο με υπόπικρο χιούμορ «ελπίζω να είναι αυτή η τελευταία!» Που ποτέ δεν ήταν. Τώρα, όπως γράφω αυτό το μεταθανάτιο για τον Τάκη, σκέπτομαι πόσο καταναγκαστικό, τι ασήκωτη αλυσίδα τού ήταν γενικότερα το επάγγελμα του λογιστή. Να αποτελεί τη μοναδική, ή μια από τις ελάχιστες επιλογές του καθώς επέστρεφε από τη Μακρόνησο και προσπαθούσε να επανενταχθεί σ' έναν κόσμο κλεισμένο στον εαυτό του, μουδιασμένο και φοβισμένο. [Τι του έμενε περισσότερο, έχοντας τη ρετσινιά και την ενοχή του δηλωσία, ενοχή επαυξημένη από την απάνθρωπη επιταγή της κομματικής, ηθικής ορθότητας η οποία διέλυσε ανθρώπους και ανθρώπους.] Όσες φορές ακούω να γίνονται συζητήσεις για τα χρόνια εκείνα, για τις θηριωδίες των νικητών και τις ιδεολογικές ανεδαφικότητες και ματαιοδοξίες της επίσημης γραμμής των ηττημένων, θυμάμαι τη σπαρακτική μέσα στη λιτότητά της αφήγηση του Τάκη, σωσμένη τώρα στα πεζά του Εξ ακανθών (2006, σ. 53): «Μετά από ξυλοδαρμό, οι βασανιστές της Μακρονήσου με πετούν σε μια άθλια σκηνή: Σ' αυτή την άθλια σκηνή δεν υπήρχε κανένα αντικείμενο. Μια λάμπα θυέλλης έριχνε το χλωμό, αδύναμο φως της στο χώρο. Όταν συνήθισε το μάτι, ξεχώρισα καμιά δεκαριά ανθρώπινες σκιές καθισμένες στο χωμάτινο δάπεδο, με τη ράχη ακουμπισμένη στα παραπέτα [...] [Δε μιλούσε κανείς, δεν κοιτούσε κανείς και πουθενά, αλλά τα χέρια, τα πόδια και το κεφάλι ταράζονταν από μια μόνιμη τρεμούλα - αργότερα έμαθα ότι οι ψυχίατροι την ονομάζουν τρόμο.] Μέσα στην απόλυτη αλλά εφιαλτική ησυχία, κάποια στιγμή όρμησε ένας απ' αυτούς, αναρριχήθηκε σαν αίλουρος στον ιστό, πέταξε κάτω τη λάμπα και η σκηνή βυθίστηκε στο σκοτάδι. Τότε, σα να δόθηκε σύνθημα, άρχισαν όλοι μαζί να στριγκλίζουν, να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο και ν' αγκαλιάζονται ή να σπρώχνονται σ' ένα αξιοθρήνητο ανθρώπινο κουβάρι. Όταν οι φρουροί άκουσαν το θόρυβο, μπήκανε με φακούς, άναψαν τη λάμπα, μοίρασαν μερικά χαστούκια, αποκατέστησαν την τάξη κι άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει: θέλω να υπογράψω δήλωση».

 

* Ο Αλέξης Ζήρας είναι κριτικός λογοτεχνίας

Δείτε όλα τα σχόλια