Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γιόνας Κάουφμαν: Η φλόγα να μείνει αναμμένη

Τα μάτια του λάμπουν όταν μιλάει για μουσική. Είτε καθισμένος μπροστά σε χριστουγεννιάτικο τζάκι παρουσιάζοντας μελοδραματική ολονυκτία αφιερωμένη στον ίδιο, και μάλιστα σε ιδιωτικό μη πολιτιστικό τηλεοπτικό κανάλι (!), είτε όταν ανταποκρίνεται πληθωρικά στα ερωτήματα του παρασκηνίου της Μετ...

Τα μάτια του λάμπουν όταν μιλάει για μουσική. Είτε καθισμένος μπροστά σε χριστουγεννιάτικο τζάκι παρουσιάζοντας μελοδραματική ολονυκτία αφιερωμένη στον ίδιο, και μάλιστα σε ιδιωτικό μη πολιτιστικό τηλεοπτικό κανάλι (!), είτε όταν ανταποκρίνεται πληθωρικά στα ερωτήματα του παρασκηνίου της Μετ. Ίνδαλμα με όρους που παραπέμπουν στον πρεσβύτερό του Πλάθιντο Ντομίνγκο, ο διάσημος τενόρος Jonas Kaufmann αναδεικνύεται με κάθε ευκαιρία σε λαμπρό εκπρόσωπο του σημερινού κοσμοπολίτη Γερμανού. Χαλαρός και γενναιόδωρος για την πολιτισμική προσφορά των άλλων Ευρωπαίων, πολύγλωσσος ο ίδιος, με βαθιά μουσική και εγκυκλοπαιδική μόρφωση, ο καλλιτέχνης εκπέμπει την ήρεμη αυτοπεποίθηση μιας σταδιοδρομίας χωρίς κενά και άλματα, όπως ακριβώς και τα λεγόμενα στην αποκλειστική συνέντευξη που μάς παραχώρησε.

Συνέντευξη στον Κυριάκο Λουκάκο*

 

* Μαέστρο Κάουφμαν, ποια συναισθήματα σάς προκαλεί η επάνοδός σας σε μια χώρα που αποτέλεσε το επίκεντρο μιας καταστροφικής οικονομικής κρίσης, αλλά και σκληρών επικρίσεων;

Μ' αρέσει η Ελλάδα, μ' αρέσει ο ελληνικός πολιτισμός και το κοινό των Αθηνών, λόγοι που είναι αρκετοί ώστε να αντιμετωπίζω με προσμονή την επιστροφή μου στο Μέγαρο Μουσικής. Όντας καλλιτέχνης, οι συνειρμοί μου δεν αναφέρονται πρωτίστως στην οικονομική κρίση και την πολιτική διαμάχη, αλλά στα έργα του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, στον Σωκράτη, στη μουσική του Θεοδωράκη, στις ηχογραφήσεις της Κάλλας και του Μητρόπουλου ή στις κινηματογραφικές ταινίες της Ειρήνης Παπά και της Μελίνας Μερκούρη.

 

* Στις τελευταίες δύο καλλιτεχνικές περιόδους το ελληνικό κοινό είχε το προνόμιο να έλθει σε βαθύτερη επαφή με την τέχνη σας, χάρη στις απευθείας μεταδόσεις παραστάσεων από τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης σε κινηματογραφικές και συναυλιακές αίθουσες σε όλη την οικουμένη. Ανακαλώ τον ισχυρό αντίκτυπο του αρρενωπού και κομψού Φάουστ, στην ομώνυμη όπερα του Σαρλ Γκουνώ, ή του εξαίσια ενσαρκωμένου Πάρσιφαλ στο ομώνυμο τελετουργικό δράμα του Βάγκνερ, ερμηνείες που ήδη αξιολογούνται ως σύγχρονες αναφορές από τους ανά τον κόσμο λάτρεις της λυρικής τέχνης. Πώς αντιμετωπίζετε αυτό το νέο μέσο διάδοσης της όπερας;

Επειδή η όπερα δεν θα έπρεπε να αποτελεί αγαθό πολυτελείας στη διάθεση των ολίγων που έχουν τη δυνατότητα μιας θέσης στα μεγάλα λυρικά θέατρα, νομίζω ότι αυτές οι «υψηλής ευκρίνειας» (HD) αναμεταδόσεις των παραστάσεων σε κινηματογράφους και άλλες αίθουσες είναι μια υπέροχη εξέλιξη: άνθρωποι σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη μπορούν να συμμετέχουν, χωρίς τη δοκιμασία του ταξιδιού και των μεγάλων εξόδων. Και βέβαια υπάρχει ένα πρόσθετο πλεονέκτημα από την παρακολούθηση της όπερας στον κινηματογράφο ή σε dvd, ότι δηλαδή κάποιος αποκτά πολύ εγγύτερη αντίληψη του σκηνικού, της ηθοποιίας, των προσώπων και των εκφράσεών τους.

 

* Ο πρόσφατος λεπτοδουλεμένος σας Βέρθερος, που παρακολουθήσαμε σε σύνδεση με το ίδιο θέατρο, σχεδόν συνέπεσε με την αναβίωση του ομοιότιτλου αριστουργήματος του Ζυλ Μασσνέ από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Πόσο εκφοβιστική, κατά τη γνώμη σας, είναι δυνατόν να αποδειχθεί για τους τοπικούς καλλιτέχνες αυτή η σχεδόν άμεση αντιπαράστασή τους με τους παγκοσμίως κορυφαίους του είδους, τόσο στο φωνητικό επίπεδο όσο και εκείνο της παραγωγής;

Αντίθετα από τον αθλητισμό, η όπερα και όλες οι μορφές τέχνης δεν θα πρέπει να αποτελούν πεδίο αντιπαράθεσης, αλλά διεύρυνσης οριζόντων. Αν έχεις τη δυνατότητα να επιλέξεις από 20 ηχογραφήσεις και 7 εκδόσεις σε dvd του «Βέρθερου», αυτό δεν θα πρέπει να οδηγεί στη συγκρότηση ενός «top 10», αλλά να ενδυναμώνει την ικανοποίηση για την τύχη μας να γνωρίζουμε την επίδοση στον επώνυμο ρόλο τόσο διαφορετικών αναμεταξύ τους ερμηνευτών, όπως ο Georges Thill, ο Nicolai Gedda ή ο Placido Domingo. Ακόμη όμως και ηχογραφήσεις ή παραστάσεις που δεν αίρονται σε αυτό το επίπεδο είναι δυνατόν να σου επιτρέψουν να παρατηρήσεις κάτι που μέχρι τότε σου είχε διαφύγει. Με άλλα λόγια: η «άμεση αντιπαράσταση» διαφορετικών επιπέδων, αντί να λειτουργεί εκφοβιστικά, θα πρέπει να αποτελεί πρόκληση και ενθάρρυνση για τους τοπικούς καλλιτέχνες.

 

* Αρκετά όμως ασχοληθήκαμε με την όπερα! Είναι ευρέως γνωστό ότι, παρά τους θριάμβους σας σε αυτό το είδος, τρέφετε ανέκαθεν ιδιαίτερη αγάπη για την έντεχνη μελωδία. Η εμφάνισή σας στην Αθήνα, ως σολίστ στη συναυλία της Ορχήστρας Δωματίου Βιέννης - Βερολίνου της 13ης Μαΐου, περιορίζεται σε ένα έργο σχεδόν «εσωτερικής» κλίμακας, στον βαθυβίωτο κύκλο «Τραγούδια του οδοιπόρου» του Γκούσταβ Μάλερ, και μάλιστα, κάτι ακόμη πιο προκλητικό, σε μεταγραφή του Άρνολντ Σαίνμπεργκ για φωνή και ορχήστρα δωματίου. Θα θέλατε να μας εκθέσετε τους λόγους αυτής της κάπως παράδοξης επιλογής;

Δεν θα θεωρούσα την επιλογή «παράδοξη», αλλά μάλλον ελκυστική. Στη μεταγραφή του Σαίνμπεργκ ο κύκλος του Μάλερ προσλαμβάνει μεγαλύτερη εσωτερικότητα και φινέτσα. Ο τραγουδιστής μπορεί να δομήσει το μέρος του σε αυτά τα τραγούδια, όπου κυριαρχούν η χαρά, η θλίψη και ο άτυχος έρωτας, με πολύ περισσότερες αποχρώσεις και λεπτομέρειες. Πέραν τούτου όμως, θεωρώ ότι το πρόγραμμα είναι πολύ αρμονικά δομημένο, όχι μόνο με όρους μουσικής έκφρασης, αλλά και με όρους μέριμνας για τη δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας που κινείται ανάμεσα στη μελαγχολία και τον αισθησιασμό.

 

* Γνωρίζετε ασφαλώς ότι αποτελείτε παγκόσμιο είδωλο και συνάμα πρότυπο για πολλούς νέους ανθρώπους που προσπαθούν να καθιερωθούν στο πεδίο της σοβαρής φωνητικής μουσικής. Υποπτεύομαι, ωστόσο, ότι αρκετοί ανάμεσά τους αγνοούν ότι δεν φθάσατε στην κορυφή «εν μια νυκτί», αλλά αξιοποιώντας ευφυώς τη φωνή σας για πολλά χρόνια σκληρής και αφοσιωμένης δουλειάς. Τι θα προτείνατε, λοιπόν, σε νεαρούς Έλληνες και Ελληνίδες που, παρά τις δοκιμασίες θεσμών και ανθρώπων που βιώνει η χώρα, θέλουν να κρατήσουν τον πυρσό αναμμένο;

Εν πρώτοις: Να είσαι κυρίαρχος του φωνητικού σου οργάνου και των δυνατοτήτων του. Στο επάγγελμά μας είναι αδύνατον να οικοδομήσεις αυτοπεποίθηση χωρίς αυτό. Η τεχνική είναι εκείνη που απελευθερώνει τον τραγουδιστή, ώστε να εκφρασθεί καλλιτεχνικά. Αλλά, πέρα από αυτό, ο καλύτερος τρόπος να συντηρήσεις θετική στάση είναι να παραμείνεις εστιασμένος όχι στον «ανταγωνισμό», αλλά στο δικό σου μονοπάτι, στη δική σου φωνή. Και θα έλεγα σε κάθε νεαρό καλλιτέχνη: Μείνε προσηλωμένος στους λόγους που αρχικά σε ώθησαν να γίνεις τραγουδιστής: στην αγάπη σου για την τέχνη, στην αγάπη σου για τη μουσική, στην επιθυμία σου να συμβάλεις σε αυτήν μέσα από την προσωπική σου έκφραση. Αυτό να διαφυλάξεις για να μείνει η φλόγα αναμμένη!

 

* Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι κριτικός μουσικής, τ. συνεργάτης του Γ' Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας

Δείτε όλα τα σχόλια