Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Ελλάς - Γαλλία - Ανθολογία"

Η Μαριλώρ Κουλμέν Κουτσαύτη συνομιλεί με τη φιλόλογο Ειρήνη Παπακυριακού

Ήταν ωραία η βραδιά της περασμένης Παρασκευής. Παυσίλυπος. Να έχεις διασχίσει το κατάστικτο από τα σημάδια της κρίσης κέντρο και στο τέλος της διαδρομής, ψηλά στην οδό Σίνα, να “σε βρίσκει η ποίηση”. Η ποίηση και οι ποιητές της δίγλωσσης ανθολογίας...

Ήταν ωραία η βραδιά της περασμένης Παρασκευής. Παυσίλυπος. Να έχεις διασχίσει το κατάστικτο από τα σημάδια της κρίσης κέντρο και στο τέλος της διαδρομής, ψηλά στην οδό Σίνα, να "σε βρίσκει η ποίηση". Η ποίηση και οι ποιητές της δίγλωσσης ανθολογίας "Οι Ιθάκες τι σημαίνουν - 20 σύγχρονοι Έλληνες ποιητές - Ce que signifient les Ithaques - 20 poètes grecs contemporains", έκδοση της Biennale Internationale des Poètes en Val-de-Marne, που παρουσιάστηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο, ένα περίπου μήνα μετά την αντίστοιχη παρουσίασή της στο Παρίσι.

Στο πρώτο σύντομο μέρος της βραδιάς η φιλόλογος Ειρήνη Παπακυριακού συνομίλησε με τη Μαριλώρ Κουλμέν Κουτσαύτη που επέλεξε και μετέφρασε στα γαλλικά ποιήματα 20 σύγχρονων Έλλήνων ποιητών από διαφορετικές γενιές, τονίζοντας -όπως άλλωστε και στην εισαγωγή της ανθολογίας- ότι η έκδοση αυτού του έργου "αποτελεί πράξη υποστήριξης και αλληλεγγύης, σε μια τόσο δραματική για την Ελλάδα περίοδο". Αναφέρθηκε επίσης στη δυσκολία της επιλογής των ποιητών καθώς και στον ιδιαίτερο μεταφραστικό δρόμο που ακολούθησε διευκρινίζοντας: "διάβασα τις λέξεις σαν ιδεογράμματα και προσπάθησα να βρω τα αντίστοιχα στα γαλλικά. Σε κάποιες περιπτώσεις βέβαια, θυσίασα τα καλά γαλλικά προκειμένου να διατηρήσω το πρωτογενές νόημα του ελληνικού ποιήματος"

Στη συνέχεια, οι δεκατρείς από τους δεκαεννιά εν ζωή ποιητές της ανθολογίας, που ήταν παρόντες, οι Αντώνης Φωστιέρης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Γιάννης Κοντός, Ντίνος Σιώτης, Αθηνά Παπαδάκη, Κώστας Παπαγεωργίου, Γιώργος Χρονάς, Γιώργος Μαρκόπουλος, Γιώργος Χουλιάρας, Αναστάσης Βιστωνίτης, Δήμητρα Χριστοδούλου, Θανάσης Χατζόπουλος, Θανάσης Τριαρίδης, ανέβηκαν στο βήμα και διάβασαν ποιήματά τους, ενώ παράλληλα στην οθόνη προβάλλονταν η γαλλική μετάφραση. Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν όταν από τον Γιώργο Μαρκόπουλο ζητήθηκε κι εκείνος διάβασε το ποίημα του εκλιπόντος Γιάννη Βαρβέρη, "Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές".

Παυσίλυπος βροτοῖς -έστω και παροδικά- αποδείχτηκε η ποίηση τη βραδιά της περασμένης Παρασκευής·παυσίλυπος κι η έμπρακτη γαλλική αλληλεγγύη, καθώς μέσα στη δίνη της κρίσης "περιμένουμε το χάραμα, την χαραυγή καλύτερων ημερών", αναζητώντας και μαθαίνοντας εκ νέου, Ιθάκες τί σημαίνουν.

κείμενο-φωτογραφίες: Μαρία Μ. Αλβανού

*************

Οι ανθολογούμενοι ποιητές διαβάζοντας τα ποιήματά τους...

Αντώνης Φωστιέρης

Ποτάμι ποιήμα

 

Έπεσα σε λάκκο με άσπρο και κάηκα.

Όμως το ποίημα είναι ποτάμι
Και μια υγρασία θαυμαστική
Θαρρώ γλυκαίνει τη σιωπή απ' την οργή της
Αν την πρόδωσα. Δεν φταίω, τ' ορκίζομαι.
Κάποιοι ξεχάσαν ένα βάζο με φωνήεντα στο ράφι
Που θα το ‘φτανα. Ύστερα έμαθα με φλούδες συλλαβών
Να φτιάνω πλοία. Μικρά, όσο το δάχτυλο παιδιού
Και τα 'ριχνα μες στο νεράκι που έφευγε –
Τότε κατάλαβα : Μονάχα ο χωρισμός
ενώνει τους ανθρώπους. Τα υπόλοιπα
Τα ξέρετε από άλλες διηγήσεις. Πως «πίσω δεν γυρνάει»
Πως «δις εμβήναι τω αυτώ ουκ έστιν» και τα όμοια.
Μας τα ‘παν, τα ξανάπαν, σαν το αυτονόητο
Να είχε χρείαν ερμηνείας. Αλλά το ποίημα
Είναι ποτάμι από δάκρυα ξένα. Παιδί που αντρώθηκε
Συχνά το βλέπω να γυρνάει προς την πηγούλα του.
Κι όταν φουσκώνει
Απ' την πολλήν αγάπη

Πνίγει.


Από τη συλλογή Η σκέψη ανήκει στο πένθος, Καστανιώτης Αθήνα 1996

***

 

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

Σαν μιά σκιά χειμερινή

 

Σιάζομαι στη σκιά μου?
καρφιτσώνω τα τσουλούφια του χρόνου
που ξεφεύγουν απ' το σκούρο οβάλ μου
ενώ από πίσω ένα φως ανεξήγητό
με φωτίζει στη σεμνή αυτή τουαλέτα.
Έπειτα, ακίνητη για μια στιγμή
πριν πατήσω το πετάλι
και γυρίσουν οι δυο ρόδες
-μια για τη ζωή, μια για το θάνατο -
εναποθέτω την εμπιστοσύνη μου
στο δρομάκι του σπιτιού μου
όπου γενιές παιδιών ξεπετάγονται το δείλι
και σαν τον ανυποψίαστο σκαντζόχοιρο
διασχίζουνε το χρόνο.
Όσο το πέρασμα του βελονωτού ζώου απέναντι
τόσο βαστάει κι η ζωή των παιδικών ανθρώπων.
Τα πρόσωπα τ' αναγνωρίζω
γιατί ήξερα τη γιαγιά τους
και οι φωνές – της μικρής «όχι!»
της μάνας της «οχιά!» -
ηχούν σαν τότε… Πότε;
πριν απ' το φόβο για ό, τι είναι να έρθει
πριν απ' τον τρόμο για ό, τι είναι ήδη εδώ
πριν απ' αυτό το «εγώ», μια σκιά χωρίς καθρέφτη.

 

Του έρωτα χωρίς μέλλον, Ωραία Έρημος η σάρκα, 1996

Από τα ποιήματα 1986 -1996,  Καστανιώτης, Αθήναν 1996

***

 

Γιάννης Κοντός

Η γαλάζια πετσέτα σου, που όταν σκουπίζεσαι

γίνεται κατακόκκινη.

 

Ένα φρούτο κύλησε στο δρόμο.

Ψάχνει για χώμα

για να σαπίσει ήρεμα.

 

Από κείνο το σπίτι βγαίνει μουσική.

Ανεβαίνει σαν νερό να μας πνίξει.

Κάποιος εκεί μέσα παίζει με τις λέξεις

στα σκοτεινά. Ρίχνει πεσσούς.

 

Αφήνεις τα ίχνη σου πάνω μου

και γίνομαι κατάστικτος

Έτσι με γνωρίζουν στον παράδεισο.

 

Δευτερόλεπτα φόβου, Κέδρος, Αθήνα 2006

***

 

Ντίνος Σιώτης

Βαδίζουμε επί των υδάτων

 

Γνωρίζοντας από πυροβασία

μάθαμε να βαδίζουμε και επί

των υδάτων, στην αρχή ήταν

 

κομμάτι δύσκολα τα πράγματα,

βρέχαμε τα μπατζάκια μας, οι γυναίκες

βρέχαν τις άκρες των φουστανιών τους,

 

τα παιδιά τσαλαβουτούσαν τρομαγμένα,

υπήρχε φόβος στο κάθε βήμα και μια

αστάθεια μας έκανε να τρέμουμε, ενώ,

 

πάντοτε ξεκινούσαμε από τα ρηχά

και φτάναμε ανοιχτά στο πέλαγος.

Το κόλπο ήταν να μην σκεφτόμαστε

 

το νερό αλλά να βάζουμε άλλα

στο νου μας, όπως πολύχρωμες

μέρες με αγριόχορτα, ανοιξιάτικα

 

λιβάδια με παπαρούνες, τούφες

μαλλιών σε αναμμένα μάγουλα,

μάτια υγρά σε σταθμούς τραίνων.

 

Τώρα έχουμε συνηθίσει να βαδίζουμε

άνετα επί των υδάτων, τόσο άνετα που

δυσκολευόμαστε να προχωράμε στο έδαφος.

 

Ηλιοστάσιο των Αγγέλων, Κέδρος, 2002

***

 

Αθηνά Παπαδάκη

Η άγρυπνη των ουρανών

 

Ανερμήνευτο ας μείνει για ζωή το πάθος μου

σφοδρό ακόμα και για τα δεινά.

Αγάπησα ό,τι κρατούσε ακέραιο τον πυρήνα της πληγής του

και με καλούσε απλησίαστο,

δεν παίρνω γιατρειά.

Αλλά τα ρούχα μου από πού κρατούν

και νέφη γίνονται στο χώμα του σπιτιού,

να `χει ελαφρύ βηματισμό το αρσενικό, όταν κατά τις χθόνιες

αρετές μου

βαραίνει ο άνεμος μ` όλο το φύλλωμα των ήχων απ` τ` αηδόνια

προς το βουνό,

όταν στα δύο κόβεται η άνοιξη και μ` ελαφρύ οπλισμό χιμάει

το χαμομήλι.

Καθείς με το δικό του ανάστημα στο Πάσχα των στιγμών.

Ε΄δω πατώ κι αλλού με βγάζει η λάμψη.

Άγνωστοι τόποι ακυνήγητοι

κι όλα τριγύρω ανήθικα σα φως.

Η άγρυπνη των ουρανών με ύψος ένα εξήντα

 

Η άγρυπνη των ουρανών. Καστανιώτης, Αθήνα, 1995

***

 

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου

Επέτειος



Βρέχει κι απόψε μα η βροχή μου φαίνεται παλιά και τη θυμάμαι

από τον ήχο της, μπορεί και από τη γεύση της- εκείνη του

μετάλλου, της σκουριάς. Στη λασπωμένη επιφάνεια του μυαλού

συλλαβιστά όπως έπεφτε σαν ψίθυρος. Τη νύχτα που τα λόγια και

οι φωνές πνιγμένες μες στο σάλιο τους, κάτω απ' τη γλώσσα

αγκομαχούσαν πλέκοντας μία μάλλινη σιωπή. Θυμάμαι τη βροχή

μα και οι σταγόνες της νομίζω με θυμούνται, αλλιώς γιατί έτσι

τρυφερά να με χτυπούν, να μην κυλούν, παρά τρεμάμενες

κρατιούνται στων ρυτίδων τα χαλάσματα και απόκρημνα ιριδίζουν

τρεμοπαίζοντας. Κρατιούνται να μην πέσουν στη χαράδρα των

χειλιών και με δροσίσουν αλλά προπαντός τα δάκρυα μη

νοθεύσουν.



Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Η λύπη των άλλων, Κέδρος, Αθήνα, 2009

***

 

Γιώργος Χρονάς

Απηγορευμένο ερωτικό τραγούδι Χριστουγέννων

 

Δε νομίζω να φωτογραφηθήκαμε ποτέ μαζί
Μόνο τώρα θυμάμαι
μια μέρα βγαίνοντας από το σινεμά
είδαμε το σχήμα μας στον καθρέφτη
ενός εμπορικού καταστήματος – πουλούσε έπιπλα φορμάικας
τραπέζια, φτηνά κάδρα, νομίζω, κι εσύ κούμπωσες βιαστικά

το πουκάμισο γύρω στο λαιμό σου, σα να πήγες σε χαμάμ
οδός Ζήνωνος, οδός Επικούρου και αγαπήθηκες με πάθος

στο χαμάμ και βγαίνοντας στο δρόμο το απόγευμα από το χαμάμ πρόσεχες τα βήματα, τις αιωρήσεις των χεριών

σου.
Έπρεπε να τό 'χαμε σκεφτεί
πριν μπει ο χειμώνας μια κυριακάτικη

φωτογραφία μαζί, όπως σ' εκείνες τις εκδρομές

με το μηχανάκι στο Μαραθώνα, στα Βίλλια, στη Λούτσα
να χορεύεις με δίσκους στα τζουκ-μποξ μάμπο το Τεκίλα

ή άλλοτε ζεϊμπέκικο και μελαγχολία σάμπας και να μεθάς.
Έπρεπε να τό 'χαμε σκεφτεί

πριν μπει ο χειμώνας μια κυριακάτικη

φωτογραφία μαζί, μετά θα μπορούσες να φύγεις
για το Νείλο ή τ' Αλγέρι με τους ποδηλατιστές του ήλιου.
Τώρα πια τ' απογεύματα δεν έχω όνομα
Αν βγω στο δρόμο έξω έχω συμφωνήσει ν' ακούω στα ονόματα
Αλέξανδρος, Αλέξιος, Αλέξης, Βασίλειος, Γεράσιμος,

Γρηγόρης, Ραχήλ, Δημήτριος, Γιάννης, Λεωνίδας,

Νίκος, Μιχάλης, Μάρθα, Κωνσταντίνος, Μανώλης.

 

Βιβλίο 1, Συντεχνία, Οδός Πανός, Αθήνα 1973

***

 

Γιώργος Μαρκόπουλος

Ένα κάποιο στείλε μου σήμα

 

Με τ' όνομά σου να σε φωνάζω πια δεν μπορώ.


Πλην όμως ένα κάποιο στείλε μου σήμα.


Διότι είμαι μόνος
σαν τον καπνό μετά το φονικό στην κάννη του πιστολιού
και σαν την αγριοσυκιά
που φύτρωσε ξάφνου μες στη μαυρίλα της πυρκαγιάς.

Όπως το κουταλάκι της μετάληψης
αποβραδίς στο στόμα του πρωινού μελλοθανάτου
και όπως μια βαλανιδιά σε χώρο εκτέλεσης,
είμαι μόνος και σε περιμένω.

Με τις αισθήσεις μου τεντωμένες
όπως οι γάτες στο προσκλητήριο του ταβερνιάρη.
Με ένα μάτι που το οπτικό του νεύρο
είναι ο ουρανός ο ίδιος σε μικροσκόπιο
και με ένα αυτί που το τύμπανό του
δεν είναι παρά τσιγγάνων αντίσκηνο.

Με λέξεις που σκορπίζονται πανικόβλητες
όπως τα κατσίκια στην ξαφνική θέα του τραίνου,
καθώς και με μια ψυχή σκοτεινή που όμως βλέπει πολλά
όπως το ένα, κλεισμένο στο φακό, μάτι των ρολογάδων,
είμαι μόνος.

Είμαι μόνος και σε περιμένω.

 

Κρυφός Κυνηγός, Κέδρος, Αθήνα 2010

***

 

Γιώργος Χουλιάρας

Πρόσφυγες

 

Από την άλλη πλευρά

της φωτογραφίας γράφω για να θυμάμαι

όχι το πού και πότε αλλά ποιός

 

Δεν είμαι εγώ στη φωτογραφία

 

Τίποτε δεν μας άφησαν

να πάρουμε μαζί μας

Μόνο αυτή τη φωτογραφία

 

Αν τη γυρίσετε από την άλλη θα με δείτε

 

Εσύ είσαι στη φωτογραφία, με ρωτούν

Δεν ξέρω τι να σας πω

 

Fast Food Classics, Υψιλον, Αθήνα, 1992

***

Αναστάσης Βιστωνίτης

Ο δήμιος

 

Ο δήμιος ερχόταν από μακριά,

δεν είχε ξαναδεί την πόλη.

 

Σταμάτησε στα προάστεια,

ρώτησε πού βρίσκεται η κεντρική πλατεία,

το δημαρχείο, ο καθεδρικός, το ανάκτορο του ηγεμόνα.

 

Ήταν κοντόσωμος, με γενειάδα και κ΄΄οκκινη μπέρτα,

ξεχασμένος από μια πολύ μακρινή εποχή,

χωρίς αυτοκίνητα, χωρίς τηλέφωνα κι αεροπλάνα.

 

Μπήκε στο καφενείο δίπλα στο ποστάμι,

παράγγειλε μπίρα και πρόχειρο φαγητό.

 

Κοίταξε τα παιδιά

ποου κνηγούσαν τα νερόφιδα κάτω από τη γέφυρα.

 

Το νερό σκοτείνιαζε στο ποτάμι,

στην καμινάδα του απέναντι σπιτιού

μια κουρούνα ράμφιζε τον ορίζοντα

και πίσω η πόλη πετρωμένο σύννεφο μέσα στη στάχτη.

 

"Δεν σ` έχουμε ξαναδεί στα μέρη μας,

έχεις συγγενείς εδώ;"

ρώτησε ο καταστηματάρχης

"Δεν έχω κανέναν, ήρθα για δουλειά"

απάντησε ο δήμιος

"έχω αργήσει δύο αιώνες".

 

Τα ρόδα της Αχερουσίας, Ροές, Αθήνα, 2008

***

 

Δήμητρα Χριστοδούλου

Το γένος

 

Με μια πλερέζα ως το πηγούνι το βουνό

Κρύβει τα δάκρυα της χηρείας του όλη μέρα.

Το βλέπω, ως αύριο θα ξεσπάσει ο θρήνος.

Είναι πια προχωρημένο φθινόπωρο.

 

Πρέπει κανείς να βγει πολύ έξω απ` την πόλη,

Για να τους βρει, πάππου προς πάππου,

Όλους τους τεθλιμμένους συγγενείς του.

Τα φύλλα, τα χορτάρια, τα νερά,

Τα μεγάλα τα χτυπήματα της μοίρας

Που προσέλαβαν θεία ταυτότητα.

 

Μέσα στην πόλη μόνο εμείς, εμείς.

Καθένας όλο του το σόι.

 

Ο Τρόμος ως απλή μηχανή, Πατάκης, Αθήνα, 2012

***

 

Θανάσης Χατζόπουλος

Επίκαιρα

 

Άνδρες εκατέβαιναν μ` ακατάλυπτο το φύλο τους σε νέες

εκατόμβες σιωπής

 

Γυναίκες με την αιδώ να υποχωρεί ενώπιον του φόβου

εισέρχονται εκεί που η σάρκα ιδρώνει στη σκέψη της φωτιάς

 

Παιδιά με την απορία της γυμνότητας που εκάλυπτε η

στάχτη

 

Εγνώρισαν το ασύμβατο της φλόγας με τη φύση. Κι απ`

τη θηριωδία των πιστών

 

Εδείπνησαν, ψυχές καπνού, ψωμί κι αντί κρασί σταφύλι

 

Από καταβολής δρόσου, Καστανιώτης, Αθήνα, 1991

***

 

Θανάσης Τριαρίδης

Οι Μινωίτες

 

Μαζεύονται κάθε μήνα στο λιμάνι οι Μινωίτες

Να δουν τα καινούρια σφάγια που όλο καταφτάνουν:

τους νέους και τις νέες που ειναι να φαγωθούν απ` τον

Μινώταυρο.

Και σιωπηλός τους βλέπει ο λαός τους στολισμένους

αιχμαλώτους,

κάποιοι μέσα από τα δόντια τους λένε "κρίμα τα παιδιά"

 

Κι όλοι το ξέρουν στο νησί

πως διόλου δεν υπάρχει τέρας μες στο Λαβύρινθο,

πως ο Μινώταυρος είναι ένα χοντροκομμένο παταμύθι.

Πως έχει τζατζευτεί η Πασιφάη να τρώει κρέας παρθένων

κι ο Μίνωας βρήκε την ιστορία με το τέρας

να μην αρχίσουν τις γκρίνιες οι σύμμαχοι,

να μην αγριευτεί ο λαός- αγριεύεται ο λαός με τέτοια...

 

Έτσι οι Μινωίτες:

κάθε φορά έβλεπαν τα σφάγια να έρχονται,

κι έπειτα διαλυόταν ήσυχα, με κάποια θλίψη βέβαια,

μα και με ανακούφιση μεγάλη που σάρκα ξένη κι όχι η δική τους

τάιζε την τρέλα της Πασιφάης.

 

Wstawać  από το Poetix Νο 6, Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα, 2012. 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ισχυρή πολιτική βούληση

Το ζήτημα της προστασίας της πρώτης κατοικίας είναι πλέον πολιτικό. Από τεχνοκρατικής άποψης έχει λυθεί με τη συμφωνία της κυβέρνησης με τις διοικήσεις των τραπεζών. Τις οποίες, θα πρέπει να...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο