Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το δικαίωμα της μνήμης και της λήθης στην ψηφιακή εποχή

Τον Μάιο του 2014, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφασή του, αναγνώρισε το «δικαίωμα στη λήθη», υποχρεώνοντας την google να αποδεχτεί το αίτημα πολιτών για διαγραφή συνδέσμων που οδηγούν σε προσωπικά τους δεδομένα. Επίσης, εδώ και δύο χρόνια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή...

Τον Μάιο του 2014, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφασή του, αναγνώρισε το «δικαίωμα στη λήθη», υποχρεώνοντας την google να αποδεχτεί το αίτημα πολιτών για διαγραφή συνδέσμων που οδηγούν σε προσωπικά τους δεδομένα. Επίσης, εδώ και δύο χρόνια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκφράσει την πρόθεσή της να αναθεωρήσει τον Κανονισμό προστασίας των προσωπικών δεδομένων, ενισχύοντας το «δικαίωμα στη λήθη». Και οι δύο αυτές εξελίξεις έχουν προξενήσει διεθνώς μεγάλη συζήτηση. Άλλοι τις έχουν χαιρετίσει ως νίκη της ιδιωτικότητας και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, άλλοι –μεταξύ τους πολλοί ιστορικοί και αρχειονόμοι, καθώς και οι φορείς τους– έχουν εκφράσει έντονες αντιρρήσεις τους για τις επιπτώσεις στην ιστορική έρευνα, τη μνήμη και τη γνώση, από τη διαγραφή στοιχείων και πληροφοριών. Γι' αυτό τον λόγο απευθυνθήκαμε στον Πολυμέρη Βόγλη (ιστορικό, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), τον Αντώνη Μπρούμα (δικηγόρο, ακτιβιστή των ψηφιακών δικαιωμάτων· βλ.www.lawandtech.eu) και στον δικηγόρο Βασίλη Σωτηρόπουλο (δικηγόρος, διαχειριστής του ιστολογίου e-lawyer) ζητώντας τους την άποψή τους για τις εξελίξεις αυτές για το αν μπορούν να συμπορευθούν το δικαίωμα στη μνήμη και το δικαίωμα στη λήθη, αν συμμερίζονται τις ανησυχίες.

 

H αλήθεια και η λήθη

του Βασίλη Σωτηρόπουλου

 

Δεν συμμερίζομαι τις ανησυχίες που διατυπώνονται δημοσίως σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις για την αναγνώριση ενός «δικαιώματος στη λήθη» από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διεκτραγωδείται ότι θα επιβληθούν νέοι κανόνες λογοκρισίας και παρεμπόδισης πρόσβασης στην διαδικτυακή ενημέρωση, με αποτέλεσμα την κατίσχυση της ιδιωτικότητας έναντι της διαφάνειας και την αχρήστευση των τεχνολογικών εργαλείων που διευκολύνουν την ιστορική έρευνα, την επιστημονική αναζήτηση και την δημοσιογραφία. Η ηρεμία μου οφείλεται στο ότι οι ανησυχούντες δεν έχουν, φαίνεται, αντιληφθεί την περιορισμένη έκταση και το στενό πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται ότι δεν έχουν καν διαβάσει την απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. που σχολιάζουν ή το σχέδιο Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που συζητείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ας ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, ορισμένα ζητήματα ορολογίας που είναι καθοριστικά για το «δικαίωμα στη λήθη».

Με τον όρο «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοείται κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο, η ταυτότητα του οποίου είναι γνωστή ή μπορεί να προσδιοριστεί με μια σειρά από κριτήρια. Πρόκειται για τον ορισμό που κατοχυρώνεται σε όλες τις νομοθεσίες των κρατών της Ε.Ε. Αυτή η, εκ πρώτης όψεως, γενικόλογη διατύπωση εξαιρεί, πρώτα, τους νεκρούς: φυσικά πρόσωπα είναι μόνο όσοι βρίσκονται στη ζωή. Άρα, οι ανησυχίες περί εργαλειακής χρήσης του «δικαιώματος στην λήθη» για την εξάλειψη κρίσιμων ιστορικών πληροφοριών από το Διαδίκτυο, καταστατικά, δεν μπορεί να αφορά πρόσωπα τα οποία δεν βρίσκονται στη ζωή – που είναι ενδεχομένως και τα περισσότερα. Για τα «ιστορικά πρόσωπα» που μας άφησαν χρόνους δεν νοείται, λοιπόν, δικαίωμα στην λήθη.

Έπειτα, θα πρέπει να διαχωρίσουμε το ισχύον, το οποίο απλώς επιβεβαίωσε το Δικαστήριο της Ε.Ε., από το σχεδιαζόμενο δίκαιο, δηλαδή το σχέδιο του Κανονισμού. Το ισχύον «δικαίωμα στην λήθη» δεν είναι τίποτε περισσότερο από το δικαίωμα «αντίρρησης» που αναγνωρίζει ήδη από το 1995 η ευρωπαϊκή νομοθεσία σε κάθε άτομο που επιθυμεί να μην τυγχάνουν οι πληροφορίες που το αφορούν αντικείμενο αθέμιτης επεξεργασίας. Κάθε άτομο έχει δικαίωμα να προβάλλει την «αντίρρησή» του για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν. Το δικαίωμα αυτό συνεπάγεται μόνο ότι ο «υπεύθυνος επεξεργασίας» των δεδομένων έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί με το αίτημα, εφόσον η επεξεργασία είναι αντίθετη σε διατάξεις για την προστασία προσωπικών δεδομένων· εάν απορρίψει το αίτημα, οφείλει να θέσει υπόψη τους λόγους απόρριψης στον αιτούντα και στην αρμόδια ανεξάρτητη αρχή. Το μόνο που προσέθεσε στην ερμηνεία του κανόνα αυτού η απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. είναι ότι «υπεύθυνος επεξεργασίας» είναι και η Google, όταν αναμεταδίδει προσωπικά δεδομένα (όχι κάθε πληροφορία!) που διατηρούνται σε ιστοσελίδες τις οποίες καταλογογραφεί. Το θεωρώ στοιχειώδες, καθώς ίσχυε από πάντα, ενώ τώρα έγινε δικαστικά σαφές.

Το σχεδιαζόμενο «δικαίωμα στην λήθη» στον Κανονισμό της Ε.Ε. απλώς προσθέτει άλλη μια υποχρέωση στον υπεύθυνο επεξεργασίας: να ενημερώσει και όλους τους άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας που έχουν αντλήσει πληροφορίες από αυτόν, ότι υποβλήθηκε ένα αίτημα διαγραφής. Δεν αρκεί δηλαδή το Google να αφαιρέσει από την καταλογογράφησή του μια ιστοσελίδα που περιέχει αθεμίτως προσωπικά δεδομένα· θα πρέπει να ενημερώσει και τον διαχειριστή της ιστοσελίδας ότι υποβλήθηκε αίτημα αφαίρεσης. Αίτημα με τέτοιο περιεχόμενο δεν μπορεί βεβαίως να γίνεται δεκτό, όταν υποβάλλεται από ένα δημόσιο πρόσωπο ή πρόσωπο της επικαιρότητας για ζητήματα που δεν σχετίζονται με την ιδιωτική του ζωή, όπως με λεπτομέρεια έχει χαρτογραφηθεί ο όρος αυτός εδώ και δεκαετίες από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα είναι ίσης νομικής αξίας με την ελευθερία της έκφρασης, της έρευνας, της πρόσβασης στην πληροφόρηση. Στην πράξη, όμως, η ιδιωτικότητα είναι πολύ πιο ευπαθές αγαθό σε σχέση με την ελεύθερη έκφραση: από τη στιγμή που θα εκτοξευθεί μια πληροφορία στο Διαδίκτυο, θεμιτώς ή μη, μετά δύσκολα μπορεί να ανακληθεί. Το θεσμικό πλαίσιο για την προστασία και την ελεύθερη κυκλοφορία των προσωπικών δεδομένων δεν εισάγει μονοσήμαντες απαγορεύσεις, αλλά θεσπίζει κανόνες στάθμισης και εγγυήσεις διαφάνειας, ώστε καθένας να γνωρίζει ποιοί, για ποιούς σκοπούς και έως πότε θα χρησιμοποιούν προσωπικές πληροφορίες που τον αφορούν. Ώστε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να μπορέσει να αντιταχθεί σε παραβάσεις των δικαιωμάτων του και να υπάρχει θεσμικό όργανο για να αποφασίζει με ανεξαρτησία, ειδίκευση και ταχύτητα, ποιός έχει, κάθε φορά, δίκιο.

 

 

Οργανώνοντας τη λήθη και τη μνήμη σε εποχές όξυνσης του κοινωνικού πολέμου

του Αντώνη Μπρούμα

 

Το δικαίωμα στη λήθη και η απόφαση Google Spain του ΔικΕΕ. Την εποχή του ψηφιακού πανοπτικού εύλογα απασχολεί την επικαιρότητα η συζήτηση γύρω από το δικαίωμα στη λήθη. Την αφορμή έδωσε η απόφαση Google Spain (C-131/12) του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ("ΔικΕΕ") της 13ης Μαΐου 2014. Με την απόφαση του αυτή το ΔικΕΕ, αφού έκρινε ότι ένα τέτοιο δικαίωμα αναγνωρίζεται από την ισχύουσα ήδη από το 1995 Ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, κατόπιν υποχρέωσε τον διαδικτυακό κολοσσό της Google να παρέχει στους Ευρωπαίους πολίτες τη δυνατότητα να ζητούν τη διαγραφή μέρους ή του συνόλου των προσωπικών τους δεδομένων από τις μηχανές αναζήτησής της. Έτσι, κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης απόφασης η Google προσφέρει πλέον στην Ευρωπαϊκή έκδοση της μηχανής αναζήτησής της το δικαίωμα σε κάθε χρήστη να αιτείται επιγραμμικά, με απλές διαδικασίες και με άμεσο αποτέλεσμα τη διαγραφή υπερσυνδέσμων, που παραπέμπουν σε προσωπικά του στοιχεία.

Το δικαίωμα στη λήθη και ο προτεινόμενος κανονισμός της Ε.Ε. Ήδη όμως από το 2012 είχε προηγηθεί της απόφασης του ΔικΕΕ η φιλόδοξη πρόταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενός γενικού Κανονισμού για την εκτεταμένη αναθεώρηση του νομικού πλαισίου της Ένωσης αναφορικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Επειδή προέβλεπε ρητώς ένα αγώγιμο δικαίωμα των πολιτών της ΕΕ στην ψηφιακή λήθη, ο προτεινόμενος Κανονισμός συνάντησε εξαρχής, τουλάχιστον ως προς αυτό το σημείο του, τη σθεναρή αντίδραση των εταιρικών λόμπι του διαδικτύου. Αυτό όμως δεν εμπόδισε την υιοθέτηση στις 12 Μαρτίου του 2014 του δικαιώματος στην ψηφιακή λήθη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και σε ισχυροποιημένη μάλιστα εκδοχή. Πλέον έπεται η υιοθέτηση του προτεινόμενου Κανονισμού από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η τελική επικύρωση από την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο, ώστε οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλέον να απολαμβάνουν ενός άμεσης επίκλησης, ρητού και διευρυμένου δικαιώματος έναντι των εταιρειών για τη διαγραφή κάθε ψηφιακού τους ίχνους εντός και εκτός του παγκόσμιου ιστού.

Η κριτική θεώρηση της αστικής αντίληψης περί ιδιωτικότητας. Μια συζήτηση γύρω από το δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη πρέπει να το τοποθετεί στο κοινωνικό –ιστορικό του πλαίσιο και να το αναλύει από κριτική- ανταγωνιστική σκοπιά. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει κατ' αρχάς να ειπωθεί ότι, όπως και κάθε άλλο αστικό δικαίωμα, το δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη αφικνείται από την Λοκιανή ιδέα της ιδιοκτησίας του εαυτού, της εργασίας του και των παραγώγων της. Σε συνθήκες κυριαρχίας της καπιταλιστικής αγοράς η θεσμοθέτηση μίας τέτοιας αντίληψης για την ιδιωτικότητα εκδηλώνεται κυρίως ως ελευθερία των ανθρώπων να εκποιούν κομμάτια της ιδιωτικής τους ζωής σε αντάλλαγμα για προϊόντα / υπηρεσίες, οδηγώντας έτσι στην μετατροπή της ιδιωτικότητας σε εμπόρευμα και στη διείσδυση των λογικών του εμπορεύματος σε πρότερα ανέγγιχτες από αυτό πτυχές ανθρώπινης δραστηριότητας. Επιπρόσθετα, η αστική αντίληψη περί ιδιωτικότητας ομνύει αποκλειστικά σε τεχνοκρατικούς-κρατικοδικαιικούς και, συνεπώς, μη πολιτικούς τρόπους για την επίλυση της έντασης μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας, ενισχύοντας αναπόφευκτα την κρατική επιτήρηση.

Η ατομική λήθη ενάντια στο κεφάλαιο και στο κράτος. Εντούτοις, κάθε αστικό δικαίωμα, αντλώντας από τις αρχές ισοελευθερίας της Γαλλικής αστικής επανάστασης, διατηρεί έναν χειραφετητικό πυρήνα, ενώ επιτελεί και μία αντιεξουσιαστική λειτουργία έναντι της κρατικής εξουσίας και της εξουσίας του κεφαλαίου. Αν λοιπόν αποδεχόμαστε ότι μία από τις κύριες μορφές κεφαλαίου στον δικτυοκρατικό καπιταλισμό του Facebook και της Google είναι τα εκχωρούμενα από τους χρήστες προσωπικά δεδομένα, η καταστροφή των δεδομένων αυτών μέσα από το δικαίωμα των χρηστών να ζητούν να διαγραφούν αποτελεί μία πολύ απτή καταστροφή κεφαλαίου, που, επιβαλλόμενη κρατικά, έχει βρει καθόλου τυχαία κάθετα αντίθετους τους μεγάλους παίκτες της αγοράς διαδικτυακού περιεχομένου. Στρεφόμενο και κατά του κράτους ένα τέτοιο δικαίωμα θέτει σοβαρούς περιορισμούς στο φαινόμενο της εκτεταμένης κρατικής επιτήρησης. Συμπερασματικά, το δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη δεν ανατρέπει τον χαρακτήρα της αστικής αντίληψης για την ιδιωτικότητα ως ιδιοκτησίας του εαυτού, αντίθετα στηρίζεται απόλυτα πάνω σε αυτόν, όχι όμως αυτή τη φορά στην κατεύθυνση της εμπορευματοποίησης και της επιτήρησης του εαυτού αλλά στην χειραφετητική και αντιεξουσιαστική κατεύθυνση της διατήρησης μίας σφαίρας μη ελέγχου από τα κράτη και τις εταιρείες, μίας εν δυνάμει σφαίρας ατομικής και συλλογικής χειραφέτησης και πολιτικής δράσης.

 

Η μνήμη της κοινωνίας ενάντια στη λήθη της κυριαρχίας. Τα αστικά δικαιώματα χαρακτηρίζονται από την αρχή της τυπικής ισότητας, παραμένοντας έτσι ουδέτερα απέναντι στις σύγχρονες πολύ απτές συσσωρεύσεις κοινωνικής εξουσίας. Σε κοινωνίες ουσιαστικής ανισότητας η μεταχείριση άνισων καταστάσεων από τον νόμο ως τυπικά ίσων διευρύνει την κοινωνική αδικία. Στο ίδιο μήκος κύματος και το δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη δεν έχει μόνο τις χειραφετητικές και αντιεξουσιαστικές λειτουργίες, που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά δύναται εν δυνάμει να εργαλειοποιηθεί και από πρόσωπα με κοινωνική εξουσία για τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης, της ελευθερίας του τύπου, της ελευθερίας της επιστημονικής έρευνας και της ιστορικής μνήμης. Η σχέση άλλωστε των δικαιωμάτων για την προστασία των προσωπικών δεδομένων με τις ελευθερίες έκφρασης και πληροφόρησης ήταν από ανέκαθεν μία σχέση έντασης. Τέτοια λοιπόν ισχυρά πρόσωπα, ατομικά ή εν χορώ, θα έχουν κάθε συμφέρον να επικαλεστούν την ιδιοκτησία του εαυτού τους και την προσωπική τους αυτονομία απέναντι στην κοινωνία, για να περιορίσουν τον σε βάρος τους δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο και κριτική, να λογοκρίνουν την ενημέρωση γύρω από τη δημόσιά τους δράση ή ακόμη και να ξαναγράψουν την ιστορία.

Προτάσεις πάνω στη ριζοσπαστικοποίηση του δικαιώματος στην ψηφιακή λήθη. Σε εποχές όξυνσης του κοινωνικού ανταγωνισμού Για την ποσοτική ριζοσπαστικοποίηση του δικαιώματος στην ψηφιακή λήθη προτείνονται τα εξής :

Διεύρυνση του χειραφετητικού πυρήνα του δικαιώματος – Οι διατάξεις του προτεινόμενου Κανονισμού διατηρούν πολλές προϋποθέσεις / εξαιρέσεις, που αδυνατίζουν την αντιεξουσιαστική λειτουργία του δικαιώματος στη λήθη. Ζητούμενο αποτελεί λοιπόν η ισχυροποίηση του δικαιώματος ως ατού έναντι των εταιρειών αλλά και έναντι τρίτων, στους οποίους προσωπικά δεδομένα μεταπωλήθηκαν, καθώς και η ανάθεση της αρμοδιότητας για την κρίση περί μη διαγραφής όχι στις εταιρείες αλλά στην ανεξάρτητη αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Κατάργηση της Εξαίρεσης των Αστυνομικών / Δικαστικών Αρχών – Ο προτεινόμενος Κανονισμός εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τον στενό πυρήνα του κράτους, δηλαδή τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές. Για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων πολιτών από τις εν λόγω αρχές προτείνεται μία ειδικότερη Ενωσιακή Οδηγία. Στη δε Ελληνική νομοθεσία οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής συλλήβδην της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων. Αν ληφθεί υπόψη ότι τα ατομικά δικαιώματα απευθύνονται κατ' αρχήν έναντι του κράτους, είναι οξύμωρο από την εφαρμογή τους να εξαιρείται ο στενός πυρήνας του. Συνεπώς, μία παραλλαγή του δικαιώματος αντίρρησης ή/και διαγραφής προσωπικών δεδομένων πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής και έναντι κάθε δημόσιας αρχής, με προϋποθέσεις που να μην παρεμποδίζουν την κοινωνική της αποστολή.

Δημόσια Πρόσωπα και Δικαίωμα στη Λήθη – Η χρήση δύο μέτρων και δύο σταθμών στα όρια μεταξύ ιδιωτικότητας και ελευθερίας του τύπου σε σχέση με δημόσια και μη πρόσωπα δεν είναι καινοφανής αλλά έχει νομολογηθεί λεπτομερώς από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Πρόσωπα λοιπόν που άσκησαν ή ασκούν δημόσια εξουσία ή εκθέτουν πτυχές της ζωής τους δημοσίως ή με άλλον τρόπο δικαιολογούν το ενδιαφέρον του κοινού προς πληροφόρησης δε μπορεί να τυγχάνουν ίδιας προστασίας με τους υπόλοιπους πολίτες ως προς το δικαίωμα στη λήθη, αφού υφίσταται ανάγκη να υπόκεινται στον δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο. Συνεπώς, τέτοια πρόσωπα πρέπει μόνο κατ' εξαίρεση να επικαλούνται το δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη και μόνο για πτυχές της ζωής τους, για τις οποίες δεν δικαιολογείται το ενδιαφέρον του κοινού προς πληροφόρηση.

Εξαιρέσεις από το Δικαίωμα στη Λήθη – Ο προτεινόμενος Κανονισμός προβλέπει επιγραμματικά ορισμένους λόγους άρσης του δικαιώματος στην ψηφιακή λήθη, η αποτυχία ωστόσο πολιτικού συμβιβασμού σε επίπεδο ΕΕ έχει ρίξει το μπαλάκι της εξειδίκευσής τους από τα κράτη – μέλη. Είναι λοιπόν ευκαιρία να εισαχθούν στοιβαρές εξαιρέσεις γύρω από την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την ιστορική, κοινωνική και, γενικότερα, επιστημονική έρευνα κτλ.

 

 

Πέρα από τη μνήμη και τη λήθη

του Πολυμέρη Βόγλη

 

Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη μνήμη ως μια ατομική υπόθεση, τις προσωπικές αναμνήσεις. Ωστόσο, η ικανότητα να θυμόμαστε ή ξεχνάμε διαμορφώνεται από το σύνολο μέσα στο οποίο ένα άτομο ζει, την οικογένεια, τους φίλους, τη γειτονιά, τους συναδέλφους στο χώρο δουλειάς, κλπ. Λέμε «εγώ θυμάμαι», ενώ η μνήμη συνδιαμορφώνεται, καλλιεργείται, κατασκευάζεται. Το ίδιο πολύ περισσότερο ισχύει για τη συλλογική μνήμη που είναι μια κοινωνική διαδικασία, που σχετίζεται με κρατικούς θεσμούς και συλλογικά υποκείμενα. Οι κρατικοί θεσμοί διαμορφώνουν αυτό που ως κοινωνία οφείλουμε να θυμόμαστε.

Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης αλλά και στη δεκαετία του 1980 στους δημόσιους χώρους, σε αφίσες και αυτοκόλλητα, σε γραφεία δημοσίων υπηρεσιών κυριαρχούσε η εικόνα της διαιρεμένης Κύπρου, με το κατεχόμενο τμήμα σε κόκκινο χρώμα να καταλήγει σε σταγόνες αίματος, που συνοδευόταν από το σύνθημα «Δεν ξεχνώ». Το σύνθημα ήταν μια δημόσια, επίσημη παραίνεση: δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε και, επιπλέον, το πρώτο πρόσωπο του ρήματος υπογράμμιζε ότι η μνήμη δεν ήταν απλά μια συλλογική υπόθεση αλλά το κυριότερο ήταν μια ατομική υποχρέωση του κάθε Έλληνα, μια προσωπική δέσμευση να μην ξεχάσει την τουρκική εισβολή. Αυτή η λογική της μνήμης ως καθήκοντος αντλούσε από μια μακρά παράδοση, στην οποία το εθνικό κράτος ήδη από το 19ο αιώνα μέσα από εορτασμούς και τελετές, μέσα από μηχανισμούς και θεσμούς διαμόρφωνε μια ενιαία αφήγηση για το παρελθόν και μια ομοιογενή εθνική ταυτότητα.

Από τη δεκαετία του 1960 όταν ξεκίνησε η «έκρηξη της μνήμης» πέρα από (και συχνά αντιθετικά προς) την επίσημη μνήμη, αναπτύχθηκε και η μνήμη των συλλογικών υποκειμένων. Με αίτημα το δικαίωμα στη μνήμη, εθνοπολιτισμικές ομάδες, μειονότητες, κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα διεκδίκησαν τη θέση τους στην επίσημη αφήγηση. Με αυτόν τον τρόπο, η μνήμη συνδέθηκε με τις πολιτικές κατασκευής ταυτοτήτων, εκείνων των συλλογικών υποκειμένων που μέχρι τότε η ιστορία και η δράση τους είχε αποσιωπηθεί ή διαστρεβλωθεί από την επίσημη αφήγηση. Η λογική της μνήμης ως δικαιώματος άνθισε σε μια εποχή που δινόταν όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στη βιωμένη εμπειρία και η προσωπική μαρτυρία κατακτούσε περίοπτη θέση στη δημόσια σφαίρα. Μέσα από γραπτές μαρτυρίες και προφορικές συνεντεύξεις οι «αφανείς» της ιστορίας (πρόσφυγες του 1922, αντάρτες, πολιτικοί κρατούμενοι, κ.ά.) δεν κατέθεταν απλώς τις εμπειρίες τους αλλά διεκδικούσαν μια νέα ιστορική αφήγηση, η οποία θα ενσωματώνει και τη δική τους φωνή. Και αυτό συνέβη. Η κοινωνική και πολιτισμική ιστορία τις τελευταίες δεκαετίες ανέσυρε από τη σιωπή και το περιθώριο τους «αφανείς», αξιοποίησε τις μαρτυρίες τους και έφερε στο επίκεντρο της μελέτης τη βιωμένη εμπειρία τους.

Ίσως φαίνεται αντιφατικό να εμφανίζεται το δικαίωμα στη λήθη σε μια εποχή που οι κάθε λογής προσωπικές μαρτυρίες κατακλύζουν τη δημόσια σφαίρα και οι σπουδές της μνήμης κατέχουν επίζηλη θέση στις ανθρωπιστικές επιστήμες . Είναι λιγότερο αντιφατικό εάν σκεφτούμε ότι στην πραγματικότητα το δικαίωμα στη λήθη είχε εντελώς διαφορετική αφετηρία: την προστασία της ιδιωτικής ζωής από την ισχύ που έχουν συγκεντρώσει στα χέρια τους οι (ιδιωτικοί και κρατικοί) μεγα-μηχανισμοί συγκέντρωσης, επεξεργασίας και διαχείρισης ηλεκτρονικών πληροφοριών και προσωπικών δεδομένων. Με άλλα λόγια αφορά τη διεκδίκηση της «ανωνυμίας» από τους πολίτες οι οποίοι έχουν μετατραπεί σε αντικείμενο γνώσης από τους μηχανισμούς εξουσίας και ελέγχου και με αυτήν την έννοια είναι μια διεκδίκηση νόμιμη και δίκαιη. Ωστόσο, το ζήτημα της ιστορικής έρευνας αναφορικά με το δικαίωμα στη μνήμη και το δικαίωμα στη λήθη, αν και ιδιαίτερα σύνθετο, είναι πολύ διαφορετικό. Καταρχάς, η ιστορία καλλιεργείται και αναπτύσσεται στο πεδίο όπου η μνήμη και η λήθη συναντιούνται ή και συγκρούονται, ως σχέσεις της κοινωνίας με το παρελθόν της. Το τι και γιατί θέλουν να θυμούνται ή να ξεχνούν οι κοινωνίες συλλογικά και οι άνθρωποι ατομικά αποτελούν από τα πιο σημαντικά πεδία ιστορικής έρευνας και διερώτησης.

Επιπλέον, έχει σημασία ποιος αποφασίζει για το εάν κάποια προσωπική πληροφορία είναι δημοσιεύσιμη ή όχι. Οι ιστορικοί ή τα δικαστήρια; Μέχρι σήμερα, η προσπάθεια να περιοριστεί η ιστορική έρευνα με νομοθετικούς τρόπους (π.χ. η ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος) προκάλεσε περισσότερα προβλήματα απ' όσα έλυσε. Για τους ιστορικούς η μνήμη και η λήθη δεν είναι ούτε δικαίωμα ούτε καθήκον αλλά πεδία διαμόρφωσης ταυτοτήτων, λόγων και πρακτικών. Και κάτι τελευταίο αναφορικά με τη λήθη. Η λήθη μπορεί να καλλιεργείται αλλά δεν μπορεί να επιβληθεί σε μια κοινωνία η οποία δεν έχει αναμετρηθεί με το παρελθόν της. Το κάψιμο των «φακέλων» το 1989 όχι μόνο δεν επέφερε τη λήθη στην ελληνική κοινωνία για τον εμφύλιο πόλεμο αλλά και στέρησε από την ιστορική έρευνα ένα τεράστιο και πολύτιμο υλικό. Κλείνοντας, ας αναλογιστούμε πέρα από το δικαίωμα στη μνήμη και τη λήθη, θα πρέπει να διασφαλίσουμε το δικαίωμα στην απρόσκοπτη μελέτη του παρελθόντος.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Τυχοδιώκτες και επικίνδυνοι

Οι ανάγκες διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης δημιουργούν σοβαρά εσωτερικά προβλήματα στο κυβερνητικό κόμμα, το οποίο προεκλογικά είχε δεσμευτεί απέναντι στην εκλογική του βάση με μια ακροδεξιά λαϊκιστική ρητορική.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο