Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι σεισμοί του 1953 στην Κεφαλλονιά και τη Ζάκυνθο και οι πολιτικοί κρατούμενοι των φυλακών τους

Λίγο έλειψε το σχετικό ρεπορτάζ να το κάνω εγώ σαν συντάκτης της «Προοδευτικής Αλλαγής». Τη δεύτερη μέρα των σεισμών - ήταν Δευτέρα, όπως θυμάμαι καλά, με καλεί ο αρχισυντάκτης Θόδωρος Βώκος και μου δίνει την εντολή να περάσω την άλλη μέρα το πρωί από το λογιστήριο, να πάρω χρήματα, γιατί πρέπει...

Λίγο έλειψε το σχετικό ρεπορτάζ να το κάνω εγώ σαν συντάκτης της «Προοδευτικής Αλλαγής». Τη δεύτερη μέρα των σεισμών - ήταν Δευτέρα, όπως θυμάμαι καλά, με καλεί ο αρχισυντάκτης Θόδωρος Βώκος και μου δίνει την εντολή να περάσω την άλλη μέρα το πρωί από το λογιστήριο, να πάρω χρήματα, γιατί πρέπει αυθημερόν να φύγω με τον φωτορεπόρτερ της εφημερίδας Γιάννη Παπαγεωργίου για την Πάτρα, απ' όπου αρματαγωγό με άλλους δημοσιογράφους θα μας μεταφέρει στα νησιά.

Το βράδυ όμως ανακαλεί την εντολή ως προς εμένα, γιατί είχε φθάσει η πληροφορία στην Αθήνα ότι γκρεμίστηκαν και οι φυλακές των δύο νησιών όπου ήταν σωρευμένοι εκατοντάδες θανατοποινίτες, ισοβίτες και βαρυποινίτες της Εθνικής Αντίστασης, μεταξύ των οποίων και ο γιατρός Μανώλης Σιγανός, καπετάνιος στην Κατοχή της Β' Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ της Αθήνας και ανώτατο στέλεχος του ΚΚΕ και άλλα μεγάλα και γνωστά στελέχη και για τον λόγο αυτόν έπρεπε να πάει κάποιος άλλος συντάκτης, γνωστός στους εγκλείστους, που μπορούσαν να του έχουν εμπιστοσύνη και να μιλήσουν ελεύθερα μαζί του, γιατί υπήρχε η φήμη ότι τα κομματικά γραφεία των δύο φυλακών απαγόρευσαν τη δραπέτευση των φυλακισμένων συντρόφων τους. Στάλθηκε τελικά ο Κώστας Κύρκος (αδελφός του Λεωνίδα) ή ο Αλέξης Καρρέρ, δεν θυμάμαι καλά.

Τα ρεπορτάζ που στάλθηκαν από εκεί μάς συγκλόνισαν όλους. Δυστυχώς δεν έχω στα χέρια μου τα φύλλα των ημερών εκείνων ούτε βέβαια μπορώ να θυμηθώ τι έγραφαν, γι' αυτό αντλώ τις πληροφορίες που παραθέτω από ό,τι έχουν γράψει ο Στέλιος Ζαμάνος και ο Χρήστος Φράγκος, έγκλειστοι στις φυλακές Κεφαλλονιάς και Ζακύνθου αντίστοιχα, στο βιβλίο των Β. Βαρδινογιάννη και Π. Αρώνη «Οι μισοί στα σίδερα» (εκδ. Φιλίστωρ 1996) και ο Μπάμπης Λεωνιδάκης, έγκλειστος στην Κεφαλλονιά, σε περιοδικό της ΠΕΑΕΑ.

Κατ' αρχήν, από ό,τι θυμάμαι, δεν επιβεβαιώθηκε τότε η πληροφορία της απαγόρευσης της δραπέτευσης. Από τους σημερινούς αφηγητές, μόνο ο Χρ. Φράγκος αναφέρει ότι κάποια στιγμή βρέθηκε με κάμποσους αγωνιστές στο κέντρο της αυλής της φυλακής Ζακύνθου, πάνω σε ένα σωρό ερειπίων, μεταξύ των οποίων οι Άγγελος Φουστούκος, Διονύσης Στεριώτης και Νίκος Τρούσας, και κάποιοι έριξαν η ιδέα της απόδρασης, την οποία όμως γρήγορα την απορρίψανε όλοι.

Πουθενά αλλού δεν αναφέρεται ότι επιχειρήθηκε ή επιτεύχθηκε κάποια ομαδική ή ατομική απόδραση. Αντίθετα και οι τρεις τους μιλούν για παρότρυνση των γραφείων τους, για ατομικές και ομαδικές πρωτοβουλίες ψυχολογικής, υλικής, ιατρικής κ.λπ. βοήθειας προς τους συγκρατούμενούς τους από μικροτραυματισμούς, πληγέντες κατοίκους των νησιών, ακόμη και προς τους χωροφύλακες φύλακές τους. Οι τελευταίοι είχαν και τα μοναδικά θύματα. Ήταν οι δύο χωροφύλακες της διπλοσκοπιάς της φυλακής της Κεφαλλονιάς.

Να σημειώσω ότι και στις δύο φυλακές οι διευθυντές τους, παρά τις διαμαρτυρίες και τα χωνιά των αγωνιστών προς τον λαό των δύο νησιών, αρνήθηκαν στην αρχή να τους ανοίξουν τις πόρτες των θαλάμων, αλλά γρήγορα ανακάλεσαν τη σχετική εντολή τους και βγάλανε τους κρατούμενους έξω στις αλάνες, όπως προανέφερα, τρομοκρατημένοι και οι ίδιοι από την ένταση των μετασεισμικών δονήσεων, που γκρέμιζαν σιγά - σιγά τους μεσαιωνικούς τοίχους των φυλακών.

Ο διευθυντής, μάλιστα, των φυλακών Ζακύνθου, ο Περικλής Μπαλάφας από τη Χόσεψη Άρτας, ο οποίος στην Κατοχή ήταν μέλος του ΕΑΜ και για ένα μικρό χρονικό διάστημα έκανε φυλακισμένος στις φυλακές Αβέρωφ, φέρθηκε πιο ανθρώπινα. Έφερε στον μικρό όρμο που ήταν μπροστά στη φυλακή τρία μεγάλα ψαροκάικα και, πριν ο μεγάλος σεισμός των 7,25 Ρίχτερ που ακολούθησε γκρεμίσει και τον τελευταίο τοίχο της φυλακής, επιβίβασε τους κρατούμενους σ' αυτά.

Την τρίτη μέρα (11.8.53) τους μετέφεραν σε ένα επιβατικό πλοίο που τους οδήγησε στις φυλακές της Κέρκυρας. Στο μεταξύ η πόλη της Ζακύνθου είχε πάρει φωτιά με εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες. Τότε ήταν που ο εκπρόσωπος των φυλακισμένων Θανάσης Τσαρός ζήτησε από τον υπουργό Στρατιωτικών Παν. Κανελλόπουλο, που είχε πλησιάσει τα ψαροκάικα με μια ατμάκατο, να επιτρέψει σε μια ομάδα των κρατουμένων να βγουν στην πόλη να βοηθήσουν τους κατοίκους για να σώσουν από τα ερείπια και τη φωτιά ό,τι μπορούσε να σωθεί. Τους το αρνήθηκε. Ενώ στην Κεφαλλονιά, όπου πολλοί φρουροί χωροφύλακες είχαν λιποτακτήσει για να πάνε στα χωριά τους να δουν τι είχαν απογίνει οι οικογένειές τους, βγήκαν στην πόλη μόνοι τους από τα συρματοπλέγματα θανατοποινίτες και βαρυποινίτες και βοήθησαν όπως μπορούσαν τραυματίες και ανήμπορους Κεφαλλονίτες.

Μάλιστα οι γιατροί Μ. Σιγανός, Στάθης Καναβός και Σ. Συντυχάκης, οι νοσοκόμοι των ακτίνων και οι φοιτητές της Ιατρικής στρώσανε κουβέρτες στην είσοδο της αλάνας του πρόχειρου στρατοπέδου τους και περιέθαλψαν με ό,τι πρόχειρα μέσα υπήρχαν (με θαλασσόνερο έπλεναν τις πληγές) πολίτες που είχαν την ανάγκη τους.

Ο ισοβίτης μάγειρας της φυλακής Κούρτης (από τη Θράκη) κατάφερε μάλιστα να διασώσει μερικά σύνεργα της δουλειάς του και με γκασμάδες και τσάπες έστησε νέα μαγειρεία. Συνεργεία τους βγήκαν ακόμη και στο λιμάνι, κάνοντας χρέη λιμενάρχη και λιμενεργατών για να υποδεχτούν και να βοηθήσουν στη διανομή των εφοδίων (σκηνών, τροφίμων, φαρμάκων, νερού κ.λπ.) και της κάθε είδους βοήθειας που είχαν αρχίσει να καταφθάνουν. Τελικά την τέταρτη μέρα πήγε ένα αρματαγωγό και μετέφερε όλους τους κρατούμενους στις φυλακές Ιτζεδίν Κρήτης.

Οι φυλακές και των δύο νησιών γκρεμίστηκαν ολοκληρωτικά. Ήταν παλιά μεσαιωνικά κτήρια, με γεροδεμένους χοντρούς εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους, που δεν άντεξαν όμως στους σεισμούς εκείνους. Είχαν μετατραπεί σε φυλακές για να εξυπηρετήσουν την κράτηση των χιλιάδων κρατούμενων ΕΑΜικών αγωνιστών που είχαν καταδικαστεί από τα Ορκωτά Δικαστήρια και τα έκτακτα Στρατοδικεία της μισαλλόδοξης και δωσίλογης Δεξιάς σε εκτέλεση της πανάθλιας συμφωνίας της Βάρκιζας και των εκτάκτων μέτρων του ανιστόρητου εμφυλίου πολέμου.

Οι περιγραφές των εγκλείστων αγωνιστών για τους σεισμούς εκείνους και την αγωνία, τον φόβο και την προσπάθειά τους να πείσουν τους αρμόδιους ότι κάτι πρέπει να κάνουν για να μην καταπλακωθούν από τα ερείπια, είναι συγκλονιστικές.

Νομίζω ότι αξίζει να μνημονεύσω συνοπτικά το «ιστορικό» των όσων αναφέρω παραπάνω αγωνιστών.

Ο Μανώλης Σιγανός γιατρός από τα Χανιά, ανώτερο στέλεχος της προπολεμικής Εργατικής Βοήθειας του ΚΚΕ και Ακροναυπλιώτης, είχε δραπετεύσει τον Ιούλιο 1943 από το σανατόριο της Πέτρας Ολύμπου (όπου είχε μεταφερθεί σαν φυματικός) με τον Γιάννη Ιωαννίδη και άλλα 13 στελέχη του ΚΚΕ, τοποθετήθηκε στην Αθήνα σαν καπετάνιος της Β' Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ, πιάστηκε από τους Γερμανούς τον Ιούνιο 1944, βασανίστηκε απάνθρωπα στο άντρο τους της οδού Μέρλιν και τελικά κατορθώνει και δραπετεύει. Παραμονές απελευθέρωσης τοποθετείται καπετάνιος της 6ης Μεραρχίας Ανατολικής Μακεδονίας και μετά τη Βάρκιζα στέλνεται γιατρός στον Δημοκρατικό Στρατό της Κρήτης, όπου συλλαμβάνεται στα Σφακιά, καταδικάζεται σε θάνατο, αλλά επιζεί τελικά όλων αυτών των αγωνιστικών περιπετειών του.

Ο Στάθης Καναβός από την Ιθώμη Μεσσηνίας, γιατρός παθολόγος, ήταν από τους ιδρυτές της προεαμικής Νέας Φιλικής Εταιρείας της Μεσσηνίας και έπαρχος της ΠΕΕΑ για τη Μεσσηνία. Επέζησε και βιβλίο του είναι το «Ματωμένο και ένδοξο Χρονικό», έχει δε πεθάνει από χρόνια.

Ο Χρ. Φράγκος, από τη Νιγρίτα, φοιτητής Ιατρικής (αργότερα γυναικολόγος στη Θεσσαλονίκη), ήταν προηγούμενα (1949) υπόδικος στις Στρατ. Φυλακές Μακρονήσου (ΣΦΑ), όπου βασανίστηκε απάνθρωπα.

Ο Άγγ. Φουστούκος από τη Ζάκυνθο, φοιτητής Νομικής, ΕΠΟΝίτης στην Αθήνα και κατά τον Εμφύλιο μέλος του Β' Παράνομου Μηχανισμού του ΚΚΕ, του Σταύρου Κασιμάτη, πιάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Επέζησε όμως και πέθανε το 2012.

Ο Διον. Στεριώτης, από τη Ζάκυνθο και αυτός, ήταν από το 1945 καταδικασμένος από Ορκωτό Δικαστήριο. Απολύθηκε το 1963 και πέθανε το 2011.

Ο Νικ. Τρούσας επέζησε των διώξεών του και έχει πεθάνει από χρόνια.

Ο Θαν.Τσαρός, με το ψευδώνυμο Γαβριώτης, ήταν από το Γαρδίκι Ομυλαίων, σημαντικό στέλεχος του ΕΛΑΣ και της Πολιτοφυλακής Αττικοβοιωτίας με έντονη αντιστασιακή δράση ακόμη και στα πρόθυρα της Αθήνας. Πιάστηκε ευθύς μετά τη συμφωνία της Βάρκιζα και καταδικάστηκε σε θάνατο. Έμεινε πολλά χρόνια στη φυλακή, αλλά επέζησε τουλάχιστον μέχρι το 1980, όταν δημοσιεύτηκε το βιβλίο του «Γκρόμποβα 1940» από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

Ο Μπ. Λεωνιδάκης με το ψευδώνυμο Σαλφαράς ήταν και αυτός μέλος της προεαμικής Νέας Φιλικής Εταιρείας στους Γαργαλιάνους και αργότερα ΕΑΜικός αγωνιστής. Πιάστηκε και καταδικάστηκε νωρίς κατά τον Εμφύλιο και ζούσε μέχρι προ ολίγων ετών στην Κυψέλη Αθηνών.

Ο Στέλιος Ζαμάνος από το Παλαιό Φάληρο πέρασε από διάφορα πόστα στον ΕΛΑΣ της Αθήνας, με τελευταίο αυτό του επικεφαλής των συνδέσμων του Α' ΣΣ. Πιάστηκε μετά τη Βάρκιζα και καταδικάστηκε σε θάνατο. Επέζησε και σήμερα είναι πρόεδρος του Πανελλαδικού Συνδέσμου Αγωνιστών ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης (ΠΣΑΕΕΑ).

 

* Ο Μ. Ιωαννίδης είναι αντιστασιακός και ερευνητής της Ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης

Δείτε όλα τα σχόλια