Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά

Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις νήσος, ο τόμος Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά. Αστυνομία, Δικαιοσύνη, Στρατός, Εκκλησία. Ο τόμος αποτυπώνει τα συμπεράσματα μιας έρευνας που έγινε από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, με θέμα τη διείσδυση της Άκρας Δεξιάς...

Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις νήσος, ο τόμος Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά. Αστυνομία, Δικαιοσύνη, Στρατός, Εκκλησία. Ο τόμος αποτυπώνει τα συμπεράσματα μιας έρευνας που έγινε από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, με θέμα τη διείσδυση της Άκρας Δεξιάς στους τέσσερις αυτούς πολιτειακούς θεσμούς. Καθώς τα συμπεράσματα της έρευνας έχουν, εκτός από των άλλων, άμεσο πολιτικό ενδιαφέρον, απευθυνθήκαμε στον συντονιστή της έρευνας και επιμελητή του τόμου Δημήτρη Χριστόπουλου (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και στους ερευνητές Κλειώ Παπαπαντολέων (δικηγόρο, υπ. δρ συνταγματικού δικαίου Παν. Αθηνών), Δημοσθένη Παπαδάτο-Αναγνωστόπουλο (υπ. δρ πολιτικής επιστήμης Παν. Αθηνών), Αλέξανδρο Σακελλαρίου (δρ. κοινωνιολογίας, μεταδιδακτορικό ερευνητή, Πάντειο) και Δημήτρη Κουσουρή (δρ. Ιστορίας, μεταδιδακτορικό ερευνητή, Παν. της Κωνσταντίας). Τους ζητήσαμε να μας απαντήσουν στο ερώτημα ποιο είναι το καινούργιο που κομίζει η έρευνα, ποια είναι η ιδιαιτερότητα του τομέα που μελέτησαν (τον Δ. Κουσουρή, που μελέτησε την ιστορική διάσταση, τον ρωτήσαμε αν η Χρυσή Αυγή αποτελεί τομή ή συνέχεια στην ιστορία της ελληνικής Ακροδεξιάς).

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

 

 

 

Τι μας χρησιμεύει η έρευνα αυτή

του Δημήτρη Χριστόπουλου

 

Απαντώντας στο ερώτημα «γιατί έγινε αυτή ή έρευνα», θα πω ότι η άνοδος της Άκρας Δεξιάς απασχολεί την πολιτική επιστήμη, εδώ και μερικά χρόνια στην Ευρώπη, εσχάτως και στην Ελλάδα. Και την απασχολεί είτε αυτοτελώς είτε εστιασμένη στα κατεξοχήν ιδεολογικά συστατικά της Ακροδεξιάς, κυρίως τον ρατσισμό. Η έμφαση στον ρατσισμό οφείλεται στο ότι πανευρωπαϊκά, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 σε γενικές γραμμές, η θρυαλλίδα για την ακροδεξιά επέλαση ήταν ο αντιμεταναστευτικός λόγος και ο ρατσισμός -- ενώ από το Μεσοπόλεμο και κάποια χρόνια μετά ήταν ο εθνικισμός και ο αντικομμουνισμός. Ενώ, ωστόσο, οι έρευνες στο πεδίο της πολιτικής κουλτούρας του εκλογικού σώματος και της κοινής γνώμης δεν είναι λίγες, η έρευνα που αφορά τη διείσδυση της Ακροδεξιάς στο κράτος είναι μάλλον ισχνή. Κι αυτό διότι εδώ τα πράγματα είναι πιο δύσκολα, τόσο στο πεδίο του εντοπισμού όσο και της συναρμολόγησης του παζλ. Πότε συζητάμε για «θύλακες» πότε για «μεμονωμένα περιστατικά»; Αυτό έχει κρίσιμη σημασία σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου η ακροδεξιά διείσδυση στο κράτος έχει μεγάλο ιστορικό βάθος. Έχει λοιπόν σημασία σήμερα να αναδείξουμε τι νέο κομίζει η συγκυρία που βιώνουμε στο επίπεδο της ακροδεξιάς διείσδυσης, πόσο το «νέο» είναι συνέχεια του παρατεταμένου (ως το 1974) Εμφυλίου – με άλλα λόγια, ποιες είναι οι τομές και οι συνέχειες εκείνου που ονομάζουμε «βαθύ κράτος» (και επιλέξαμε αυτό τον όρο, καθώς το «παρακράτος» φέρει άλλες συνδηλώσεις, δημιουργώντας λανθασμένους συνειρμούς). Οι τέσσερις πολιτειακοί θεσμοί (αστυνομία, δικαιοσύνη, στρατός και Εκκλησία) που εξετάζονται, ακριβώς σε αυτήν την προοπτική μελετώνται.

Αυτό που προκύπτει, νομίζω, από την έρευνα είναι ότι δεν χρειάζεται εφησυχασμός ούτε όμως και πανικός. Το να λέμε, όπως αυτοί που κυβερνούν, ότι όλα είναι «μεμονωμένα περιστατικά», το θεωρώ απαράδεκτο. Εξίσου προβληματικό είναι ωστόσο να χαρίζουμε σύσσωμο το ελληνικό κράτος στους φασίστες, όπως ενίοτε ακούμε στους κόλπους της Αριστεράς. Υπάρχει και δημοκρατική κουλτούρα στους θεσμούς, και δεν πρέπει αν την υποτιμάμε· η σημερινή συγκυρία όμως δεν τη βοηθά. Γι' αυτό, η κρίσιμη λέξη είναι επαγρύπνηση. Χρειάζεται πολιτική βούληση, υπομονή αλλά και θεσμικές παρεμβάσεις θωράκισης της δημοκρατίας για να ξεριζωθεί το κακό· και γι' αυτό ακριβώς χρειάζεται μια πρώτη εκτίμηση της έκτασής και της διείσδυσής του. Η έρευνα αυτή τη σκοπιμότητα υπηρετεί.

 

 

Ελληνική Αστυνομία

Βραχίονας του κρατικού εγκεφάλου

του Δημήτρη Χριστόπουλου

 

Λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Φύσσα, σε μια συνέντευξή του στο BBC, o Άδωνις Γεωργιάδης, ερωτηθείς για το αν υπάρχουν σχέσεις Αστυνομίας-Χρυσής Αυγής, απάντησε: «Very unhappy to say that to some point it is true». Κατόπιν αυτού, το ερώτημα δεν είναι να αποδείξει κανείς το κοινώς παραδεκτό, αλλά να κάνει ένα βήμα παραπέρα. Αυτό προσπάθησα στο σχετικό κεφάλαιο της έρευνας: Να δούμε πώς φτάσαμε εδώ, διότι πράγματι η αστυνομία είναι η πιο εκτεθειμένη στην ακροδεξιά διείσδυση σε σχέση με όλους τους άλλους θεσμούς. Για μένα, η απάντηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό που αφορά το πολύ λερωμένο παρελθόν της, τον εκδημοκρατισμό (που όντως έγινε, με έμφαση στην πίστη στο πολίτευμα, αλλά είχε περιορισμένη απήχηση στην εργασιακή νοοτροπία και κουλτούρα των αστυνομικών) και τον ρόλο που έχει αναλάβει η αστυνομία σε συνθήκες κοινωνικής αστάθειας και έντασης, πολύ οικείες στην Ελλάδα. Με μια φράση, λέω πως τη στιγμή που η αστυνομία πάλευε με τα φαντάσματά της για να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά σώματος ασφαλείας σε κράτος δικαίου, το κράτος της ανέθεσε να διαχειριστεί το μεταναστευτικό της δεκαετίας του 1990, επαναφέροντας στους αλλοδαπούς πρακτικές βαρβαρότητας και βίας που έτειναν να ξεχαστούν. Οι αντιτρομοκρατικές επιτυχίες, με την εξάρθρωση της 17Ν και του ΕΛΑ, προσέδωσαν τη χαμένη επαγγελματική «υπερηφάνεια» σε ένα σώμα απαξιωμένο στην κοινή γνώμη, ενώ η ενίσχυση και δημιουργία ειδικών μονάδων καταστολής, σε συνδυασμό με την ελλιπή εκπαίδευση τους, δημιούργησε εύφορο έδαφος για την εδραίωση ακροδεξιών θυλάκων. Από τον Δεκέμβρη του 2008 μέχρι την Ελλάδα της κρίσης και της πολιτικής εκτίναξης της Χρυσής Αυγής ουσιαστικά είναι μια ανάσα δρόμος στην ιστορία της Αστυνομίας, ώστε να φτάσουμε σε σχεδόν πλειοψηφικά ποσοστά για τη Χρυσή Αυγή στα εκλογικά τμήματα πού ψήφισαν αστυνομικοί.

Λίγες μέρες μετά τον Δεκέμβρη του 2008 με είχαν ρωτήσει σε μια συνέντευξη: «Μπορεί να υπάρχει καλή αστυνομία;». Απάντησα όπως απαντώ και μετά από αυτήν έρευνα: «Μπορεί να υπάρχει καλύτερη αστυνομία». Εξάλλου, η αστυνομία είναι βραχίονας του κράτους, δεν είναι ακριβώς «κράτος», όπως την είχε αποκαλέσει το 1991 ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης. Αν ο εγκέφαλος θέλει λοιπόν, μπορεί να τη συνεφέρει. Αν δεν θέλει, τότε ασφαλώς δεν μπορεί.

 

Η δικαιοσύνη

Ανιχνεύοντας τις ακροδεξιές ιδέες στις αποφάσεις

της Κλειώς Παπαπαντολέων

 

Σκοπός της έρευνας ήταν να χαρτογραφήσει ρατσιστικές, εθνοκεντρικές, ξενοφοβικές και θρησκόληπτες ιδέες και τάσεις στον δικαστικό μηχανισμό μέσα από τις ίδιες τις δικαστικές αποφάσεις. Οι φορείς της εγχώριας δικαιοσύνης άλλωστε σπανίως τοποθετούνται δημοσίως. «Μιλούν» διά των αποφάσεων τους, αποτυπώνοντας εκεί, αναπόδραστα, πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, κυρίαρχες ιδεολογίες και αναπαράγοντας στερεοτυπικές κατασκευές. Ως εκ τούτου, εάν η έρευνα αυτή κομίζει κάτι νέο, είναι η ανάλυση και κριτική προσέγγιση δικαστικών αποφάσεων, όχι με κριτήρια αμιγώς νομικά, ούτε δημοσιογραφικά, αλλά δικαιοπολιτικά, τοποθετώντας τις δικαστικές πρακτικές μέσα στον κοινωνικό συσχετισμό και την πολιτική συγκυρία. Η έρευνα --και αυτό θέλω να το τονίσω-- δεν στόχευε στην «αποκάλυψη» ακροδεξιών δικαστών, αλλά στην ανίχνευση τέτοιων ιδεών, οι οποίες στην Ελλάδα, παρόλο που εκφέρονται προνομιακά από την ακροδεξιά είναι τόσο διάχυτες, που επιτρέπουν σε κάποιον να τις συμμερίζεται χωρίς να αισθάνεται --ή και να υποπτεύεται ακόμα-- ότι είναι ακροδεξιός.

Μεθοδολογικά, επελέγησαν αποφάσεις οι οποίες έχουν εμβληματικό χαρακτήρα και βαρύ συμβολικό-ιδεολογικό φορτίο, καθώς και άλλες οι οποίες ήταν ιδιαίτερα πρόσφορες για την επισήμανση επιμέρους ιδεολογικών παραμέτρων, όπως η ανάδειξη της επικρατούσας θρησκείας ως κρατικής αξίας, η οποία στα ελληνικά ποινικά χρονικά διαρκώς αναιρεί κάθε παρεκκλίνουσα καλλιτεχνική έκφραση, διά της συχνότατης εφαρμογής των αδικημάτων της βλασφημίας και καθύβρισης θρησκευμάτων.

Λήφθηκε επίσης υπ' όψιν ο ρόλος που κλήθηκε ο δικαστικός μηχανισμός να αναλάβει και στην Ελλάδα, ιδίως από το 2000 και μετά, με τη σταδιακή επικράτηση της μηδενικής ανοχής στην «ανομία», δηλαδή στη χαμηλής έντασης εγκληματικότητα ή απλώς στην κοινωνική διαμαρτυρία (π.χ. Σκουριές, καταλήψεις κτιρίων, απεργίες). Ο δικαστικός μηχανισμός --διά του ποινικού δικαίου-- διαχειρίστηκε, και εξακολουθεί να διαχειρίζεται, μερίδες του πληθυσμού που ανήκουν στην «κοινωνική κατηγορία της φτώχειας», δηλαδή ανθρώπους που είναι πέρα από τάξεις και ιεραρχίες, χωρίς δυνατότητες (επαν)εισαγωγής στο σύνολο, πέραν κάθε σωτηρίας. Πληθυσμοί όπως επαίτες, τοξικοεξαρτημένοι, άστεγοι, παράτυποι αλλοδαποί, που τον καιρό της οικονομικής κρίσης ολοένα διευρύνονται, περιλαμβάνοντας μερίδες προσώπων που μέχρι πρόσφατα ήταν ενταγμένες στο κοινωνικό σύνολο.

Εμβληματικότερη όλων, η υπόθεση των οροθετικών γυναικών, με τον δικαστικό μηχανισμό να υλοποιεί ρατσιστικές και σεξιστικές πρακτικές, επαναφέροντας στο προσκήνιο την έννοια της «μιαρότητας», την αγιότητα της ελληνικής οικογένειας και μαζί τις πιο σκοτεινές έμφυλες προσλήψεις, γυρίζοντας τη χώρα εξήντα χρόνια πίσω.

Όλα αυτά την ίδια στιγμή που ο δικαστικός μηχανισμός ατένιζε νωχελικά τις εκατοντάδες «νυχτερινές περιπολίες» της Χρυσής Αυγής και τις δημόσιες προτροπές της στη βία (βία που υλοποιούσαν τα μέλη της Χ.Α. αμέσως μετά), δημιουργώντας ένα χωρίς προηγούμενο status ιδιότυπης ασυλίας και ατιμωρησίας, που κάποιοι πλήρωσαν με την ίδια τους τη ζωή.

Η απόσπαση της έννοιας ασφάλειας από τα δικαιώματα και η αποκιοποίησή της από μηχανισμούς καταστολής και αστυνόμευσης οδήγησαν στην ανοχή και συστηματική ατιμωρησία της αστυνομικής βίας, στην ασυλία της ΧΑ, στον εθισμό στον εγκλεισμό κ.ά.: σε όλους δηλαδή εκείνους τους μηχανισμούς, κρατικούς ή παρακρατικούς, που το κράτος θεώρησε θεματοφύλακες αυτής της τάξης.

 

Ο στρατός

Ακροδεξιά: Εντός, εκτός και παραλλήλως

του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

 

Η έρευνα αποτυπώνει μια πολυδιάστατη παρουσία της Ακροδεξιάς εντός, εκτός και παραλλήλως του στρατεύματος, αόρατη δυστυχώς στο περσινό πόρισμα Κωσταράκου περί Χρυσής Αυγής -- πόρισμα μιας έρευνας που τελείωσε πριν καλά καλά αρχίσει. Σε αντίθεση λοιπόν με τους καθησυχαστικούς τόνους του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, η δική μας έρευνα καταγράφει ένα ευρύ ρεπερτόριο δράσης: λέσχες εφέδρων, φιλοχουντική κατήχηση σε στρατόπεδα, ιδεολογική ζύμωση μέσω διαδικτύου από συγκεκριμένους διαύλους, εκπαίδευση ταγμάτων εφόδου, ακροδεξιές πολιτοφυλακές, «συνδικαλιστική» εκπροσώπηση των ενστόλων στη Βουλή και «ακτιβισμός» στα σύνορα, ώστε σε ένα κλίμα έντασης με γειτονικές χώρες, «επίλεκτες δυνάμεις του στρατού και της αστυνομίας να επιχειρήσουν τη μεγάλη ανατροπή» (Χρυσή Αυγή, 2001). Το εύρος της διείσδυσης που τεκμηριώνουμε, επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά από την εκλογή Συναδινού και Επιτήδειου με τα ευρωψηφοδέλτια των νεοναζί. Και το ίδιο συμβαίνει, νομίζω, με τα σενάρια που θέλουν απόστρατους στην ηγεσία μιας «σοβαρής» Χρυσής Αυγής, να υποσκελίζουν τους «ποινικούς».

Εκείνο ωστόσο που προσφέρει κυρίως η έρευνα είναι ένα πλαίσιο για να αξιολογηθεί η επικινδυνότητα του «παθολογικού»: να εκτιμηθεί τι τάξης κίνδυνο για τη δημοκρατία εκπροσωπεί η δράση των ακροδεξιών και τι αντιστάσεις βρίσκει. Το μείζον ήταν να δούμε τι επιτρέπει την ακροδεξιά παρείσφρηση σε ένα τόσο ιεραρχημένο σώμα όπως ο στρατός. Με άλλα λόγια, η έρευνα εμπλέκει, αναπόφευκτα, και το «κανονικό»: πώς και σε ποιο βαθμό, ένας μηχανισμός-προπύργιο της Ακροδεξιάς μέχρι το 1974 συμβάλλει σε αυτό που θα λέγαμε «αντιστροφή της δυναμικής της Μεταπολίτευσης»: στην παραβίαση, δηλαδή, του συνόρου που μετά το 1974 ήθελε το στρατό και τα στελέχη του αυστηρά εκτός πολιτικής, ασχολούμενους με «ειρηνικά»-αμυντικά έργα.

Λόγω της Χούντας και του Κυπριακού, εδώ και τέσσερις δεκαετίες, ο στρατός δεν έχει ανακτήσει τον ειδικό ρόλο που κατείχε παραδοσιακά στο σύστημα εξουσίας· ο ρόλος αυτός μετατοπίστηκε προς μια αστυνομία ολοένα και πιο στρατιωτικοποιούμενη. Στο πλαίσιο, ωστόσο, μιας άτυπης ανταλλαγής ρόλων με την αστυνομία, που χρονολογείται από το 1990, η συμμετοχή του ελληνικού στρατού σε «ειρηνευτικές» επιχειρήσεις αστυνόμευσης και καταστολής πλήθους ανά τον κόσμο, αλλά και στη διαχείριση, μέχρι σήμερα, των μεταναστευτικών ροών, προσδιόρισαν κατευθύνσεις και ιδεολογικούς ορίζοντες που η Ακροδεξιά αξιοποιεί και επιδιώκει σήμερα να ριζοσπαστικοποιήσει. Αντιλαμβανόμενη την κοινωνική σύγκρουση της εποχής ως «εμφύλιο με τους αναρχικούς και τους λαθρομετανάστες», επιχειρεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής τάσεων που θέλουν ήδη τον στρατό αντιεξεγερτικό και αντιμεταναστευτικό μηχανισμό. Στο έδαφος, εξάλλου, της απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, στελέχη του στρατού που δεν ανήκουν απαραιτήτως στη Χρυσή Αυγή εννοούν να παρεμβαίνουν δημόσια, κυρίως σε ζητήματα ακροδεξιάς ατζέντας. Το σημαντικότερο: η τάση αυτή, αντί να κινητοποιεί την πολιτική ηγεσία, ενίοτε επιβραβεύεται (βλ. υπουργοποίηση Φραγκούλη Φράγκου το 2012).

Η Ακροδεξιά δεν παίζει χωρίς αντίπαλο στον στρατό -- κι αυτά είναι τα καλά νέα της έρευνας. Για να το θέσω προκλητικά: η αναβίωση μιας οργάνωσης τύπου ΙΔΕΑ δεν φαίνεται, τουλάχιστον ακόμα, ρεαλιστική. Κάπως έτσι, λοιπόν, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι η ενδεχόμενη αυτονόμηση κάποιου ακροδεξιού μηχανισμού, όσο οι πιθανές άνωθεν χρήσεις του.

 

 

Η Εκκλησία της Ελλάδος

Η πολιτική υπόσταση και οι ρατσιστικές φωνές εντός της

του Αλέξανδρου Σακελλαρίου

 

Ενδεχομένως η παρούσα έρευνα δεν αφήνει έκπληκτο τον ειδικό μελετητή της ελλαδικής Εκκλησίας -- και το λέω αυτό, έχοντας γενικότερη γνώση του πεδίου, καθώς εδώ και δέκα περίπου χρόνια μελετάω τις σχέσεις θρησκείας και πολιτικής, κράτους και Εκκλησίας. Ωστόσο, η έρευνα μας επιβεβαιώνει ορισμένα σημαντικά συμπεράσματα για τη σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με ακροδεξιούς χώρους και τον ρατσιστικό λόγο. Και, πρώτα απ' όλα, την υπόθεση ότι η Εκκλησία αποτελεί ισχυρό ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους, αλλά και της κυρίαρχης ιδεολογίας συνολικά, καθώς ειδικά για την ελληνική περίπτωση και βάσει των ιστορικών γεγονότων (δικτατορία Μεταξά, Χούντα, περίοδος Χριστόδουλου), έχουμε διαπιστώσει ότι πολύ συχνά η Εκκλησία δρα με σχετική αυτονομία έναντι του κράτους.

Η πληθώρα των αποσπασμάτων της ρητορικής ιεραρχών με περιεχόμενο σαφώς ρατσιστικό (κυρίως πολιτισμικού και όχι βιολογικού ρατσισμού), καταδεικνύει ότι η Εκκλησία αποτελεί έναν κοινωνικό παράγοντα σαφώς εκκοσμικευμένο με όρους κοινωνιολογικούς. Με άλλα λόγια, η Εκκλησία προφανώς και αποτελεί κοινωνικό θεσμό που επιβάλλεται να μελετηθεί, είτε αυτό αρέσει σε μερικούς ιεράρχες είτε όχι. Επιπροσθέτως, η εν λόγω έρευνα επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, μία ακόμα υπόθεση: τη στενή σχέση της θρησκείας με την πολιτική και την πολιτική υπόσταση της Εκκλησίας, όσο κι αν ούτε αυτό αρέσει σε πολλούς ιεράρχες, όταν υποστηρίζεται.

Τι πρέπει, όμως, να υπογραμμιστεί ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Εκκλησίας στις σχέσεις της με την ακροδεξιά; Η Εκκλησία, εν συγκρίσει προς τους άλλους θεσμούς που μελετώνται στον τόμο, δρα κυρίως στο επίπεδο της ρητορικής, του δημόσιου λόγου, εξ ου και το επιχείρημα των ιεραρχών περί του δικαιώματος του ομιλείν (επί παντός του επιστητού και με ανεξέλεγκτο περιεχόμενο και ύφος). Αυτό μπορεί για κάποιους να θεωρείται λιγότερο επικίνδυνο, αλλά σε συμβολικό και ιδεολογικό επίπεδο ίσως μακροπρόθεσμα να έχει δυσμενέστερα αποτέλεσματα, αν αναλογιστούμε τη σφαίρα επιρροής της Εκκλησίας και τα ακροατήρια στα οποία απευθύνεται, καθώς και ότι ο κρατικός έλεγχος είναι μάλλον δυσκολότερος συγκριτικά με τους άλλους φορείς. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι η Εκκλησία θεσμικά, η Ιερά Σύνοδος δηλαδή, αποφεύγει να επαναφέρει στην τάξη με αυστηρό τόνο ή και να τιμωρήσει όποια μέλη της εκφράζουν ρατσιστικές απόψεις, εν αντιθέσει με τους άλλους θεσμούς, στους οποίους αντίστοιχες ιδέες, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν είναι ανεκτές, ενώ και στην πράξη, κάποιες φορές, τιμωρούνται.

Ας διευκρινίσουμε, τέλος --είναι κρίσιμο, αν και μάλλον αυτονόητο-- ότι κανείς δεν κατηγορεί --και δεν πρέπει να κατηγορεί-- την Εκκλησία συλλογικά για ακροδεξιές απόψεις και ρατσισμό. Παρά ταύτα, αποδεικνύεται ότι ορισμένες φωνές εντός της ιεραρχίας έχουν μεγαλύτερη ισχύ και συνήθως, αν όχι πάντα, επικαλύπτουν τις πράες και μειλίχιες. Και αυτό είναι ένα γεγονός που και η ίδια η Εκκλησία πρέπει να επιλύσει.

 

 

Ο φασισμός στην Ελλάδα

Συνέχειες και ασυνέχειες στον ευρωπαϊκό 20ό αιώνα

του Δημήτρη Κουσουρή

 

Η ιδέα να χρησιμοποιήσουμε την έννοια του βαθέος κράτους ως αναλυτικό εργαλείο αποδείχτηκε, πιστεύω, ιδιαίτερα γόνιμη. Καταρχάς, εμένα με βοήθησε, σε ένα πεδίο που μου ήταν κατά κάποιο τρόπο οικείο να εντοπίσω κρίσιμους κρίκους που συνδέουν πρόσωπα και μηχανισμούς. Η έρευνα για όλα αυτά είναι, από τη φύση του ζητήματος θα έλεγα, γεμάτη από τεράστια κενά και «τυφλά» σημεία. Εντούτοις, διατρέχοντας τη σχετική βιβλιογραφία και τις ουκ ολίγες διαθέσιμες πηγές, ακόμα κι ένας λίγο-πολύ υποψιασμένος ερευνητής μπορεί να εντοπίσει απροσδόκητες συνδέσεις ή διαστάσεις της πραγματικότητας που είχαν υπερ- ή υποτιμηθεί, όπως π.χ. τη σημασία της «μήτρας» του φασιστικού φαινομένου στην Ελλάδα, που ήταν ο Εθνικός Διχασμός και το κίνημα των Επιστράτων.

Το πιο προφανές --και συνάμα το πιο εντυπωσιακό-- που αντιλαμβάνεται κανείς είναι η πολυμορφία και οι πρωτεϊκές μεταμορφώσεις των ακροδεξιών πολιτικών ή παραστρατιωτικών σχηματισμών που συγκροτήθηκαν για να χτυπήσουν τους αγώνες του εργατικού κινήματος και των πολιτικών του εκφράσεων από τη δεκαετία του 1910 και εντεύθεν. Σε ό,τι με αφορά, απέκτησα νέες γνώσεις ιδιαίτερα για την πρώτη μεταπολεμική και τη μεταπολιτευτική περίοδο -- που είναι και οι λιγότερο μελετημένες. Για τη βαρύτητα, λ.χ., του ιδεολογικού και πολιτικού ρόλου της Εκκλησίας, που έχει ερευνηθεί ελάχιστα. Το ίδιο ισχύει και για τη διεθνική διάσταση του ελληνικού νεοφασισμού, τόσο σχετικά με την ένταξη και συμμετοχή του στo μυστικό δίκτυο Stay-Βehind του ΝΑΤΟ, όσο και με τις διεθνείς διασυνδέσεις του κατά τη διάρκεια της Χούντας και μετά. Σε κάθε περίπτωση πάντως, πρόκειται για μια χαρτογράφηση του πεδίου.

Όσον αφορά τώρα το ερώτημα, αν η Χρυσή Αυγή αποτελεί συνέχεια ή τομή στην ιστορία της ελληνικής Άκρας Δεξιάς, η απάντησή μου είναι ότι ισχύουν και τα δύο. Η εκρηκτική εκλογική της άνοδος αποτελεί ασφαλώς τομή, ως προϊόν της κρίσης και της δραματικής υποχώρησης του παλαιοκομματισμού ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Τομή αποτελεί και η πολιτική της ταυτότητα: είναι η πρώτη φορά --πριν ή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο--, που ένα ναζιστικό κόμμα αποκτά τόσο πλατιά υποστήριξη και απήχηση. Ωστόσο, αυτό συνέβη ακριβώς επειδή η Χρυσή Αυγή στη συγκεκριμένη συγκυρία ήταν μάλλον η τελευταία εφεδρεία του βαθέος κράτους. Οι σχέσεις του ηγετικού της πυρήνα με θύλακες στο εσωτερικό του στρατού, της αστυνομίας και της δικαιοσύνης ήταν ήδη γνωστές και έρχονται στο φως ολοένα και περισσότερο με τη δουλειά που κάνουν μαχητικοί δημοσιογράφοι και δικηγόροι. Ομοίως, σε ό,τι αφορά τη μαζική της διάσταση, η Χρυσή Αυγή παρέχει σήμερα πολιτική ταυτότητα σε εθνικιστικά, ρατσιστικά, φαλλοκρατικά, αντιδημοκρατικά ρεύματα που έρρεαν, φανερά ή υπογείως για δεκαετίες στην ελληνική κοινωνία και που φανερώνουν σήμερα το πιο αποκρουστικό τους πρόσωπο.

 

Δείτε όλα τα σχόλια