Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ρεπυμπλίκ - Βαστίλη. Ένα εκδοτικό γεγονός

Το μυθιστόρημα «Ρεπυμπλίκ - Βαστίλη» της Μέλπως Αξιώτη, γραμμένο στα γαλλικά το 1947, με επίμετρο και σε μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια στην ποιητική γλώσσα με την οπαία γράφει η Αξιώτη στα ελληνικά ή στα γαλλικά, με εισαγωγή, επιμέλεια, εμπεριστατωμένα σχόλια...

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ, Ρεπυμπλίκ - Βαστίλη, εκδόσεις Άγρα, σελ. 248

Το μυθιστόρημα «Ρεπυμπλίκ - Βαστίλη» της Μέλπως Αξιώτη, γραμμένο στα γαλλικά το 1947, με επίμετρο και σε μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια στην ποιητική γλώσσα με την οπαία γράφει η Αξιώτη στα ελληνικά ή στα γαλλικά, με εισαγωγή, επιμέλεια, εμπεριστατωμένα σχόλια και βιβλιογραφικές αναφορές της Μαίρης Μικέ, αποτελεί ένα εκδοτικό γεγονός για τα λογοτεχνικά μας πράγματα, αφού δίνει το παρόν του στην πιο κατάλληλη στιγμή της κρίσης που διανύουμε αναγνώστες, συγγραφείς, κριτικοί.

Η επανεμφάνιση της ξεχασμένης Μέλπως Αξιώτη στο λογοτεχνικό προσκήνιο ανακινεί το ενδιαφέρον για τα λογοτεχνικά μας πράγματα ιδίως όσον αφορά την πεζογραφία, που υπό την πίεση της αγοράς, βαθμιαία αποκόπτονται από την δυναμική που ανέπτυξαν τα ελληνικά γράμματα, τους δυο τελευταίους έστω αιώνες. Η αργή αυτή αποκόλληση κινδυνεύει να αδειάσει, να εκποιήσει και εντέλει να απωθήσει προγενέστερες συγγραφικές δημιουργίες που καθόρισαν συγγραφείς, κριτικούς και αναγνώστες. Διανύουμε, έτσι, μιαν εποχή που έχει ακουστά τον Ροΐδη, τον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη και αγνοεί την Τιμή και το χρήμα του Θεοτόκη, την Ζωή εν Τάφω του Μυριβήλη, το Θέλετε να χορέψομε Μαρία; της Μ. Αξιώτη, και άλλα σημαντικά έργα προγενέστερα ή μεταγενέστερα, με αποτέλεσμα οι νεότεροι να ρίχνονται στην ποίηση ή την πεζογραφία με αδιευκρίνιστη την σχέση τους με τη λογοτεχνική κληρονομιά, ανυποψίαστοι για το γεγονός ότι θέλουν δεν θέλουν, μαζί της διαλέγονται. Αγνοώντας την, ως εάν να είναι ανύπαρκτη ή να βγήκε από ένα αγέννητο ή εισαγόμενο αυγό, παραβλέπουμε όχι μόνον τον λογοτεχνικό κανόνα που διαμορφώθηκε σε παλιότερες δεκαετίες, αλλά και τις αναγκαίες τομές και ρήξεις που έγιναν για την ανανέωση ή την αλλαγή του.

Αυτό που χάνεται στην πορεία από την συγγραφική και την αναγνωστική συνείδηση είναι ο τρόπος με τον οποίο όση αυθεντική λογοτεχνία δημιουργήθηκε στην Ελλάδα εσωτερικεύει την αδήριτη ιστορική πραγματικότητα με την οποία ερχόταν συνεχώς αντιμέτωπη με ορόσημα πολέμους, δικτατορίες, εμφύλιο, ενώ συγχρόνως, εξωτερικεύει την δική της εγγενή ιστορικότητα που εξυφάνθηκε με την αναμέτρησή της με την λογοτεχνία απώτερου η πρόσφατου παρελθόντος.

 

***

Την εσωτερικευμένη ιστορική εμπειρία κρίσιμων ή καθημερινών στιγμών του 20ό αιώνα εκφράζει στα έργα της η Μέλπω Αξιώτη, μέσα από τον δικό της μοναδικό σε ποιότητα εσωτερικό μονόλογο/διάλογο με τα ανθρώπινα πράγματα, για να ζωντανέψει με πυκνές ποιητικές μεταφορές και εικόνες, μικρο-αντικείμενα που συγκρατούν την βιωματική μνήμη, στοιχεία της φύσης που εξάπτουν την φαντασία, αναγεννώντας, και στην πιο μεγάλη ασχήμια γεγονότων και καταστάσεων, το αίσθημα της ομορφιάς και του έρωτα της ζωής ή ιδέες και αξίες που έδωσαν νόημα στους αγώνες για χάρη της. Αλλά και μικρά και μεγάλα συμβάντα, μοναδικά και ανεπανάληπτα στα οποία εστιάζει η Αξιώτη προκειμένου να συμπληρώσει με τον πλούτο της συγγραφικής της υποκειμενικότητας, τις τεκμηριώσεις και αναλύσεις του ιστορικού.

Ο ιστορικός ρίχνοντας το βάρος στα «αποδεικτικά ενθυμήματα» (συλλογισμούς) που απαιτεί η ανάλυση των δομών, των συσχετισμών, των μηχανισμών που οδηγούν σε πολέμους, κατοχές, αγώνες, επαναστάσεις, καταστροφές, ανορθώσεις, κλ.) αφήνει στον καλλιτέχνη να εξεικονίσει, με τα δικά του «ελεγκτικά ενθυμήματα» που έχουν ως τόπο την γλωσσική έκφραση (Αριστ.,Ρητορική,1400b,30) πληγές, απώλειες, κατατρεγμούς, προσδοκίες ή πόθους ανώνυμων ανθρώπων που υπέμειναν, συνήργησαν ή έναντιώθηκαν στα ιστορικά γεγονότα.

Την ποιητική εσωτερίκευση της ιστορικής εμπειρίας στο μεταφρασμένο και στα γαλλικά, συγκλονιστικό μυθιστόρημα της Αξιώτη Ο εικοστός αιώνας, παρακολουθούμε και στο μυθιστόρημά της Ρεπυμπλίκ-Βαστίλη, με τον μονόλογο/διάλογο όχι της φυλακισμένης Πολυξένης τη νύχτα πριν από την εκτέλεσή της, αλλά της Λίζας που φυγαδεύεται στην Γαλλία, το '47, με την ελπίδα μιας μόνιμης εγκατάστασης που μετατρέπει το πάντα σαγηνευτικό Παρίσι σε μυθιστορηματικό σύστημα αναφοράς όσων έζησε στην Αθήνα, τα χρόνια του πολέμου, της κατοχής, της αντίστασης, αλλά και όσων φοβάται ότι θα ζήσει με την επέλασή της από την Γαλλία, τρία χρόνια αργότερα. Το γυμνό δωμάτιο που φιλοξενεί τις Παρισινές νύχτες της ηρωίδας είναι για την συγγραφέα μια συνεχής υπόμνηση ότι ο αγώνας για ελευθερία και δικαιοσύνη μέσα στον κόσμο την υποχρεώνει όπου κι αν βρεθεί, να κουβαλά το σπίτι στην πλάτη της∙ σπίτι-γραφή σε μια ζωή-εξορία.

Η σπασμένη συνειρμική εξιστόρηση επεισοδίων και γεγονότων που έζησε η συγγραφέας-ηρωίδα στο Παρίσι και στην Αθήνα και η μυθοπλαστική επινόηση στιγμιότυπων και προσώπων, που αναδεικνύουν την σχέση της με τον εαυτό της και με τον κόσμο, εναλλάσσονται εντατικά και επίμονα έως ότου συναντηθούν σαν τις παράλληλες μιας μη ευκλείδειας γεωμετρίας∙ ύστατο ανάχωμα-προστασίας από τις δολιοφθορές της ψυχής και του σώματος που προκαλούν την ιστορική αμνησία.

Αυτή η ένωση της ελεύθερης ποιητικής φαντασίας με την ιστορική μνήμη που κατορθώνει η Αξιώτη όπως και άλλοι σπουδαίοι έλληνες και ξένοι συγγραφείς, αναδεικνύει τη δύναμη της λογοτεχνίας και τη σημασία της ως ζωτικού πολιτικού γεγονότος στη ζωή κάθε λαού.

Ο ιστορικός, που μελετά και αναλύει την ιστορική πραγματικότητα μιας εποχής, με τις θεωρητικές και επιστημολογικές προϋποθέσεις της επιστήμης του, μπορεί να προστρέξει στην τέχνη για να διευρύνει το πνεύμα του, ελευθερώνοντάς το από την πολιτική και ιδεολογική μισαλλοδοξία ή προκατάληψη, αλλά τέχνη δεν μπορεί να κάνει. Άλλο είναι το έργο του.

Η επανεμφάνιση της Μέλπως Αξιώτη ξαναθέτει υπό συζήτηση μεταξύ άλλων και την αυθαίρετη αναγωγή της Ιστορίας στην Λογοτεχνία, που σχετικοποιεί την βαρύτητα που έχει η καθεμιά, στο πεδίο της, αποπροσανατολίζοντας ή αδρανοποιώντας το έργο της κριτικής. Γιατί αυτή η ρηχή και επικίνδυνη αναγωγή βασίζεται σε παραπειστικούς ελιγμούς που ακυρώνουν τον λογοτεχνικό μοντερνισμό ως ποιητική δημιουργία, αλλά και την Ιστορία ως επιστήμη της ιστορικής-κοινωνικής πολυπλοκότητας για να φτιάξουν, με βάση τις τεχνικές αφήγησης, ένα μπερδεμένο κουβάρι που πρέπει να ξεμπλέξουμε, αν θέλουμε να πάρουν φόρα ξανά και η Ιστορία και η Λογοτεχνία και η Κριτική. Θα κάνω, εδώ, μιαν απόπειρα.

 

***

Με την απομάγευση του ιερού, μετά από δύο Παγκόσμιους Πολέμους, τα πιστεύω, οι ιδέες και αξίες των αριστερών συγγραφέων χρεώθηκαν την ετικέτα της Ιδεολογίας, αφήνοντας στους αστούς συγγραφείς να αντλούν την εγκυρότητα, αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του λογοτεχνικού κανόνα που προωθούσαν από τα ισχύον παράδειγμα σκέψης και λόγου που νομιμοποιούσε η αστική ιδεολογία.

Θύματα του διαχωρισμού αστικής και προλεταριακής τέχνης υπήρξαν ένθεν και ένθεν και κυρίως αριστεροί συγγραφείς που βέβαια τους έσωσε από την αφάνεια η αγάπη του αναγνωστικού κοινού. Εκείνοι που υπέστησαν ανήκεστη βλάβη ήταν όσοι δεν χωρούσαν στα καλούπια ούτε του αστικού ούτε του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

Η ατυχής χαρακτηρισμός ως ιδεολογία των πιστεύω και των αξιών των κατατρεγμένων κι αδικημένων -αυτούς ζωντανεύει η Αξιώτη στο έργο της- επέτρεψαν σε κάθε λογής ιδεολογήματα να διεισδύσουν στην θεωρία και στη συνέχεια, στην τέχνη, με αποτέλεσμα τα δυο πεδία που υπόγεια τροφοδοτούν το ένα το άλλο, με τις διαφορετικές λειτουργίες του το καθένα, να χάσουν τα σημάδια οριοθέτησης τους και να μετατραπούν σε γούβες με τα απόνερα μυθοποίησης-απομυθοποίησης που θα στεγνώσει ο ήλιος. Οι ιδεολογικές ή ρητορικές ετικέτες συνήργησαν στην επιστημολογική και στην αισθητική απαξίωσή τους.

Αποτέλεσμα είναι η σύγχυση των κριτικών, των αναγνωστών, αν όχι και των δημιουργών που μεθοδεύει αργά και υπομονετικά την παραίτηση από τον παιδεμό που απαιτεί η δημιουργία και η πρόσληψη θεωρητικών ή εικαστικών-ποιητικών δημιουργιών. Αυτή η σύγχυση, άλλωστε, άνοιξε τον δρόμο και για την αναγωγή της Ιστορίας στην Λογοτεχνία, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να χάσουν με τη σειρά τους η μεν Ιστορία την αξιοπιστία που διεκδικεί με την ανάλυση και την διαύγαση της ιστορικής πραγματικότητας στη βάση της μελέτης, έρευνας και τεκμηρίωσης, η δε Λογοτεχνία την αξία που αντλεί από τη δύναμή της να ζωντανεύει σκηνές της ζωής ανώνυμων και άγνωστων ανθρώπων που μοναδική και ανεπανάληπτη, όπως η ζωή όλων μας, σημαδεύεται ριζικά και ανεξίτηλα από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα μιας εποχής.

Μπερδεύοντας δυο ξεχωριστά πεδία και ακυρώνοντας, έτσι, την υπόγεια αλληλοτροφοδότησή τους, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε αργά και μεθοδικά Ιστορία και Λογοτεχνία σε είδη υπό εξαφάνιση, σε μιαν εποχή που παρά τις πλημμύρες που μαστίζουν τον πλανήτη, είναι εποχή εντεινόμενης ξηρασίας.

Αυτός ο απαξιωτικός σχετικισμός κινδυνεύει να μετατρέψει την λογοτεχνία σε ένα μη οριοθετημένο, και παρά τις φιλολογικές και κριτικές διερευνήσεις του, απροβληματοποίητο και εντέλει μη αναγνωρίσιμο πεδίο, όπου μπορούν και θεριεύουν καρποί και ξερόχορτα αδιακρίτως.

***

Γι' αυτό, υποθέτω, κάποιοι διανοητές κατά καιρούς επικαλούνται την γενιά του '30, πιστεύοντας ότι με την επαναφορά της στο λογοτεχνικό προσκήνιο, θα ξαναγίνει φως και θα βρούμε τον δρόμο. Αποκόβοντάς την, όμως, από προηγούμενες και επόμενες γενιές εξίσου σημαντικές, αντί να διαλύουν, μεγαλώνουν την απορία μας για τα ιστορικά, πολιτικά και λογοτεχνικά μας πράγματα. Γιατί και στη γενιά του '30 θα βρούμε εκτός από ποιητικές διεργασίες, συγκρούσεις ιδεών, κρίσεων και πεποιθήσεων, και κυρίως μηχανισμούς με τους οποίους κάποιοι από τους εκπροσώπους της επέβαλαν τον λογοτεχνικό τους κανόνα ώστε στο όνομα του ρεαλισμού ως απάντηση στην ηθογραφία, να τεθεί σε δεύτερο πλάνο η ποιητική εσωτερίκευση-έκφραση της ιστορικής εμπειρίας και μνήμης.

Εύλογα, έτσι, αναρωτιέται κανείς η αναφορά στην γενιά του '30 ποιους συγγραφείς της ζητά να αναδείξει; τον Θεοτοκά ή τον Πεντζίκη, τον Καστανάκη, τον Μυριβήλη, ή τον Τερζάκη, τον Στρατή Δούκα, τη Διδώ Σωτηρίου ή τον Λουντέμη; Και, κυρίως, πώς και πού να χωρέσει τον Καλαμάρη/Σπιέρο ή την Αξιώτη, που άφησαν πίσω τους και τον αστικό και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό για να δώσουν στην κριτική και στο μυθιστόρημα την εμπνευσμένη πνοή και την ποιητικότητα του λόγου, χωρίς την οποία η πεζογραφία αλυσοδένεται στην πλοκή και στην εξιστόρηση. Όμως, είναι γνωστό ότι η τέχνη δεν συμποσούται στις αφηγηματικές τεχνικές ούτε η επιστήμη στη μεθοδολογίες της. Με το μεταμοντέρνο ανακάτωμά τους, ούτε η επιστήμη μπορεί να αρθεί πέρα από το ισχύον επιστημονικό παράδειγμα ούτε η ποιητική πεζογραφία μπορεί να αναμετρηθεί με τον λογοτεχνικό κανόνα που την αφήνει στο περιθώριο.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Αξιώτη, Ρεπυμπλίκ-Βαστίλη, δεν μπορεί να μη θυμηθεί κανείς την παρέμβαση του Καλαμάρη/Σπιέρου, στα μέσα της δεκαετίας του '30, όταν καταδίκαζε (βλ. Κείμενα Ποιητικής και Αισθητικής, σ. 139) το δόγμα της πλοκής (που ζει την αποθέωσή του, στις μέρες μας) διαισθανόμενος τον κίνδυνο να συντριβεί η λογοτεχνία στις συμπληγάδες της ηθογραφίας της αγροτικής ζωής και του ρεαλισμού της αστικής ζωής, αλλά και στη στείρα ιδεολογική διαμάχη μεταξύ αστικού και σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Για να βγει από αυτή την μοιραία παγίδα, ο Σπιέρος επιστρέφει, σε άρθρο του, στις «Δίχως τέλος κατακτήσεις του ρομαντισμού» (1937) για να θυμίσει σε όσους συμμετείχαν στον άγονο διχασμό αστικής και προλεταριακής τέχνης, την ρομαντική στάση με την οποία ο μοντερνισμός, και ο υπερρεαλισμός ως απόληξη του, ανανέωναν ή άλλαζαν ριζικά τον καθημαγμένο αξιακό πλαίσιο, με σημαία την ελευθερία, τον έρωτα για τη ζωή και την αγάπη, δηλαδή όσα υπονόμευαν τα αστικά ήθη, αλλά, στην συνέχεια, και η κομματική λογοκρισία και καθοδήγηση. Στο «Υπέρ ποιήσεως γνήσια φωνή», ο Καλαμάρης/Σπιέρος γράφει: «Αν θέλουμε καταστάσεις που να έχουν τα χαρακτηριστικά και της πρόζας και της ποιήσεως, θα πρέπει να στραφούμε προς τα δύο πιο τυπικά παραδείγματα, προς τον εσωτερικό μονόλογο και προς τον υπερρεαλισμό ... και τα δυο αποτελούν άσκηση της ηθελημένης συνειδητής δημιουργίας.» (149). Και βέβαια για τον Καλαμάρη/Σπιέρο εν αρχή ήν η συγκίνηση. Υποδόρια ή έκδηλη.

Ξαναδιαβάζοντας τις «παράξενες» Δύσκολες νύχτες (1938), το άλλο τόσο παράξενο Θέλετε να χορέψουμε Μαρία; (1940) αλλά και το Ρεπυμπλίκ-Βαστίλη (1947), βεβαιωνόμαστε ότι η Μέλπω Αξιώτη διάβαζε τις κριτικές του Καλαμάρη/Σπιέρου που εμψύχωναν το συγγραφικό της ταλέντο ώστε να ανθίσει και να καρποφορήσει. Πράγματι, η Αξιώτη ανοίχθηκε και στον αναστοχαστικό εσωτερικό μονόλογο και στον απελευθερωτικό υπερρεαλισμό, τον οποίο, ακόμη κι αν αποκήρυξε, λογοκρινόμενη και αυτολογοκρινόμενη, από το ‘39 και μετά, ποτέ δεν εγκατέλειψε.

Ο λόγος ήταν ότι πέρα από τον «δεξιό» ή «αριστερό» ρεαλισμό, ο υπερρεαλισμός ύψωνε τις ποιητικές εικόνες και τις σύνθετες ζωντανές μεταφορές σε μοχλό της εικαστικής και ποιητικής δημιουργίας. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που διαβάζουμε στο Ρεπυμπλίκ-Βαστίλη: «...Αλλά δεν ξέρω να γράφω. Μου φαίνεται πολύ περίπλοκο. Φτάνουν οι λέξεις στο χαρτί για να κάνεις τους άλλους να καταλάβουν; Θα 'πρεπε να γραφτεί ένα βιβλίο που να μπορεί να χωρέσει όλα τα πράγματα, όπου να βλέπεις και ν' ακούς μαζί και να νιώθεις. Όπως στην ζωή. Ν' ακούς ήχους, να βλέπεις χρώματα, να νιώθεις πόνο και χαρά, να βλέπεις το αίμα σαν κυλά, να το βλέπεις, όταν βγαίνει από το στόμα κι αφήνει το σώμα αδειανό σαν την φλάσκα∙ ν' ακούς τον ήχο του τραγουδιού, του τραγουδιού των εξόριστων και το ρυθμικό τους βήμα σαν βαδίζουν σ' ένα δρόμο που δεν έχει γυρισμό και πάνω απ' όλα να νιώθεις, να νιώθεις την συγκίνηση του παιδιού που του υποσχέθηκαν σφυρίχτρα, να νιώθεις πόσο πολύ πονάει όταν σου παίρνουν εκείνον που αγαπάς στον κόσμο πιο πολύ...» (σσ. 149-150).

***

Αν η ιστορική πραγματικότητα δεν είχε σταθεί τόσο αδυσώπητη για την σύγχρονη Ελλάδα, η Μέλπω Αξιώτη θα έδινε στην ελληνική λογοτεχνία όσα πρόλαβε κι έδωσε η Βιρτζίνια Γουλφ στην δική της και στον κόσμο ολόκληρο, κι όσα έδωσε η Τόνυ Μόρισον στις ΗΠΑ και στους δικούς της αδικημένους. Αλλά και πάλι, όσο και αν καταπιέστηκε, από το 1939 και μετά, από την κομματική επιτροπή καθοδήγησης που ξεχνούσε ότι η τέχνη όσο πιο ελεύθερη είναι τόσο πιο πολύ δυναμώνει την πίστη στη ζωή και στο δίκιο, και όσο κι αν σιώπησε στα χρόνια της δεκαοκτάχρονης εξορίας της στις κολεκτίβες του Βερολίνου και της Βαρσοβίας, όταν η επιτροπή απέρριπτε αντί να ενθαρρύνει το συγγραφικά εγχειρήματά της, η Αξιώτη υπηρέτησε την αθανασία της τέχνης, ξέροντας ότι όταν σκοτεινιάζουν οι εποχές, από την καταιγιστική βουή ρητορισμών και εγκεφαλισμών, η ποιητικότητα, σε όποια εποχή κι αν την βρούμε, παραμένει σταθερό σημείο αναφοράς για τις δικές μας συγγραφικές δημιουργίες.

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη είναι συγγραφέας

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ιστορικό λάθος

Το μόνο που έλειπε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μια ακόμη κρίση αξιοπιστίας. Αλλά κι αυτό το κατάφερε σ’ αυτή τη σύνοδο κορυφής κάνοντας το ιστορικό λάθος

Δειτε ολοκληρο το αρθρο