Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η μεταρρύθμιση της πολιτισμικής πολιτικής

Το βιβλίο της Μυρσίνης Ζορμπά "Πολιτική του πολιτισμού" (εκδόσεις Πατάκη) είναι μια μελέτη πολιτισμικής ιστορίας και ταυτόχρονα μια μελέτη πολιτισμικής κριτικής. Με βαθιά γνώση των διανοητικών εργαλείων του Αντόνιο Γκράμσι, του Ρέιμοντ Ουίλιαμς αλλά και των νεότερων πολιτισμικών σπουδών...

Το βιβλίο της Μυρσίνης Ζορμπά "Πολιτική του πολιτισμού" (εκδόσεις Πατάκη) είναι μια μελέτη πολιτισμικής ιστορίας και ταυτόχρονα μια μελέτη πολιτισμικής κριτικής. Με βαθιά γνώση των διανοητικών εργαλείων του Αντόνιο Γκράμσι, του Ρέιμοντ Ουίλιαμς αλλά και των νεότερων πολιτισμικών σπουδών, η συγγραφέας μετατοπίζει τη συζήτηση από τον νεοελληνικό Πολιτισμό -με το «π» κεφαλαίο, όπως ταιριάζει στην εθνική και ενίοτε εθνικιστική μας ρητορεία- για να εξετάσει την «οργάνωση της κουλτούρας» στο επίπεδο των θεσμών, των νοοτροπιών και των αντιλήψεων που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη πολιτισμική μας ταυτότητα. Η εργασιακή πείρα και η χρόνια ενασχόληση της ίδιας της Μ. Ζορμπά με πολιτιστικούς θεσμούς και φορείς τής επιτρέπει να συνδυάζει τη θεωρητική γνώση με την πρακτική διαχείριση, γεγονός που προσδίδει στο βιβλίο μια διπλή προοπτική, τη συνολική εποπτεία του παρελθόντος και τη σαφή στρατηγική του μέλλοντος.

Η συγγραφέας αναδεικνύει με ενάργεια τις χρόνιες παθογένειες της μεταπολιτευτικής κυρίως πολιτιστικής πολιτικής: την προσκόλληση στην αρχαία κληρονομιά και την υποβάθμιση του σύγχρονου πολιτισμού, την ασυνέχεια των δομών, τη μονοκαλλιέργεια ενός μοντέλου που εγκλώβισε τους πολιτισμικούς πόρους σε μια κρατιτικιστική λογική. Οι ποικίλοι γραφειοκρατικοί «αναχρονισμοί» των υπηρεσιών, η μυθοποιημένη εκδοχή της παράδοσης και οι ιδεολογικές χρήσεις της αρχαιότητας ως αποκλειστικό στοιχείο προσδιορισμού της πολιτισμικής μας ταυτότητας ακύρωσαν, σύμφωνα με τη συγγραφέα, μια στρατηγική μακράς πνοής στο πεδίο του Πολιτισμού. Κάπως έτσι, η κρίση βρήκε την πολιτιστική πολιτική σε μια εξαιρετικά ευάλωτη κατάσταση. Η τυχαιότητα του πελατειακού σχεδιασμού, σε συνδυασμό με την πίεση μιας αυτορρυθμιζόμενης νεοφιλελεύθερης αγοράς διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις για το επόμενο βήμα της ραγδαίας συρρίκνωσης. Η εξαγγελία ποικίλων καταργήσεων και συγχωνεύσεων των πολιτιστικών οργανισμών βασίστηκε στην απλουστευτική ιδέα του «μικρού κράτους» ενώ, λίγο καιρό αργότερα, το ΥΠΠΟ ανακάλυψε ξανά τη «Μεγάλη Ιδέα» της εθνικής εκστρατείας για την επιστροφή των Ελγινείων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Μ. Ζορμπά θέτει επιτακτικά το αίτημα για ένα νέο παράδειγμα δημόσιας πολιτισμικής πολιτικής βασισμένο στην έννοια της «πολιτισμικής δημοκρατίας». Η ίδια η έννοια της «πολιτισμικής δημοκρατίας» αμφισβητεί τα προηγούμενα ιεραρχικά μοντέλα «εκ-πολιτισμού των μαζών», δίνοντας έμφαση στην επανανοηματοδότηση της «κουλτούρας της καθημερινότητας». Ο πολιτισμός δεν νοείται πλέον ως μια «πυραμίδα γούστου», αλλά ως μια πολλαπλότητα συλλογικών διαδικασιών που παράγεται μέσα από δίκτυα, κοινότητες και επιτελέσεις μιας πολιτισμικής βιοποικιλότητας που παράγει πολλαπλά νοήματα και χρήσεις της κουλτούρας. Προφανώς, αυτή η κυκλοφορία των νοημάτων δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε ισότιμη. Σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό προσδιορίζεται από εξουσιαστικούς ελέγχους αλλά και από μηχανισμούς χειραγώγησης που προκρίνουν -σε τελευταία ανάλυση- μια συγκεκριμένη επιλογή πολιτισμικής πολιτικής. Δεν είναι τυχαίο, δηλαδή, ότι το κυρίαρχο μοντέλο που επικρατεί σήμερα εγγράφεται πλήρως σε μια πολιτισμική λογική που προκρίνει τον ατομικισμό και τον κυνισμό ως συνθήκη δημιουργίας.

Ακριβώς για αυτό τον λόγο, η συγγραφέας επιμένει ότι η οργάνωση της κουλτούρας είναι το κατεξοχήν πολιτικό διακύβευμα, καθώς στο εσωτερικό της παράγονται ταυτότητες, ετερότητες, δικαιώματα και ανακατονομές των δημόσιων και κοινωνικών αγαθών. Θεωρώντας την κρίση ως τομή για τη μετάβαση σε μια άλλη πολιτισμική πολιτική, η συγγραφέας προτείνει μια συνολική επαναξιολόγηση του πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας στη βάση της κοινωνικής συνοχής, της αναδιάρθρωσης των πολιτισμικών πόρων και της υπεράσπισης της δημοκρατίας. Το ίδιο το «πολιτισμικό βάθος» της δημοκρατίας, άλλωστε, σε μια εποχή ανόδου του νεοναζισμού και εγκατάλειψης των δημόσιων πολιτικών, προκρίνεται ως αυτόνομο πεδίο πολιτικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης της χώρας.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αξίζει, νομίζω, να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την πολιτισμική ανάλυση της Μ. Ζ. Αν, δηλαδή, μας ενδιαφέρει να αξιοποιήσουμε την κουλτούρα ως ένα σοβαρό κομμάτι του δημοκρατικού τείχους απέναντι στην εξτρεμιστική Δεξιά αλλά και ως νέο πλαίσιο ηθικοπολιτικής συνοχής της κοινωνίας, θα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά τον ορίζοντα προσδοκιών που διαμορφώνει η «πολιτισμική δημοκρατία». Η συγγραφέας προτείνει ένα μοντέλο πολιτισμικής πολιτικής που υπερβαίνει τις προηγούμενες αρτηριοσκληρωτικές δομές, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί και ως ένα παραγωγικό σχέδιο για μια προοδευτική έξοδο από την κρίση. Η έμφαση σε ένα πολιτισμικό κεφάλαιο που δεν ζει μόνο στη σκιά της Ακρόπολης, αλλά είναι στραμμένο στον σύγχρονο πολιτισμό και στο δημόσιο συμφέρον, αποτελεί, για τη συγγραφέα, το κλειδί για την έναρξη ενός διαλόγου με όλες τις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας, της τέχνης και της διανόησης. Για πρώτη φορά, διαθέτουμε ένα βιβλίο με μεταρρυθμιστικό πρόσημο, που θέτει το μείζον πρόβλημα της σχέσης κουλτούρας και δημοκρατίας, χωρίς αφορισμούς, νοσταλγικές αναφορές και λαϊκιστικές κορώνες. Αυτή είναι, νομίζω, η πραγματική «προστιθέμενη αξία» της κριτικής γνώσης σε μια πτωχευμένη χώρα που εξακολουθεί να ντύνεται με αρχαίες χλαμύδες.

 

* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Δύο διαφορετικοί δρόμοι, δύο διαφορετικά σχέδια

Ο προϋπολογισμός που αναμενόταν να ψηφιστεί χθες το βράδυ από τη Βουλή είναι ο πρώτος μετά από οκτώ χρόνια που δεν περιλαμβάνει νέους φόρους. Αντίθετα, περιλαμβάνει μειώσεις φόρων, καθώς τα επιπλέον...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο