Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πολιτικό και υπαρξιακό τραύμα

Στη διάρκεια της οκταετίας που πέρασε από τη συγκεντρωτική έκδοση του έργου της Μαρίας Κυρτζάκη (Στη μέση της ασφάλτου.

ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ

Στη διάρκεια της οκταετίας που πέρασε από τη συγκεντρωτική έκδοση του έργου της Μαρίας Κυρτζάκη (Στη μέση της ασφάλτου. Ποιήματα 1976-2002, Καστανιώτης 2005), η ποιήτρια συνέχισε να έχει μια διακριτική και συγχρόνως ουσιαστική παρουσία στη λογοτεχνική μας ζωή, δημοσιεύοντας σειρά ποιημάτων, στα οποία όχι μόνο εμφανίζεται οξυμένη η πολιτική αιχμή, αλλά δημιουργεί και μια ιδιαίτερη ποιητική ένταση η συνύπαρξη του υπαρξιακού με το πολιτικό στοιχείο.

Διατρέχοντας το έργο της, μπορεί κανείς να διαπιστώσει εξαρχής ότι η ποιήτρια εκφράζεται λιγότερο με εικόνες, περισσότερο με ιδέες - κάτι που θα μπορούσε να απέβαινε επιζήμιο αν ο λόγος της δεν έδρευε τόσο πολύ στις αισθήσεις, αν η ίδια δεν αντλούσε τις ενοράσεις της πρωτίστως από τα πάθη του σώματος. Η Κυρτζάκη δεν εμπιστεύεται ούτε τα αισθήματα ούτε τη γλώσσα. Ως εκ τούτου δεν αισθηματολογεί, αφηγείται και υπαινίσσεται∙ ούτε αφήνεται στην παρηγορητική βεβαιότητα ότι η γλώσσα είναι ικανή να αρθρώσει όσα αισθάνεται και νοεί ο άνθρωπος. Οι δυνατότητες της γλώσσας, αλλά και της ίδιας ως δημιουργού είναι στο έργο της αντικείμενο διαρκούς αναστοχασμού, ένα συνεχές διακύβευμα.

Τα δύο πρώτα ποιήματα που δημοσίευσε μετά τη συγκεντρωτική έκδοση είναι ομότιτλα («Η άλλη φωνή», 2003 και 2005), με το δεύτερο, αρκετά εκτενέστερο και χωρισμένο σε «Οκτώ σχεδιάσματα», να εμφανίζεται ως παραλλαγή του πρώτου. Ερέθισμα για τη συγγραφή των «Φωνών» φαίνεται να στάθηκε η μεταφραστική δοκιμή της Κυρτζάκη πάνω στην ποίηση του Γερμανού ομοτέχνου της Gregor Laschen, στον οποίο και αφιερώνεται το πρώτο ποίημα. Το πρόβλημα της μετάφρασης μετατρέπεται εδώ σε πυρήνα ομόκεντρων κύκλων, καθώς διευρύνεται, περιλαμβάνοντας και την ίδια την ποίηση ως 'μετάφραση' πραγμάτων, ιδεών, συγκινήσεων σε λόγο, την τέχνη γενικότερα ως μέσο έκφρασης, αλλά και τη μετάδοση της φωνής, των αισθημάτων, των σκέψεων, της πολιτισμικής συνθήκης του καθενός μας.

Για την Κυρτζάκη τίποτα δεν είναι δεδομένο. Αντιμετωπίζοντας, όπως δείχνει το έργο της, με δέος τη διαδικασία της γραφής, μας δίνει κείμενα παλλόμενα από πρωτογενή ψυχική ένταση. Η πεποίθησή της ότι η γλώσσα μάς ελέγχει, δεν την ελέγχουμε, κι ότι πρέπει να μας καταδεχθεί για να δημιουργήσουμε, την προφυλάσσει από τις παγίδες του ναρκισσισμού. Δεν βιώνει ευφορικά την άσκηση της τέχνης της ούτε αντιλαμβάνεται την ποίηση ως λυτρωτική αυτοέκφραση ή ευγενή ανύψωση από την καθημερινότητα, αλλά κυρίως ως «το πλέον υπαινικτικό μεταξύ έπους και μύθου είδος του λόγου», με ό,τι αυτό συνεπάγεται από την πλευρά του δημιουργού. Αρνούμενη να οπλιστεί με την κομψότητα της φόρμας, με το βελούδινο υφάδι των λέξεων, κάποτε χρησιμοποιεί μια αποφασιστικά σκληρή, και άλλοτε απροσχημάτιστα νατουραλιστική, γλώσσα:

Στον μαχαλά/

Η θεία Ερατώ περίμενε μόνο/ Γύρω της μυξιάρικα ώς έξι χρόνων/ (Μια μύξα κίτρινη σαν σταλακτίτης)/ Κι αγνάντευε από τη γωνία την εργάτρια/ -παλιά συνάδελφος του πρωινού/ Να πει την καλησπέρα της για να τ' αφήσει τα σκαλιά/ Να σηκωθεί και να βαδίσει στο κρεβάτι./ Σαν όνειρο διάβηκε την ήπειρο/ Και στον εμφύλιο ασπάστηκε τον άντρα της/ Έθαψε κι ένα παιδί πού 'φαγαν τα ποντίκια/ [...] (Η γυναίκα με το κοπάδι, 1982)

Πρόκειται για τη μοναδική αναφορά της Κυρτζάκη στον εμφύλιο του 1946-1949. Μια αντήχηση της τραυματικής αυτής περιόδου βρίσκουμε, πολλά χρόνια αργότερα, στο ποίημα «Βαριά τσιγάρα», δημοσιευμένο το 2005, ερέθισμα για τη συγγραφή του οποίου ήταν η γνωριμία της ποιήτριας με τον μουσουλμάνο ποιητή και πεζογράφο Φαρούκ Σεΐκ, που πολέμησε στο πλευρό των Βοσνίων στη διάρκεια των εμφυλίων της δεκαετίας του '90. Ο νατουραλισμός καταλήγει εδώ σε ένα συγκινησιακά ελεγχόμενο κρεσέντο:

[...]Βρώμικη/ λάσπη το αίμα από ερείπια χώματα/ πόδια που εκτινάχτηκαν στα τέσσερα/ σημεία του ανέμου και χέρια και/ μυαλά κι εντόσθια.// Φαρουκ Σεΐκ, Βόσνιε κι Ερζεγοβίνιε και/ Κροάτη και πώς και σε ποια εθνικότητα/ δεν ξέρω κι ούτε τ' αποφασίζει το μελάνι μου,/ Βοσνία ή Ερζεγοβίνη ένας άνθρωπος πεθαίνει/ κι η κραυγή του Μουνκ φορεμένη πάνω σου/ Κι ούτε να πεις για ένα πουκάμισο ή/ για κείνο το λάθρο «ουκ αν υμνήθημεν/ υστέρων βροτών» της Εκάβης.[...]/ Φαρούκ, καπνίσαμε από τα ίδια βαριά/ ελληνικά τσιγάρα, φίλε μου - κομμάτια/ από λόγια.

Τα «βαριά» ελληνικά τσιγάρα φαίνεται να παραπέμπουν στη «βαριά», και για τους δυο βαλκάνιους ομοτέχνους, ιστορική μοίρα, αυτήν του Εμφυλίου. Ήδη στη συλλογή Μαύρη θάλασσα (2000), βρίσκουμε δυο παραπλήσιες αναφορές στον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο, σε ποιήματα ερωτικής θεματικής (Βομβαρδισμοί και πάλι βομβαρδισμοί./ Βοσνία ή Ερζεγοβίνη/ Πρέστινα ή και ολόκληρο το Κόσοβο/ ολόκληρο το σώμα και την καρδιά/ ολόκληρη τι σημασία έχει// Ένας άνθρωπος πεθαίνει). Ο πόλεμος στην καρδιά της πολιτισμένης Ευρώπης, που οδήγησε στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, είχε μόλις τελειώσει, και η Κυρτζάκη τον χρησιμοποιεί ως σύμβολο καταστροφής και διάλυσης για να μιλήσει για το τραύμα του έρωτα και τη διάστασή του. Στα «Βαριά τσιγάρα», εξάλλου, ο εμφύλιος του Κοσσόβου υπερβαίνει και πάλι την κυριολεκτική σημασία του, λειτουργώντας ως ένα ευρύτερο σχόλιο για τον κατακερματισμένο άνθρωπο του αιώνα μας.

Την άνοιξη του 2010, όταν η υπογραφή του πρώτου μνημονίου είναι προ των πυλών, δημοσιεύεται το ποίημά της «Έρωτας». Ο τίτλος αυτός έρχεται σε δραματική αντίστιξη με το περιεχόμενό του ποιήματος, που αφορά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβριο του 2008. «Έρωτας» είναι ο ίδιος ο νεκρός, η νεότητα. Πρόκειται για ένα από τα πιο ευθέως πολιτικά ποιήματα της Κυρτζάκη:

Ερωτας

Μια σφαίρα πάλι απόψε/ του πήρε τη ζωή - δεκαπέντε/ χρονώ, είπαν οι ειδήσεις, αντιεξουσιαστής./ Μα, φυσικά, τι άλλο, στα δεκαπέντε.// Ματωμένες χαρακιές αυλακώνουν/ την οθόνη μιαν άλλη νύχτα/ ανασύρουν κι εκείνο το ξημέρωμα/ «απόψε σκοτώσαν τα παιδιά σας»/ χτυπάει εφιαλτικά στα τύμπανα./ Απελπισμένος ο έρωτας στους δρόμους/ - πάλι στους δρόμους πάλι ψωμί πάλι/ ελευθερία δεν σε αναγνωρίζω/ πρόσωπό μου. Τα χρόνια δάκρυα/ κυλούν και η ιστορία φάρσα/ φαντάζει επαναληπτική της σφαίρας.// Ναι, «το μέλλον/ είναι σκοτεινό», Ιωάννη Συκουτρή,/ αλλά μόνο γιατί «είν' ολίγοι/ που δεν φοβούνται το σκοτάδι».

Ο παραλληλισμός των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 2008 με εκείνα του Πολυτεχνείου του 1973, συνιστά ένα εύγλωττο και τολμηρό πολιτικό σχόλιο. Η Κυρτζάκη επιστρέφει -ασφαλώς με θλίψη της- στο κλίμα των νεανικών ποιημάτων της, που γράφτηκαν εν μέσω της δικτατορίας των συνταγματαρχών και είχαν ένα αναπότρεπτα πολιτικό πρόσημο. Τότε, στα ποιήματα «Προσευχή του Ιωνά» και «Επιστολή στον Ιωνά», είχε χρησιμοποιήσει τον λόγο του βιβλικού προφήτη ως μια αλληγορία για να μιλήσει για τον εγκλωβισμό ενός ολόκληρου λαού στο κήτος ενός δυναστευτικού πολιτεύματος. Τώρα, διαλέγεται με τον προφητικό, όπως αναδεικνύεται, λόγο ενός σημαντικού διανοούμενου του Μεσοπολέμου, του Ιωάννη Συκουτρή, λόγο που ελαφρώς αλλά κρίσιμα παραλλάσσει, προκειμένου να σχολιάσει υπαινικτικά το σήμερα.

Τη διατύπωση του Συκουτρή «Διότι το μέλλον είναι σκοτεινόν και είν' ολίγοι που δεν φοβούνται το σκοτάδι» την είχαμε συναντήσει ως μότο στην καθαρά ερωτική ποιητική σύνθεσή της Ημέρια νύχτα· η φράση, εξάλλου, «Το μέλλον είναι σκοτεινό», εμφανίζεται ανώνυμη και εκτός εισαγωγικών στο Λιγοστό και να χάνεται, ενταγμένη στην ανάπτυξη μιας εφιαλτικής κοσμογονίας. Νά μία ακόμη περίπτωση, λοιπόν, πολλαπλής αλλαγής του νοήματος μιας φράσης, την οποία η Κυρτζάκη συνειδητά τοποθετεί σε μια ποικιλία συμφραζομένων, αναδεικνύοντας έτσι τη μεταμορφωτική ικανότητα της γλώσσας και το ατέρμονο παιχνίδι/κρυφτό των σημασιών.

Το πιο πρόσφατο ποίημά της, «Σώμα - γυμνό», δημοσιεύτηκε στην Αυγή το καλοκαίρι του 2012 και αφορά ένα χαρακτικό του Γιώργη Δήμου με μια γυναίκα, ιερόδουλο, γυμνή από τη μέση και κάτω. Από τους πρώτους στίχους η ποιήτρια απευθύνεται σ' αυτήν τη γυναίκα «διαβάζοντας» συγχρόνως το χαρακτικό αλλά και την στάση/κίνηση του σώματός της, σταδιακά όμως μιλά για τη γυναίκα ως αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κοινωνικού στιγματισμού. Όπως και στο ποίημα «Έρωτας», διακρίνονται δυο χρονικά επίπεδα: εκείνο της δεκαετίας του '30, όταν η αστυνομία επέβαλε να αναγράφεται στην είσοδο των οίκων ανοχής η προτροπή προς τους «πελάτες» να ζητούν τα ειδικά βιβλιάρια υγείας των κοινών γυναικών, και εκείνο των ημερών μας, με το πρόσφατο σκάνδαλο της φωτογράφησης και του διασυρμού των (υποτιθέμενα, σε πολλές περιπτώσεις) οροθετικών μεταναστριών αγοραίων γυναικών. Στους τελευταίους στίχους, ο ρατσισμός του φύλου, η πολιτική καταστολή και το υπαρξιακό και κοινωνικό βίωμα της θηλύτητας συναιρούνται δραστικά σε μια αιχμηρή αλλά λεπτά εκφρασμένη καταγγελία:

Χαρακιές η ζωή σου και το σώμα σου/ ξύλο σε ιδιωτική συλλογή/ -η χοάνη σου δημόσιος κίνδυνος.// (Εξαρχής υπό καθεστώς/ η κρίση μού περισσεύει)// Τι ποίημα ότι θα έγραφα για σένα, σώμα μου

«Εξαρχής υπό καθεστώς»: δεκαετία '30, δεκαετίες '60 και '70, δεκαετία 2010. Η ιστορία ένα φίδι που δαγκώνει την ουρά του, που όλο και πιο μάταια προσπαθεί, τα τελευταία χρόνια, να μας γητέψει με τον χορό του μέσα από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο. Το τραύμα της πολιτικής έχει εισχωρήσει πλέον στο ίδιο το σώμα μας, μας λέει η Κυρτζάκη στο ποίημα του 2012.

* Το κείμενο αυτό αποτελεί συντομευμένη μορφή του κειμένου που διαβάστηκε στην εκδήλωση του Κύκλου Ποιητών για την ποίηση της Μαρίας Κυρτζάκη στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στις 18 Φεβρουαρίου 2013.

Δείτε όλα τα σχόλια