Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κερδοσκοπώντας με τον θάνατο

Τον Απρίλιο του 1955 πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ η πρώτη επιτυχημένη σχολική εκστρατεία εμβολιασμού για την πολιομυελίτιδα. Ο Τζόνας Σολκ, ο πανεπιστημιακός γιατρός που ανακάλυψε το εμβόλιο, ρωτήθηκε από το ραδιόφωνο του CBS για το ποιος κατέχει τη σχετική πατέντα...

Τον Απρίλιο του 1955 πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ η πρώτη επιτυχημένη σχολική εκστρατεία εμβολιασμού για την πολιομυελίτιδα. Ο Τζόνας Σολκ, ο πανεπιστημιακός γιατρός που ανακάλυψε το εμβόλιο, ρωτήθηκε από το ραδιόφωνο του CBS για το ποιος κατέχει τη σχετική πατέντα. "Οι άνθρωποι, νομίζω", ήταν η απάντηση του ερευνητή. "Δεν υπάρχει πατέντα. Μπορεί κανείς να πατεντάρει τον ήλιο;"

Κάτι που φαινόταν αυτονόητο μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες είναι σήμερα αδιανόητο. Το φως του ήλιου μπορεί να μην έχει ακόμη πατενταριστεί -αν και αναμφίβολα κάποιοι θα εργάζονται και προς αυτή την κατεύθυνση-, αλλά τα εμβόλια και τα φάρμακα που σώζουν ζωές έχουν πάψει προ πολλού να θεωρούνται δημόσια αγαθά.

Τη σημερινή κυρίαρχη αντίληψη για το ζήτημα συνοψίζει καλύτερα από όλους ο διευθύνων σύμβουλος της Bayer, Μάριγιν Ντέκερς, ο οποίος πρόσφατα κατέστησε σαφές ότι τα αντικαρκινικά φάρμακα της εταιρείας του δεν απευθύνονται στους φτωχούς. "Δεν φτιάξαμε αυτό το προϊόν για την αγορά της Ινδίας, ας είμαστε ειλικρινείς. Φτιάξαμε αυτό το προϊόν για τους ασθενείς στη Δύση, τους ανθρώπους που έχουν το περιθώριο να το αγοράσουν. Είναι ένα ακριβό προϊόν αφού αφορά την ογκολογία" δήλωσε.

Είναι ειλικρίνεια που σκοτώνει. Και όχι μόνο σαν σχήμα λόγου. Πριν από λίγους μήνες 100 ειδικοί στον καρκίνο δημοσίευσαν κοινή επιστολή στην ιατρική επιθεώρηση Blood κατηγορώντας τις φαρμακευτικές εταιρείες ότι με τις αστρονομικές τιμές που χρεώνουν τα αντικαρκινικά φάρμακά τους ουσιαστικά καταδικάζουν μια μεγάλη μερίδα ασθενών -μάλλον τη μεγαλύτερη- στον θάνατο.

Στην επιστολή τους οι επιστήμονες σημειώνουν ότι η παγκόσμια φαρμακοβιομηχανία "κερδοσκοπεί" σε βάρος των καρκινοπαθών με τον ίδιο τρόπο που ορισμένοι παραγωγοί αυξάνουν τις τιμές των τροφίμων έπειτα από φυσικές καταστροφές. "Τι καθορίζει μια ηθικά αποδεκτή 'σωστή τιμή' για ένα αντικαρκινικό φάρμακο;" διερωτώνται και χαρακτηρίζουν τις κερδοσκοπικές πρακτικές των εταιριών "καταστροφή" για την αντιμετώπιση των θανατηφόρων ασθενειών.

Τα όσα καταγγέλλουν οι επιστήμονες περιγράφει καλύτερα η περίπτωση του Glivec. Το φάρμακο κυκλοφόρησε το 2001 από την εταιρεία Novartis και σύντομα αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση της χρόνιας λευχαιμίας καθώς παρέτεινε για πολλά χρόνια τις ζωές των ασθενών. Η τιμή του φαρμάκου ήταν ήδη αστρονομική για τους περισσότερους όταν πρωτοκυκλοφόρησε: 27,878 δολάρια για κάθε ασθενή στη Βρετανία και 30.000 δολάρια στις ΗΠΑ. Στη συνέχεια, η τιμή αυξήθηκε σε 32.526 δολάρια στη Βρετανία, ενώ στις ΗΠΑ εκτοξεύτηκε στα 92.000 δολάρια.

Και όλα αυτά τη στιγμή που το κόστος της έρευνας για την παραγωγή του φαρμάκου είχε ήδη καλυφθεί από την πρώτη διετία, που επέφερε στην εταιρεία ετήσια έσοδα της τάξης των 900 εκατομμυρίων δολαρίων. Μέχρι το 2012, τα έσοδα αυτά έφταναν τα 4,7 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Είναι ενδεικτικό ότι, μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, η ελβετική φαρμακευτική εταιρεία Roche ανακοίνωσε καθαρά κέρδη 9,3 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περσινή χρονιά, κέρδη που σε μεγάλο βαθμό οφείλονται στα τελευταία αντικαρκινικά φάρμακά της.

"Οι ευγνώμονες ασθενείς μετατρέπονται στα οικονομικά θύματα της επιτυχίας της θεραπείας, οφείλουν να πληρώνουν τις ψηλές αυτές τιμές κάθε χρόνο για να παραμείνουν ζωντανοί", όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά και οι 100 επιστήμονες στην επιστολή τους. Σύμφωνα με τον Κεν Κάμπελ της βρετανικής φιλανθρωπικής οργάνωσης "Νικώντας τον Καρκίνο του Αίματος", η επιχειρηματική αυτή πρακτική αποκαλείται "evergreening": οι φαρμακευτικές βιομηχανίες προσπαθούν να αποκομίσουν το μέγιστο δυνατό κέρδος πριν εκπνεύσουν οι πατέντες των προϊόντων τους και η αγορά πλημμυρίσει από γενόσημα.

Το σχόλιο του διευθύνοντος συμβούλου της Bayer ότι η εταιρεία του δεν παράγει φάρμακα έχοντας κατά νου τους Ινδούς δεν ήταν άλλωστε τυχαίο. Ο Ντέκερς απαντούσε έτσι στην απόφαση ινδικού δικαστηρίου που έδινε σε ινδική εταιρεία την άδεια να αναπαράγει το φάρμακο της ευρωπαϊκής φαρμακοβιομηχανίας. Η ινδική νομοθεσία προβλέπει ότι αν ένα φάρμακο δεν διατίθεται σε λογική τιμή, άλλες εταιρείες μπορούν να υποβάλουν αιτήσεις για να το παράγουν σε χαμηλότερες τιμές. Για έναν Ινδό ασθενή, η ετήσια θεραπεία με το φάρμακο Nexavar της Bayer κοστίζει περίπου 69.000 δολάρια, δηλαδή 41 φορές το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας.

Το 2012, η ινδική φαρμακευτική εταιρεία Natco Pharma Ltd πήρε την άδεια να το παράγει για 177 δολάρια. Από τότε η Bayer προσφεύγει συστηματικά στα δικαστήρια κατά της απόφασης κατηγορώντας την ινδική εταιρεία για "κλοπή". Η επισήμανση του διευθύνοντος συμβούλου της ότι ο επιχειρηματικός προσανατολισμός της εταιρείας είναι προς τη Δύση αντανακλά άλλωστε τη γενικότερη στάση των φαρμακοβιομηχανιών απέναντι στις φτωχές χώρες.

Σε πρόσφατη έκθεση τους, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αποκαλύπτουν ότι ασθένειες που σκοτώνουν στις μέρες μας 2,6 εκατομμύρια ανθρώπους ετησίως εξαιρούνται σε μεγάλο βαθμό από την έρευνα των μεγάλων φαρμακευτικών εταιριών. Η έκθεση εξετάζει τα φάρμακα που κυκλοφόρησαν παγκοσμίως από το 2001 ώς το 2011 για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μόλις 3,8% από αυτά σχεδιάστηκε για την αντιμετώπιση των λεγόμενων "ξεχασμένων ασθενειών" (φυματίωση, ελονοσία κ.ά.).

Ο λόγος για τον οποίο οι φαρμακοβιομηχανίες "ξεχνούν" τις ασθένειες αυτές είναι απλός: σκοτώνουν μόνο τους πιο φτωχούς. Ακόμη και όταν τελικά παράγονται φάρμακα για αυτές, η τιμή είναι απαγορευτική για εννέα στους δέκα αρρώστους. Και οι Γιατροί χωρίς σύνορα επισημαίνουν στην έκθεσή τους ότι το πρόβλημα δεν αφορά πια μόνο τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, αλλά είναι πολύ πιο οικείο από ό,τι φαίνεται.

"Οι αναπτυσόμενες χώρες δεν είναι οι μοναδικές που πλήττονται, καθώς οι ολοένα και υψηλότερες τιμές για νέα ιατρικά εργαλεία πιέζουν τους προϋπολογισμούς για την υγεία και των αναπτυγμένων χωρών, θέτοντας φραγμούς στην πρόσβαση όλο και περισσότερων ανθρώπων. Νέα φάρμακα για την αντιμετώπιση του HIV ή του καρκίνου μπορεί να κοστίζουν εκατοντάδες φορές πάνω από το ετήσιο εισόδημα ενός ατόμου" σημειώνουν χαρακτηριστικά. "Τα κέρδη πάνω από τους ανθρώπους", όπως θα έλεγε δηλαδή και το σύνθημα των φαρμακοβιομηχάνων.

Δείτε όλα τα σχόλια