Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η επάνοδος της θρησκείας

Μετά από διακόσια είκοσι χρόνια από την πρώτη έκδοση (1793) η επαναδημοσίευση του εν λόγω έργου του Παμπλέκη, μαζί με τα κείμενα που σχετίζονται με αυτό, αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός. Το όλο εγχείρημα της υποδειγματικής αυτής έκδοσης συμβάλει αποφασιστικά όχι μόνο στο επίπεδο της Ιστορίας της...

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΑΥΡΕΛΟΥ

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΞ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ (ΠΑΜΠΛΕΚΗ), Απάντησις ανωνύμου προς τους αυτού άφρονας κατηγόρους, επονομασθείσα Περί Θεοκρατίας, εισαγωγή επιμέλεια Πασχάλης Κιτρομηλίδης, εκδόσεις Κουλτούρα, σσ. 331

 

Μετά από διακόσια είκοσι χρόνια από την πρώτη έκδοση (1793) η επαναδημοσίευση του εν λόγω έργου του Παμπλέκη, μαζί με τα κείμενα που σχετίζονται με αυτό, αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός. Το όλο εγχείρημα της υποδειγματικής αυτής έκδοσης συμβάλει αποφασιστικά όχι μόνο στο επίπεδο της Ιστορίας της Θρησκείας και του ελληνορθόδοξου δόγματος, αλλά στην καλύτερη κατανόηση του όλου κλίματος της εποχής του Διαφωτισμού στο αποκορύφωμά του. Στο επίπεδο της Ιστορίας των Ιδεών ή της Πολιτισμικής Θεωρίας, αλλά και πιο συγκεκριμένα της φιλοσοφικής σκέψης στα καθ' ημάς, τέτοια εγχειρήματα αναδεικνύουν την εξαιρετική δύναμη με την οποία κινούνται οι λόγιοι και εμπλουτίζουν την εικόνα που έχουμε για την πλούσια παραγωγή της εποχής. Το σημαντικό είναι ότι παρατίθενται όλα τα κείμενα που σχετίζονται με τη διαμάχη, έτσι ώστε ο αναγνώστης να έχει μπροστά του τις διαφορετικές απόψεις, ώστε να μπορεί να συγκρίνει και, εν τέλει, να κρίνει την επάρκεια των επιχειρημάτων, την πορεία της σκέψης του κάθε λογίου σε σχέση με την όλη εποχή και τις σχέσεις του με την καθ' ημάς και τη δυτική σκέψη. Η διαμάχη παρουσιάζεται σε όλο της το μεγαλείο και πρώτη αναδημοσιεύεται η Ακολουθία ετεροφθάλμου και αντιχρίστου Χριστοδούλου του εξ Ακαρνανίας, που δημοσιεύει το 1793 ο Διονύσιος Πλαταμώνος ως απάντηση στο Περί φιλοσόφου του Παμπλέκη, κατηγορώντας τον ανοιχτά για αθεΐα σε τόνο ιδιαίτερα έντονο και με πολλές επί μέρους βαριές κατηγορίες. Δεύτερο κείμενο είναι το πολύ εκτεταμένο, κυρίως κείμενο της έκδοσης, η Απάντησις ανωνύμου προς τοις αυτού άφρονας κατηγόρους, επονομασθείσα Περί Θεοκρατίας, ότι πας ο λόγος περί ταύτην στρέφει, που δημοσιεύεται από τον Χριστόδουλο την ίδια χρονιά. Στο επίμετρο του τόμου αναδημοσιεύονται και ο Εξωστρακισμός του Ασεβούς Χριστοδούλου... ήτοι Φρικτόν Συνοδικόν, που επτά χρόνια μετά από τα δύο προηγούμενα κείμενα επισφραγίζει με την υπογραφή του Πατριάρχη την επιθετική στάση της Εκκλησίας και του κλήρου κατά του Χριστόδουλου με τον αφορισμό του, αλλά και το συνοδευτικό κείμενο του Γοβδελά. Σημαντική είναι και η αναδημοσίευση του κειμένου του Ναθαναήλ Νεοκαισαρέως [= Αθ. Παρίου] κατά του Χριστόδουλου (Τω γαληνοτάτω...), παιγνιώδους λιβελλογραφήματος, το οποίο συμπληρώνει το «πλήρες σώμα» της όλης διαμάχης, κατά τον Π. Κιτρομηλίδη (σ. 58).

Παράλληλα με τα κείμενα της διαμάχης, ο εκδότης προτάσσει μια πολύ κατατοπιστική εισαγωγή (σσ. 9-60) και στο τέλος προσθέτει μια σύντομη μελέτη του Μ. Μπέγζου για την «Θρησκευτική κριτική της θρησκείας» (σσ. 301-316). Η παρουσίαση του πρωταγωνιστή της διαμάχης και του όλου κλίματος γίνεται στην εισαγωγή με υποδειγματικά επιστημονικό και ισορροπημένο τρόπο, χωρίς ο μελετητής να εκφράζει αξιολογικές κρίσεις για τη μία ή την άλλη πλευρά. Συνοψίζει τις ως τώρα γνωστές ιστορικές πληροφορίες για τον Χριστόδουλο με την παρουσίαση της βιβλιογραφίας για αυτόν, αλλά προσθέτει και κάποιες νέες. Παρόλο που, όπως παραδέχεται, «οι γνώσεις μας για τον Χριστόδουλο είναι ισχνές και αποσπασματικές» (σ. 11), ο Π. Κιτρομηλίδης καταφέρνει να δώσει μια όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη εικόνα της εποχής και των τεκταινομένων που σχετίζονται με τη ζωή του Χριστόδουλου, των φίλων και των εχθρών του. Αυτό που τονίζεται είναι οι ακραίες θέσεις τις οποίες υποστηρίζει ο συγγραφέας ως και το τέλος της ζωής του, σε αντίθεση με άλλους λογίους που συναντά όσο ζει (Βούλγαρης, Μοισιόδακας, Δοσίθεος Obradović), οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποφεύγουν την οξεία σύγκρουση με την Εκκλησία και τις άμεσες αναφορές σε επίμαχα θέματα όπως εκείνα που θίγει ο Χριστόδουλος. Στο δρόμο που χάραξε ο Μ. Γεδεών, συγγραφέας παρουσιάζεται και εδώ ως θύμα των εκκλησιαστικών κύκλων, που, λόγω των ακραίων του θέσεων και της συγκυρίας, απομονώνεται και χάνει τους οικονομικούς του πόρους, καταλήγοντας στη Λειψία ως το θάνατό του. Θα λέγαμε ότι η όλη εικόνα του Χριστόδουλου, όπως παρουσιάζεται, δεν αναδεικνύει, εντούτοις, την μεγάλη του τόλμη και το καίριο χτύπημα που κατέφερε στην Εκκλησία, ανοίγοντας τον δρόμο στους μετριοπαθέστερους κατοπινούς λόγιους και στη χειραφέτηση της νεοελληνικής φιλοσοφικής σκέψης και εν γένει της πνευματικής ζωής. Η τολμηρότητα των απόψεων ακόμα και σήμερα φέρνει σε δύσκολη θέση ακόμα και τον εγκυρότερο μελετητή απέναντι στην ολοένα και αυξανόμενη επιρροή της θρησκευτικής ελίτ στην Ελλάδα. Και μόνο το γεγονός ότι επαναδημοσιεύεται ένα τέτοιο κείμενο θα μπορούσε να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων, πολλώ μάλλον να γίνει λόγος για την ορθότητα πολλών από τις θέσεις του Παμπλέκη και για την υποδειγματική εμβρίθεια και οξύνοια των γραπτών του, σε αντίθεση με εκείνα των κατηγόρων του, οι οποίοι αν και από θέση ισχύος (πολιτικής, θρησκευτικής και οικονομικής) δεν μπόρεσαν παρά μόνο με υβρεολόγια και εξορκισμούς να του επιτεθούν, αντί να αναιρέσουν τις όποιες αβάσιμες ή ασαφείς απόψεις του, όπως πολύ σωστά το θέτει ο μοναδικός ψύχραιμος μελετητής του 19ου αιώνα Μ. Γεδεών και το τονίζει ο Κιτρομηλίδης. Η δαιμονοποιημένη εικόνα του θύτη που έδειχναν οι μελετητές του 19ου αιώνα έδωσε στον 20ό τη θέση στην εικόνα του θύματος που έχει κυνηγηθεί λόγω ακριβώς όμως της ακρότητας των θέσεών του.

Παρόλο που η εισαγωγή είναι σχετικά σύντομη για να παρουσιαστεί η ευρύτητα του έργου και της σκέψης του Παμπλέκη, ο εκδότης καταφέρνει να μας δώσει με ακρίβεια και σαφήνεια πολλές από τις πτυχές της σκέψης του: από τον πολιτικό ριζοσπαστισμό της Αληθούς Πολιτικής στον θρησκευτικό ριζοσπαστισμό του Περί Φιλοσόφου και την πιο ακραία μορφή του με το Περί Θεοκρατίας. Αν και δεν εξετάζονται τα δύο αυτά σημαντικά έργα του Παμπλέκη, ούτε η σχέση του με την σατιρική παράδοση του ύστερου Βυζαντίου και της οθωμανικής περιόδου, όπως π.χ. με ένα ανώνυμο κείμενο όπως η Αληθής ΗστορίαΑνώνυμος του 1789), γιατί η παρούσα εισαγωγή αφορά στη διαμάχη, θα αποτελούσε σημαντική συμβολή η προσέγγισή τους με γνώμονα την ενδεχόμενη σχέση του Παμπλέκη με την παράδοση αυτή και όχι μόνο με το Περί θεοκρατίας. Η καθαρά κοσμική πολιτική σκέψη του Παμπλέκη που προβάλλεται από την Αληθή Πολιτική και η επίσης καθαρά κοσμική θρησκευτική του σκέψη έθεσαν τα θεμέλια για την αναθεώρηση του ρόλου των εκκλησιαστικών αρχόντων στην πολιτική ζωή των ελληνόφωνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και εν τέλει την χειραφετημένη στάση των μετέπειτα πρωτεργατών της Επανάστασης, τους οποίους στην αρχή η Εκκλησία πολέμησε. Επηρεασμένος από την γαλλική πολιτική σκέψη και την Εγκυκλοπαίδεια, ο Χριστόδουλος καταδικάζει την ελέω θεού Βασιλεία και προβάλλει την έννοια του Θεού ως δημιούργημα του ανθρώπινου νου. Πρόκειται για την απαρχή της νεοτερικής σκέψης που κινείται με βάση την ατομικότητα, με γνώμονα τη μόρφωση (φωτισμό) και όχι την απρόσωπη συλλογικότητα που εξουσιάζεται από μια θρησκευτική ή πολιτική ελίτ, η οποία χρησιμοποιεί τη θρησκεία ως μέσο εξουσίας. Η διαφορά του από τον Σπινόζα, που πολύ καίρια εντοπίζει ο Κιτρομηλίδης, αναδεικνύει και το στίγμα της θρησκευτικής σκέψης του Παμπλέκη: όχι αθεΐα, αλλά εξορθολογισμός της «θρησκευτικής πίστης» (σ. 43), με βασικό στόχο να γκρεμίσει εκ βάθρων την πολιτική εξουσία την οποία ήλεγχε ο κλήρος και να αποσυνδέσει τη μεταφυσική από την κοινωνική και πολιτική ζωή. Η «θεοκρατία» δεν ταιριάζει στη σκέψη του, ενώ η πίστη συνδέεται με εσωτερικές ανάγκες του ανθρώπου και όχι με την πολιτική ή κοινωνική τάξη σε ένα κράτος. Ο Θεός, κατά τον Παμπλέκη, είναι απαραίτητος για τη ζωή των ανθρώπων, όπως και η πίστη, αλλά δεν πρέπει κατά τη γνώμη του να εμπλέκεται ο κλήρος στην κοσμική ζωή και τη λειτουργία ενός κράτους.

Η σημαντικότατη αυτή επαναδημοσίευση σειράς δυσπρόσιτων έως τώρα κειμένων θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για την επανεξέταση της εκδοτικής τακτικής και πολλών άλλων παρόμοιων λιβελλογραφημάτων, τα οποία θα μπορούσαν με τη δημοσίευσή τους να αλλάξουν την εικόνα που έχουμε για την εποχή και να άρουν πολλούς από τους μύθους που δημιουργήθηκαν από εθνοκεντρικές προσεγγίσεις και ενισχύθηκαν από την πίστη στο ελληνοχριστιανικό ιδεώδες ως και αργά τον 20ό αιώνα.

 

Νίκος Μαυρέλος διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Θράκης

Δείτε όλα τα σχόλια