Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Επιστροφή στο αρχέγονο

ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΛΙΔΑΣ, Όφις οικουρός. Σχέδια: Βασιλική Γεροκώστα. Εκδόσεις του Φοίνικα, σελ. 319   Ο Νίκος Κατσαλίδας είναι ποιητής της «πατρίδας», του φυσικού τοπίου, των στοιχείων και...

ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΛΙΔΑΣ, Όφις οικουρός. Σχέδια: Βασιλική Γεροκώστα. Εκδόσεις του Φοίνικα, σελ. 319

Ο Νίκος Κατσαλίδας είναι ποιητής της «πατρίδας», του φυσικού τοπίου, των στοιχείων και των στοιχειών ενός κόσμου αρχέγονου, όπου το κάθε πράγμα, ακόμα και το πιο ελάχιστο ή το πιο ταπεινό και αφανές για το δικό μας βλέμμα, όσων δηλαδή ζήσαμε με την ομοιομορφία και μάθαμε να μην παρατηρούμε τις διαφορές, έχει τη δική του, κυριολεκτική αλλά και συμβολική σημασία. Το ότι είναι ποιητής του φυσικού τοπίου, δένοντας στην ποίησή του τον τρόπο της άμεσης ζωής των ανθρώπων που διά βίου έχουν πάνω τους τον ουρανό και κάτω τους τη γη, με τις μαγγανείες, τις γητειές, τους θρύλους και τους οιωνούς ως καθημερινούς κανόνες, ασφαλώς φαίνεται από τους τίτλους αρκετών βιβλίων του που δημοσίευσε μετά το 1994. Συνάμα όμως και από τη διαπίστωση που επαναλαμβάνεται στον Όφι οικουρό ότι οι τίτλοι συλλογών ή μεμονωμένων ποιημάτων δεν διακοσμούν αλλά φωτίζουν ενεργά τη διαλεκτική τους σχέση με ό,τι ακολουθεί στη συνέχεια. Ιδού μερικοί τίτλοι βιβλίων του Κατσαλίδα: Το μοιρολόι του βουρκωμένου βουνού (1994), Η αμβροσία των βράχων (1997), Η πύλη των βοριάδων (1998), Οι προφητείες των δέντρων (1998), Τα εραλδικά της κίχλης (2008) κ.α. Και να, λ.χ., πώς η πραγματολογική αναφορά του τίτλου ενός ποιήματος, προβάλλει στη βιωματική σχέση του ποιητή με τον χρόνο: «Το ρολόι της Κακαβιάς: Όταν ξεκινάω για να πάω στη μάνα μου/ μια ώρα μπρος πηδάει και προσπερνάει./ Όταν για τη μητριά γυρίζω - μια ώρα πίσω».

Ο Όφις οικουρός είναι μια καλοτυπωμένη συλλογή 304 τρίστιχων ποιημάτων, φροντισμένη με σχέδια ταιριαστά της Βασιλικής Γεροκώστα, η οποία εκτός των άλλων είναι και ενδιαφέρουσα πεζογράφος. Ποιήματα ελεγειακά ως επί το πλείστον, νοσταλγικά μιας ζωής που τώρα είναι ένα και το αυτό με τη σιωπή των βουνών και τους ήχους των στοιχείων της φύσεως. Ποιήματα με μοναχικά δέντρα, πουλιά και ζώα, που λίγο απέχουν από το να έχουν ανθρώπινη λαλιά, έτσι όπως είναι μέρος αναπόσπαστο ενός οικοσυστήματος που αντιστέκεται στο χρόνο ή, μάλλον, που εντάσσει τον χρόνο μέσα του. Ποιήματα όμως, επίσης, που εισδύουν ως καταστάσεις λύπης στην εσωτερική ζωή του ποιητή, έτσι ώστε η μελαγχολία τους να μετοικεί όπου αυτός μετοικεί, κάνοντάς τον να βλέπει αμεσότερα το ουσιώδες: «Άλλοι μιλούν στα στενορύμια με τα κινητά/ άλλοι μιλούν στα σταυροδρόμια μόνοι τους/ και κατά κόσμο, όλοι, τελικά, παραμιλούνε», ή «Τι έγινε το κέρμα σου, τα σκουριασμένα λύτρα;/Πώς να σε πάρει ο χάροντας δίχως τον οβολό σου;/ Ποιός πέρασε Αχέροντα με τρύπιες, άδειες τσέπες;» (σ.148)

 

***

Με μια έννοια πολλά από τα τρίστιχα του Κατσαλίδα, και βέβαια αυτά στα οποία τηρεί τον ρυθμό και το πλέξιμο του παραδοσιακού 15σύλλαβου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν θαυμάσιες τερτσίνες, καθώς συχνά πρόκειται για τρίστιχα ομότροπα και ομοθεματικά ως προς τη γλώσσα και το νόημά τους. Δεν λέω ότι και τα 304 τρίστιχα του Όφεως οικουρού είναι το ίδιο επιτυχημένα, διότι σ' αυτή την ποίηση το χέρι το οδηγεί πρώτα η έμπνευση, ο ρυθμός της γραφής που ταιριάζει με την ομιλία, τα τραγούδια και τον αυθόρμητο γνωμικό λόγο των μικρών εθνοτικών κοινοτήτων, όπως και ο ποιητής, γιός λαογράφου άλλωστε, γεννημένος στην περιοχή των Αγίων Σαράντα. Όπως όλα τα δημώδη ποιήματα, δίστιχα ή τρίστιχα, έτσι κι αυτά έχουν μέσα τους το στοιχείο του αυθόρμητου, του παιγνιώδους, του άμεσα εύπλαστου, του υβριδικού, για τούτο και σε πολλές επιβιώσεις λαϊκών δίστιχων ή τρίστιχων, λ.χ. στις κρητικές μαντινάδες, στα δίστιχα του στρατού, στις θεατρικές ατάκες, μπορεί η εξωτερική φόρμα να είναι σταθερή (12σύλλαβη ή 15σύλλαβη) αλλά δεν είναι σπάνιο να συνυπάρχουν στους στίχους λέξεις από διαφορετικές στιγμές της γλωσσικής ιστορίας. Έτσι και στα τρίστιχα του Κατσαλίδα, μπερδεύονται ενίοτε, μέσα από τους συνειρμούς της φαντασίας του, αυτοματικούς ή όχι, λέξεις σύγχρονες με εκφράσεις παραδοσιακές, ή λέξεις ιδιωματικές, της περιοχής της Βορείου Ηπείρου, όπου γεννήθηκε, με εκφράσεις λόγιες: «Τρεις μαχαιριές μπηχτήκανε στη ραχοκοκαλιά της/ Κι εκτός τειχών αιμορραγούν τα μαύρα ριζοχώρια/ Κούκος στη Βράνια δεν λαλεί, πουλί στη Λεσινίτσα» (σ. 314) ή « Οι ωροδείχτες σάστισαν στη σέλα της σελήνης/ Οι λεπτοδείχτες λύθηκαν στα δώδεκα λιοστάσια/ Στα δώδεκα μεσάνυχτα ο φωτισμός της γύμνιας» (σ. 211).

 

***

Το σπιτόφιδο, ο πανάρχαιος όφις οικουρός που σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία δόθηκε από την Αθηνά στον διφυή βασιλιά της πόλης της Αθήνας, τον Κέκροπα, από τη μέση και κάτω φιδίσιο, είναι ένα από τα γνωστότερα σύμβολα των λαϊκών δοξασιών και των ανάλογων εθίμων για την αδιατάρακτη ζωή του σπιτιού, και, κατά προέκταση, του χωριού, της πόλης ή και της κοινωνίας συνολικά. Η παρουσία του σήμαινε ότι υπήρχε κοινωνική ζωή, ότι οι δεσμοί ανάμεσα στις γενιές των κατοίκων του χωριού ήταν ανθεκτικοί. Μια και τα σύμβολα αυτά διαχέονταν ή εξακολουθούν να διαχέονται σε ομόρριζους τόπους, να θυμίσω ότι ο όφις οικουρός εμφανίζεται και στην ελληνόφωνη λογοτεχνία: λ.χ. έτσι τιτλοφορείται ένα ωραίο διήγημα του Ανδρέα Μήτσου από τις Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού (1990), ενώ στο διήγημα του Κύπριου πεζογράφου Νίκου Νικολαΐδη «Το χωριό χωνεύεται» περιγράφεται η βαθμιαία διάλυση ενός παραγκομαχαλά, φτιαγμένου από πρόχειρα υλικά, σε σκουπιδότοπο έξω από τη Λευκωσία, με προμήνυμα αυτής της διάλυσης και του οριστικού αφανισμού ανθρώπων και σπιτιών τη φυγή του σπιτόφιδου: «Το χωριό χωνεύτη. Ως και το μαυροφίδι - στοιχειό του χωριού - σύρθη κ' έφυγε μακρυά».

Ετούτο τον συμβολισμό της ενοποιού παρουσίας του οικουρού όφεως τονίζει στο εισαγωγικό απόσπασμα του συναξαριού της, δηλ. της βιογραφικής της αφήγησης, η γιαγιά του ποιητή: «Είν' ο φύλακάς μας, πνεύμα το στοιχειό, ο οικουρός ο όφις των παπούδων, φίδι του σπιτιού το λέμε εμείς σήμερα». Και πράγματι, είτε ως παρουσία είτε ως σύμβολο μιας ενιαίας γενεαλογικής γραμμής, το σπιτόφιδο παίρνει στην ποίηση του Κατσαλίδα τη μορφή ενός «προσώπου-φρουρού», όχι μόνο της ατομικής αλλά και της ευρύτερης, συλλογικής μνήμης : «Απόψε ψάχνω νοερά στα πατρικά της μνήμης,/ τα ελατήρια που σιωπούν στα δρύινα συρτάρια./ Λαμπύριζε στο έρεβος τα μάτια ο οικουρός μας» (σ. 14), ή, προς το τέλος της συλλογής, όπου η μνήμη επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο, ερειπωμένον έστω και χωρίς ανθρώπινες ζωές, αλλά απείραχτον στην ποιητική φαντασία, και με την επιστροφή της καλεί νοερά τον οικουρό να γυρίσει κι αυτός, ως πνεύμα του σπιτιού: «Κι ο οικουρός μʼ αναζητάει στα μυθικά ποτάμια, / που 'ναι οι ψυχές μετέωρες κι άδεια τα κοιμητήρια./ Κι όταν μ' ακούει τη φωνή γυρνάει στο σπιτικό μας» (σ. 315).

 

Ο Αλέξης Ζήρας είναι κριτικός λογοτεχνίας

Δείτε όλα τα σχόλια