Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

COTI K.: «Σκέφτομαι πάντα μόνο την επόμενη κίνησή μου»!

Ο Κωνσταντίνος Luca Rolando Κυριάκος γεννήθηκε στο Μιλάνο από πατέρα Έλληνα και μητέρα Ιταλίδα αλλά σε ηλικία έξι ετών ήρθε στην Ελλάδα όπου και ζει έκτοτε. Ασχολήθηκε με την μουσική από πολύ μικρός και αν σαν εκτελεστής (του μπάσου πρώτιστα και κατά βάση) και δημιουργός...

Ο Κωνσταντίνος Luca Rolando Κυριάκος γεννήθηκε στο Μιλάνο από πατέρα Έλληνα και μητέρα Ιταλίδα αλλά σε ηλικία έξι ετών ήρθε στην Ελλάδα όπου και ζει έκτοτε. Ασχολήθηκε με την μουσική από πολύ μικρός και αν σαν εκτελεστής (του μπάσου πρώτιστα και κατά βάση) και δημιουργός είναι αυτοδίδακτος σπούδασε επισταμένα ηχοληψία η οποία για μεγάλο διάστημα ήταν και το βιοποριστικό του μέσο. Με αυτά τα εφόδια (και έχοντας επιλέξει να υπογράφει σαν Coti K. ή και μόνο  Coti) άρχισε την διαδρομή του  η οποία σημάδεψε την σύγχρονη ελληνική μουσική διπλά, αφενός με τις συνεργασίες του – αρχικά σαν ηχολήπτης και τελικά και ως παραγωγός – με τα περισσότερα από τα σημαντικά (ανεξαρτήτως ύφους) εγχώρια συγκροτήματα της δεκαετίας του '90 και των αρχών εκείνης του '00 και αφετέρου με το προσωπικό του έργο.

Γιατί μέσα από τις δικές του δουλειές αναδείχθηκε σχεδόν αμέσως ένας ρηξικέλευθος, πειραματιστής δημιουργός που – χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο τις ηλεκτρονικές ηχοπαραγωγικές πήγες αλλά φυσικά και το αγαπημένο του μπάσο – δεν δίσταζε να κινηθεί από τις πιο ακραίες ατονικές τάσεις ή και τον καθαρό «θόρυβο» μέχρι την γαλήνη μιας «μετα-κλασικής» σχεδόν ambient, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις όλα αυτά ταυτόχρονα στον ίδιο δίσκο ή και στο ίδιο κομμάτι! Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι το τελευταίο του album που κυκλοφόρησε (σε δική του, ανεξάρτητη παραγωγή περιορισμένων αντιτύπων βινυλίου και κυρίως ψηφιακά) στην αρχή της χρονιάς αποτελεί μιαν ακόμα και όχι μικρού μεγέθους έκπληξη. Στο «The Man From Managra» ο Coti K. κάνει για πρώτη φορά «κανονικά τραγούδια» (!) τα οποία μάλιστα ερμηνεύει ο ίδιος. Πρόκειται για φωνητικές συνθέσεις που διατηρούν όλες τις «παραδοσιακές» αρετές και αξίες της τραγουδοποιίας αλλά τις προσαρμόζουν στις μουσικές συνθήκες της εποχής μας, τραγούδια «κλασικά» ίσως στη δομή τους αλλά και σημερινά στο έπακρο στην αισθητική και τον ήχο τους, με άλλα λόγια απολύτως σύγχρονα και ταυτόχρονα...διαχρονικά! Επίτευγμα που στην πράξη είναι πολύ πιο δύσκολο – και για αυτό αξιέπαινο - από όσο μπορεί να φαίνεται όταν απλά το διαβάζει κανείς...

 

Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα

 

Υποθέτω ότι ο τίτλος του δίσκου παραπέμπει σε εκείνους αρκετών ταινιών, πιθανότατα και στο σίριαλ «The Man From UNKLE», έτσι δεν είναι; Ποιος όμως είναι αυτός «ο άνθρωπος από τη Μανάγκρα» και πού και τι είναι αυτός ο τόπος;

 

Το όνομα αυτό υπάρχει στο μυαλό μου πάνω από δέκα πέντε χρόνια, είναι κάτι σίγουρα κάπως παλαιό, σαν από κάποιο ξεχασμένο παρελθόν. Επίσης για εμένα ο άνθρωπος αυτός είναι κάτοικος ενός νησιού, της Μανάγκρα. 

 

Πλην του ηχείου που είναι ευνόητο, τι συμβολίζουν τα αντικείμενα του εξωφύλλου, δηλαδή η γνωστή προσωπογραφία του «γέρου με το τσιμπούκι», η υδρόγειος σφαίρα και το μπολ με το φαγητό;

 

Το εξώφυλλο - που φωτογράφησε ο φίλος και συνεργάτης μου Χρήστος Λαϊνάς - είναι μία εικόνα που φαντάστηκα σαν μία λεπτομέρεια από το σπίτι του, ηλικιωμένου μάλλον, ανθρώπου από την Μανάγκρα, ένα παλιό στερεοφωνικό, μια παλιά υδρόγειος και ο γέρος με το τσιμπούκι που μάλλον ταυτίζεται με την εικόνα του «Μαναγκραίου». Το πιάτο μπήκε στη εικόνα τελευταίο για να δώσει μιαν αίσθηση ζωγραφικού πίνακα, μια νεκρή φύση.

 

Θεωρείς ότι ο δίσκος αυτός είναι ποπ; Και με την ευκαιρία, τι και πώς είναι για εσένα η ποπ σήμερα, με την ουσία βέβαια και όχι με την τυπολογία του όρου;

 

Βεβαίως και είναι ποπ με την ευρεία έννοια η οποία εμπεριέχει και το rock και τη folk. Ποπ θα υπάρχει πάντα, είναι η παγκόσμια λαϊκή μουσική του σήμερα η οποία βέβαια πάντα παράγει τόσο αριστουργήματα όσο και ανοσιουργήματα.

 

Τι το ιδιαίτερο έχει η Τήνος που σε κάνει να την προτιμάς για να ηχογραφείς εκεί τις τελευταίες δουλειές σου;

 

Η διαδικασία της σύλληψης και σύνθεσης μιας μουσικής ιδέας είναι για εμένα μια απίστευτα ευαίσθητη στιγμή που χρειάζεται εσωτερική και εξωτερική ησυχία. Δεν μπορείς μεν να την προκαλέσεις αλλά μπορείς να την προσκαλέσεις δημιουργώντας τις ιδανικές συνθήκες και συνήθως συναντιόμαστε σε αυτό το μέρος που λέγεται Τήνος.

 

Το album έχει μεν την ατμοσφαιρικότητα και τον μινιμαλισμό στην έκφραση που πάντα σε χαρακτήριζαν αλλά και μια μεγάλη διαφορά από άλλες δουλειές σου, είναι η πρώτη φορά που κάνεις έναν δίσκο ο οποίος περιέχει αμιγώς και μόνο τραγούδια. Πώς προέκυψε ξαφνικά αυτή η ανάγκη σου να εκφραστείς με μη οργανικές φόρμες;

 

Και εμένα μου ήρθε λίγο ξαφνικά αλλά μετά κατάλαβα ότι αυτή η επιθυμία «χτιζόταν» εδώ και πολύ καιρό και έτσι τώρα περνάω μια περίοδο τραγουδοποιίας την οποία και απολαμβάνω!

 

Και ποιο θα έλεγες ότι είναι το τραγουδοποιητικό είδος το οποίος λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης, ίσως ακόμα και σαν έναυσμα, για τον δίσκο;

 

Μεγάλωσα ακούγοντας τραγούδια των δεκαετιών του '70 και του '80, νομίζω ότι κάπου σε εκείνη του ‘90 απέκτησα άλλα ενδιαφέροντα αλλά ποτέ δεν σταμάτησα να έχω επαφή με το τραγούδι οπότε μάλλον μιλάμε για αρκετά παλαιά ακούσματα. Ομως ποτέ δεν θα ήθελα να κάνω έναν «vintage» δίσκο, δεν με ενδιαφέρει καθόλου η αναπαραγωγή...Θα έλεγα ότι τελικά το είδος που θαυμάζω είναι τα πιο άμεσα τραγούδια, τα αφτιασίδωτα.

 

Θεωρείς τον εαυτό σου τραγουδιστή; Αν όχι, σε ικανοποιεί ο ήχος της φωνής σου, αισθάνεσαι άνετα μαζί του;

 

Ε όχι και τραγουδιστή, μάλλον cantautore όπως τους λένε στην Ιταλία (γέλια). Νομίζω ότι, τουλάχιστον σε αυτή την φάση, θα ήταν αδύνατο να τα δώσω σε κάποιον άλλο για να τα τραγουδήσει οπότε αναγκαστικά τα ερμηνεύω εγώ. Οσο για τον ήχο της φωνής μου νομίζω ότι έχω δρόμο ακόμα, ειδικά στα λlive, αλλά τουλάχιστον υπηρετεί σωστά το πιο σημαντικό, την έκφραση.

 

Υπάρχει κάποιο κεντρικό θέμα ή έστω ιδέα που να συνδέει στιχουργικά τα τραγούδια του δίσκου;

 

Όχι ακριβώς ένα θέμα αλλά μια προοπτική, μια οπτική γωνία, ενός παρατηρητή από ένα μακρινό νησί.

 

Η τεχνολογία είναι ευλογία ή κατάρα για τον σύγχρονο μουσικό;

 

Η τεχνολογία είναι ό,τι αποφασίζεις να την κάνεις, για εμένα είναι ευλογία γιατί μου δίνει τρομερή ελευθερία στο να μετακινούμαι, κάτι που έχω ανάγκη καθώς, όπως φαίνεται, δεν μπορώ να μείνω σε ένα μέρος παρά για λίγο καιρό. Επίσης χρησιμοποιούσα τα φορητά συστήματα ηχογράφησης ήδη από τότε που πρωτοβγήκαν για να ηχογραφώ διάφορα συγκροτήματα σε μη «στουντιακές» συνθήκες, για παράδειγμα στον χώρο προβών η και στα εξοχικά τους.  

 

Ο «σοβαρός επαγγελματίας», ηχολήπτης και παραγωγός άλλων, Coti K. και ο απρόβλεπτος, ανήσυχος και πειραματιστής δημιουργός που είσαι στις δικές σου δουλειές είναι δύο εντελώς διαφορετικές και ανεξάρτητες μουσικές προσωπικότητες σου; Πού τελειώνει η μία και πού αρχίζει η άλλη;

 

Να σου πω την αλήθεια δεν τις ξεχωρίζω και τόσο καθώς αμφότερες είναι για εμένα μουσική και πάντα αντιμετωπίζω την μουσική χωρίς κάποια επαγγελματική στρατηγική, προσπαθώ να ακολουθώ όχι την λογική αλλά κυρίως την διαίσθηση και τον ενθουσιασμό που μου προκαλεί μια ιδέα.

 

Ποιαν από τις τόσες και πάντα ξεχωριστές συνεργασίες σου σαν παραγωγός θεωρείς την καλύτερη και πλέον επιτυχημένη ως προς τον σκοπό της και ποια θυμάσαι περισσότερο γιατί ήταν πιο κοντά, μουσικά και ίσως ακόμα και συναισθηματικά, σε εσένα;

 

Αρκετές και για διάφορους λόγους...Ο πρώτος δίσκος των Στέρεο Νόβα κατά κάποιο τρόπο ίσως να είναι η πιο επιτυχημένη γιατί ένιωθα ότι κάτι ιδιαίτερο γεννιόταν αν και δεν εκτελούσα χρέη παραγωγού (άσε που δεν υπήρχε καν τότε αυτός ο όρος στη Ελλάδα!) αλλά ηχολήπτη. Θυμάμαι τους δίσκους  με τους Ονειροπαγίδα και τους Μέντα με αγάπη για την ωραία συνεργασία και την φιλία μας που προέκυψε μέσα από την όλη διαδικασία. Το σινγκλάκι που έκανα με τους Διάφανα Κρίνα («Είναι Που Ολα Ηρθαν Αργά»)  γιατί κατάφερα να αλλάξω τον ήχο τους σε κάτι που φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να είναι. Και φυσικά οι δίσκοι με τους Tuxedomoon («Cabin In The Sky» και «Vapour Trails»), γιατί το έφερε η τύχη να κάνω παραγωγή στο συγκρότημα  που ήταν το αγαπημένο μου την περίοδο της μετά-εφηβείας μου!

 

Τελικά υπάρχει όχι βέβαια κάποια συνταγή αλλά ένα «μυστικό» που να κάνει τον καλό παραγωγό;

 

Ο μόνος οδηγός νομίζω είναι η αγάπη για την μουσική, και το να μην ξεχνάς ότι δεν είναι ο δίσκος σου αλλά το «παιδί» κάποιου άλλου, να προτείνεις μεν ελεύθερα αλλά και να είσαι προετοιμασμένος να βγάλεις από την μέση τον εγωισμό σου όταν χρειάζεται, πράγμα που ομολογουμένως δεν μου ήταν πάντα πολύ εύκολο. Είναι εξαντλητική δουλειά ξέρεις, εδικά όταν επιπλέον έχεις αναλάβει και την ηχοληψία...

 

Πιστεύεις ότι είναι μια καλή εποχή για να κάνει κανείς μουσική και ειδικά στην Ελλάδα; Νοσταλγείς μήπως κάποια παλαιότερη, από δημιουργικής βέβαια πλευράς της σκηνής;

 

Για εμένα είναι πάρα πολύ καλή εποχή για μουσική, οι περίοδοι κρίσης είναι πάντα πιο δημιουργικές. Δεν νοσταλγώ τίποτα από το παρελθόν, καλώς η κακώς σπάνια κοιτάζω πίσω, σκέφτομαι πάντα μόνο την επόμενη κίνηση, οτιδήποτε με «ρουφάει» προς το μέλλον!

 

Η συνολική περιρρέουσα ατμόσφαιρα των τελευταίων χρόνων, με την οικονομική κρίση και όλα τα συνεπαγόμενα της, επηρέασε καθόλου τους στίχους ή και την μουσική του album και, αν ναι, με ποιο τρόπο;

 

Ο δίσκος αυτός έχει να κάνει με την εσωτερική κρίση και όχι με την οικονομική την οποία προσπαθώ να αγνοήσω γιατί είναι κάτι που μας έχουν «φορέσει» κάποιοι άλλοι. Πάντως το «Praise The Lord,» μιλάει για τον τύπο του ανθρώπου ο οποίος με την συμπεριφορά του συνεισέφερε στο πρόβλημα....

 

Πόσο εύκολο αλήθεια είναι να κάνει κάποιος μουσική σήμερα στην Ελλάδα και ειδικά σαν την δική σου που δεν μπαίνει σε «καλούπια», πόσο μάλλον δεν ακολουθεί κανέναν από τους κανόνες της εμπορικότητας; Πώς βρίσκει την διάθεση αλλά ακόμα και την έμπνευση για να το κάνει;

 

Δυστυχώς μου είναι αρκετά δύσκολο να κάνω μουσική που δεν μου αρέσει μόνο και μόνο για λόγους εμπορικότητας η ματαιοδοξίας. Βεβαίως το έκανα part-time για μια μεγάλη περίοδο, έγραφα μουσική για τηλεοπτικά διαφημιστικά αλλά τουλάχιστον πληρωνόμουν πολύ καλά για αυτό. Από την άλλη, πώς να το πω, δεν είναι ακριβώς δική μου απόφαση να γράφω μουσική, είναι κάτι που απλά συμβαίνει και με καθορίζει. Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου μου είπε κάποτε «είμαστε όλοι σκλάβοι τις μουσικής, όχι σκλάβοι, σκλαβάρες»! Αυτή η σκέψη αρκεί για να με καλύψει πλήρως...

 

Το να κάνεις λοιπόν μουσική και μάλιστα σαν τη δική σου μπορεί να θεωρηθεί, ίσως και να είναι όντως, πολιτική πράξη;

 

Το πως ζούμε την ζωή μας και συμπεριφερόμαστε εντός της κοινωνίας προφανώς και είναι πολιτική πράξη, για παράδειγμα το ότι δεν δέχτηκα να γίνω αποκλειστικός παραγωγός της Sony όταν μου το πρότειναν πριν πολλά χρόνια ήταν μια τέτοια πολιτική πράξη, η άρνηση μου να γίνω υπάλληλος μιας πολυεθνικής δισκογραφικής εταιρείας. Από την άλλη δεν μου αρέσει ιδιαίτερα η πολιτικοποιημένη τέχνη, νομίζω ότι υπηρετεί έναν άλλο «αφέντη» που για εμένα είναι κατώτερος από το καλλιτεχνικό όραμα.

 

Αν και με τις ιδιότητες σου του ηχολήπτη και παραγωγού είσαι απολύτως εξοικειωμένος και φυσικά χρησιμοποιείς πολύ την ηχητική και όχι μόνο τεχνολογία στις προσωπικές σου δουλειές εξακολουθείς να είσαι φανατικός της DIY νοοτροπίας, έτσι δεν είναι; Σε τι οφείλεται αυτή η εμμονή σου στην lo fi και σχεδόν «ερασιτεχνική» προσέγγιση;

 

Δέχομαι το «ερασιτέχνης» με την κυριολεκτική του έννοια, δηλαδή εραστής της τέχνης αλλά θεωρώ τον εαυτό μου πολύ πιο «δοσμένο» στην μουσική από κάποιον σπουδαγμένο επαγγελματία που παίζει για το μεροκαματάκι του. Καλά κάνει δηλαδή ο άνθρωπος αλλά αυτό για εμένα δεν είναι μουσική, είναι επανάληψη μιας λυμένης άσκηση και εκείνο που με ενδιαφέρει είναι ο «γρίφος», το άγνωστο. Το DIY βεβαίως και με εκφράζει γιατί με αυτό μεγάλωσα, έμαθα να εκμεταλλεύομαι τα λίγα τεχνικά και εκφραστικά μέσα  που είχα και ακόμα και τώρα αυτό επιζητώ, τα ελάχιστα των μέσων, τα απολύτως απαραίτητα. Το υπόλοιπο είναι μόνο σύγχυση και ζαλάδα...

 

Βλέπεις το μπάσο σαν ένα όργανο αυτόνομο, πολύ διαφορετικό από εκείνο που το θεωρούν οι περισσότεροι και σίγουρα πολύ μακριά από τον τυπικό ρόλο του ως το δεύτερο στοιχείο, μαζί με τα ντραμς, της rhythm section, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στα rock συγκροτήματα; Τι σε κάνει να του μένεις τόσα χρόνια πιστός;

 

Έλα ντε, είναι μάλλον το γεγονός ότι πάντα μου φαινόταν ένα «μυστηριώδες» όργανο...Ισως επίσης και γιατί ποτέ δεν έχω νιώσει ότι το κατέχω από τεχνικής πλευράς και αυτό, αν και μου προκαλεί  ανασφάλεια, ταυτόχρονα με κάνει και να το βρίσκω τόσο ενδιαφέρον και ελκυστικό!

 

Τι έχει περισσότερη σημασία για εσένα, η σύνθεση, η εκτέλεση ή ο ήχος ως σύνολο και ανεξάρτητα από τα όποια επιμέρους στοιχεία του;

 

Το τελικό αποτέλεσμα, αυτό μετράει, η ηχητική εμπειρία της ακρόασης. Τι με νοιάζει αν είναι μια σύνθεση έξυπνη, «δύσκολη» ή άψογα παιγμένη αν αυτό που ακούω είναι, για παράδειγμα, ένα δείγμα «κρυόκωλου» fusion, δηλαδή jazz rock; Νομίζεις ότι είναι τυχαίο ότι πολλοί πρώτοι δίσκοι συγκροτημάτων, όταν ακόμα δεν ξέρουν καλά - καλά να παίζουν, είναι καλύτεροι από μεταγενέστερους και πολύ πιο άρτιους τεχνικά;

 

Και η ερώτηση που είναι δύσκολο να μην κάνει κανείς σε κάποιον που δουλεύει με τη δική σου μεθοδολογία και νοοτροπία, συμφωνείς με τον ορισμό του Frank Zappa ότι «η μουσική δεν είναι παρά οργανωμένος θόρυβος»;

 

Θα έλεγα ότι η μουσική είναι οργανωμένος ήχος ο οποίος  μεταμορφώνεται ανάμεσα στα αυτιά μας σε χυμούς απόλαυσης!

 

Πόσο εύκολο είναι να παρουσιάσεις ζωντανά το υλικό αυτού του δίσκου;

 

Οχι δύσκολο πάντως, το έχω ήδη κάνει με το τρίο μου το οποίο  συναποτελείται από τον Χρήστο Λαϊνά στο μπάσο και τον Πάνο Γαλάνη στα ντραμς Ξεκινήσαμε δίνοντας συνειδητά μικρές δωρεάν συναυλίες σε σπίτια φίλων και με μία παρουσίαση του δίσκου την άνοιξη στο «Vinyl Microstore» αλλά το καλοκαίρι παίξαμε και σε δύο φεστιβάλ, στην Κεφαλλονιά και στα Κουφονήσια.

 

Και τα προσεχή σου σχέδια;

 

Έχω διάφορα σχέδια, μεταξύ άλλων σημαντική είναι και η  κυκλοφορία μιας τριλογίας βινυλίων των Mohammad, του πειραματικού τρίο του οποίου είμαι μέλος. Αναφορικά με τη συνέχεια του «The Man From Managra» συνεχίζω να γράφω νέο υλικό το οποίο προς το παρόν είναι σε εμβρυακό στάδιο αλλά αισιοδοξώ ότι θα κυκλοφορήσει μέσα στο '15. Και βεβαίως θέλουμε να κάνουμε πολ;y περισσότερες  συναυλίες με το εν λόγω σχήμα  γιατί...ακόμα μαθαίνουμε!

 

Είναι αυτή ακριβώς η δίψα για το νέο και ανεξερεύνητο που έχει οδηγήσει τον Coti K. σε τόσες ενδιαφέρουσες μουσικές «ανακαλύψεις» και αναμφίβολα θα συνεχίσει να το κάνει...

 

[Μπορείτε να ακούσετε ολόκληρο το «The Man From Managra» στη διεύθυνση http://www.themanfrommanagra.com/the-music.html]

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Με την κοινωνία όρθια

Το έργο της σημερινής κυβέρνησης ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2015 κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Η κοινωνία ήταν σε τέτοιο βαθμό επιβαρυμένη από τα καταστροφικά μέτρα της προηγούμενης...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο