Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Για μια νέα τοπολογία της εξουσίας

Όταν ένα κράτος συρθεί στη διακεκαυμένη ζώνη του διεθνούς πτωχευτικού «δικαίου», οι πιστωτές του, υπεραμυνόμενοι των προσόδων που τους εξασφαλίζει το κράτος που τόσο μισούν αλλά ταυτόχρονα λατρεύουν, θα ενεργήσουν με τρόπο που θα κλονίσει συθέμελα το γενικότερο σύστημα εξουσίας...

Όταν ένα κράτος συρθεί στη διακεκαυμένη ζώνη του διεθνούς πτωχευτικού «δικαίου», οι πιστωτές του, υπεραμυνόμενοι των προσόδων που τους εξασφαλίζει το κράτος που τόσο μισούν αλλά ταυτόχρονα λατρεύουν, θα ενεργήσουν με τρόπο που θα κλονίσει συθέμελα το γενικότερο σύστημα εξουσίας του δοκιμαζόμενου κράτους. Όσο όμως τυφλή είναι η ιδιοτέλεια του αστικού ανθρώπου άλλο τόσο απρόβλεπτες είναι οι πολιτικά ανεμπρόθετες συνέπειες των πράξεών του άπαξ και αυτές εισέλθουν στην, ακόμη πιο διακεκαυμένη, ζώνη της κοινωνικής διαλεκτικής.

Η κρίση, κατεξοχήν διαλεκτικό μέγεθος, έφερε στο προσκήνιο χρόνια αιτήματα της κοινωνίας που παρέμεναν (και παραμένουν) ανικανοποίητα. Υπό την έννοια αυτή τους δομικούς μετασχηματισμούς που σήμερα κυοφορούνται στο εγχώριο πολιτικό σύστημα δεν τους προκάλεσε η κρίση αλλά το αντίστροφο: η χρόνια κώφευση του ancient regime απέναντι στα κοινωνικά αιτήματα για μετασχηματισμό ήταν μια βασική αιτία που ξέσπασε η κρίση. Στη συνέχεια βέβαια η κρίση αυτονομήθηκε ως παράγοντας των εξελίξεων και λειτούργησε όπως κάθε «μαμή της ιστορίας».

Τα πολιτικά συστήματα δεν περιδιαβαίνουν ανέμελα τον αφηρημένο χώρο μιας δήθεν ομοιογενούς εθνικής επικράτειας η οποία υφίσταται και λειτουργεί ανεξάρτητα από τις χωρικές της προκείμενες. Την πολυτέλεια αυτή την έχουν μόνο τα τάγματα αγγέλων της μεσαιωνικής θεολογίας που αν χρειαστεί μπορούν να χορεύουν ακόμη και στο κεφάλι μιας καρφίτσας. Κατά συνέπεια, το χρονίζον αίτημα του μετασχηματισμού του πολιτικού συστήματος αναπόδραστα παραπέμπει, αλλά φυσικά δεν εξαντλείται, σ' ένα μείζον ζήτημα που δεν είναι άλλο από τη συγκρότηση ενός κοινωνικά και πολιτικά ριζοσπαστικού προγράμματος που θα μετασχηματίσει όχι απλά τη γεωγραφία της πολιτικής εξουσίας αλλά και την ίδια την τοπολογία που τη διέπει.

Ο στόχος αυτός θα πρέπει να εγγραφεί ρητά στον στρατηγικό ορίζοντα του κυβερνητικού εγχειρήματος του οποίου η ριζοσπαστική φυσιογνωμία θα κριθεί και από το κατά πόσον θα καταφέρει να ανατρέψει την υφιστάμενη γεωμετρία της πολιτικής δύναμης στο εγχώριο σύστημα εξουσίας. Όμως, το εγχείρημα αυτό συνεπάγεται ένα ριζικό αναπροσδιορισμό της θέσης που θα έχει η αυτοδιοίκηση στη συνολική δομή και αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος αλλά και της πολιτικής κουλτούρας. Στο σύντομο αυτό σημείωμα δεν υπάρχει χώρος για μια κριτική επισκόπηση του ατελούς αυτοδιοικητικού μας συστήματος, ειδικά μετά τον «Καλλικράτη», αν και οι αναγνώστες μπορούν να ανατρέξουν σε προηγούμενο άρθρο μας.1 Ας δούμε λοιπόν κάποιους βασικούς άξονες προβληματισμού που θέτει η συγκυρία.

Εκτός της μνημειώδους αβελτηρίας του δικομματισμού να συνομιλήσει με τα κοινωνικά αιτήματα της ύστερης μεταπολίτευσης υπάρχει ένας επιπλέον λόγος που εξηγεί την ταχύτατη, σχεδόν ανεξέλεγκτη, κατάρρευση του κομματικού σκηνικού. Ο ισχνότατος βαθμός χωρικής διαστρωμάτωσης του ελληνικού πολιτικού συστήματος και η εξαιρετικά κεντρομόλος αρχιτεκτονική του δεν επέτρεψε την ανάπτυξη τοπικών και περιφερειακών υποσυστημάτων που θα μπορούσαν: α) να συγκρατήσουν τις τάσεις αποσύνθεσης, β) να λειτουργήσουν σαν εφεδρικές δομές στήριξης και γ) να εξασφαλίσουν μία κατά το δυνατόν απρόσκοπτη επιτέλεση των βασικών του λειτουργιών. Εκ των υστέρων αυτό ίσως να μην ήταν και ουδέποτε επιθυμητό κρίνοντας από τη σαρωτική επέλαση των μνημονιακών πολιτικών που έφερε η ξένη εποπτεία της τρόικας. Άλλωστε, και δεν είναι απλώς θέμα μεγέθους, σε μαστιζόμενες από την κρίση χώρες που διέθεταν πολιτικά συστήματα με χωρική διαστρωμάτωση (Ιταλία, Ισπανία) ενεργοποιήθηκαν φραγμοί και προσκόμματα που ανέκοψαν τη βίαιη ορμή της νεοφιλελεύθερης «εργαλειοθήκης».

Η νέα τοπολογία της πολιτικής και της εξουσίας θα είναι πολλαπλώς χρήσιμη. Η εμπειρία της κρίσης ενεργοποίησε δυνάμεις της κοινωνικής βάσης δημιουργώντας μια πανσπερμία από αλληλέγγυες δομές που πλέον έχουν μια αρκετά αισθητή και σχετικά δομημένη παρουσία στους τοπικούς χώρους. Αυτό συνιστά ένα ενδογενές δυναμικό που δεν προϋπήρχε ή που υπήρχε σε λανθάνουσα μορφή και δεν εκφραζόταν κοινωνικά και πολιτικά. Η παρουσία αυτού του παράγοντα αλλάζει τη σύσταση των ενεργών συλλογικών υποκειμένων και θέτει de facto το αίτημα μιας προοδευτικής αναδιανομής της πολιτικής επιρροής μέσα στη νέα τοπολογία της εξουσίας.

Η απελευθέρωση του ενδογενούς τοπικού κοινωνικού δυναμικού συνδέεται, και πρέπει να συνδεθεί ακόμη περισσότερο, με την ευρύτερη αξία που έχει ο κοινωνικός πειραματισμός. Η σύνδεση της κοινωνικής πράξης με το παιχνίδι της ενδογενούς καινοτομίας αναγνωρίζει στις τοπικές κοινωνίες το δικαίωμα της ελεύθερης αυτενέργειας και τους εξασφαλίζει όρους αυθεντικής δημιουργικότητας. Η νέα τοπολογία της εξουσίας εκτός από χωρικά διαστρωματωμένη θα πρέπει να διαθέτει κι εκείνο το βαθμό βιοποικιλότητας που θα δημιουργεί μια πολιτική οικολογία στην οποία η διαφοροποίηση θα είναι μηχανισμός άμυνας και εφεδρείας για το σύνολο του πολιτικού συστήματος.

Από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά η εγχώρια ολιγαρχία κατάλαβε ότι ο μόνος τρόπος πιθανής διάσωσής της είναι να κερδίσει χρόνο και να μεταθέσει για όσο γίνεται αργότερα μια πολύ πιο πιθανή άνοδο της αριστεράς στην εξουσία. Έτσι, η στρατηγική της βασίστηκε εν πολλοίς στη διαχείριση του πολιτικού χρόνου, με στόχο την επιμήκυνσή της ημερομηνίας λήξης της κοινωνικής ανοχής. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την εγκατάλειψη του πολιτικού χώρου και ειδικά του χώρου της περιφέρειας μεγάλα τμήματα του οποίου σήμερα είναι πολιτικώς ακατοίκητα. Η αριστερά θα έπρεπε να είχε εντάξει νωρίτερα στη στρατηγική της τον ενεργό, ακόμη και προληπτικό, εποικισμό αυτών των χώρων τους οποίους θα έπρεπε να είχε ήδη καταλάβει πολιτικά στερώντας από τον αντίπαλο τη δυνατότητα να προβεί σε περαιτέρω ελιγμούς όταν θα εξέπνεε ο πολιτικός χρόνος. Κάτι τέτοιο δεν έγινε στο βαθμό που θα έπρεπε και συνεπώς είναι μια πολιτική εκκρεμότητα για την οποία πρέπει να γίνουν αποφασιστικές κινήσεις στο αμέσως προσεχές διάστημα.

Είναι αφελής όποιος ισχυρίζεται ότι μπορεί να υπάρξει έξοδος από την τρέχουσα κρίση χωρίς τον μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος. Ούτως ή άλλως το κομματικό του υποσύστημα έχει μεταβληθεί με τρόπο ριζικό και μη αναστρέψιμο. Όμως, το στοίχημα του μετασχηματισμού παραμένει ανοιχτό και αμφίρροπο. Η τελική έκβαση της διακύβευσης θα κριθεί από δύο παράγοντες. Εν πρώτοις, θα πρέπει να προκύψει μια κυβέρνηση που να εκφράσει αυθεντικά τις κοινωνικές προσδοκίες και να πάψει να θεωρεί τον λαϊκό παράγοντα άχθος αρούρης. Πρακτικά, σήμερα, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με μια κυβέρνηση της αριστεράς. Όταν αυτό επιτευχθεί θα πρέπει να δοθεί μια δεύτερη αποφασιστική μάχη που θα κρίνει το κατά πόσον η αριστερά θα είναι απλός διαχειριστής ή δραστικός καταλύτης των εξελίξεων. Και για να γίνει το δεύτερο είναι, μεταξύ άλλων, απαραίτητη η πολιτική κινητοποίηση της τοπικότητας ώστε να ξεκινήσει και η πολιτική αλληλοδιαπαιδαγώγηση «κέντρου» και «περιφέρειας». Εκκρεμότητα που επίσης χρονίζει.

 

Ηλίας Γεωργαντάς διδάσκει Τοπική Πολιτική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

 

1 «Κρίση και αυτοδιοίκηση: Τα δεδομένα», Η Αυγή, 07/12/2012, http://archive.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=734889

Δείτε όλα τα σχόλια