Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δημ. Καμαρωτός: «Εμπνέομαι μόνον από τους ηθοποιούς και τις πρόβες»!

Μία από τις αληθινά πολυαναμενόμενες θεατρικές παραγωγές της εφετινής σεζόν είναι η κατά Μιχαήλ Μαρμαρινού σκηνοθετική εκδοχή του «Φάουστ» του Γκέτε. Πρόκειται για μία τετράωρη (!) παράσταση που έκανε πρεμιέρα χθες και θα παίζεται στην κύρια αίθουσα της Στέγης Γραμμάτων Και Τεχνών...

Ο Δημήτρης Καμαρωτός μιλάει για τη μουσική που έγραψε για το "Φάουστ"

Μία από τις αληθινά πολυαναμενόμενες θεατρικές παραγωγές της εφετινής σεζόν είναι η κατά Μιχαήλ Μαρμαρινού σκηνοθετική εκδοχή του «Φάουστ» του Γκέτε. Πρόκειται για μία τετράωρη (!) παράσταση που έκανε πρεμιέρα χθες και θα παίζεται στην κύρια αίθουσα της Στέγης Γραμμάτων Και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση μέχρι και τις 15 Φεβρουαρίου (πλην Δευτέρας και Τρίτης). Την ηχητική επένδυση της υπογράφει ο - τακτικός συνεργάτης του Μιχαήλ Μαρμαρινού – διακεκριμένος συνθέτης σύγχρονης αλλά και πειραματικής μουσικής Δημήτρης Καμαρωτός με τον οποίο είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση όχι μόνο για την συγκεκριμένη δουλειά του αλλά και για την συνολική σχέση της μουσικής αλλά και του μέσου εκφοράς της, του ήχου, με τα κείμενα ή καλύτερα με τον λόγο και την δραματοποιημένη διάσταση του. Μία σχέση που, σύμφωνα τουλάχιστον με την άκρως ανατρεπτική προσέγγιση του Δημήτρη Καμαρωτού, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να βασίζεται στην ταύτιση της μουσικής με το περιεχόμενο και το νόημα των κειμένων όπως είναι η συνήθης πρακτική αλλά μάλλον να προϋποθέτει και να πράττει το ακριβώς αντίθετο, λειτουργώντας ως ισότιμο και παραπληρωματικό στοιχείο της θεατρικής διαδικασίας. Πόσο μάλλον δε στο σχεδόν εξ ορισμού αντισυμβατικό θέατρο ενός σκηνοθέτη όπως ο Μιχαήλ Μαρμαρινός...

Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα

 

Πόσο διαφορετική ήταν η μεθοδολογία της δουλειάς σου για την συγκεκριμένη παράσταση και γιατί επέλεξες να παίζεις ζωντανά την μουσική σου αντί να είναι ηχογραφημένη όπως συνέβαινε στις μέχρι τώρα θεατρικές μουσικές επενδύσεις σου;

Ο βασικός τρόπος δουλειάς μου δεν άλλαξε για την παράσταση του «Φάουστ» και αυτός συνοψίζεται στο ότι κάνω μουσική κατά την διάρκεια των προβών, σε μεγάλο βαθμό μέσα στην πρόβα και κυρίως όχι αυτοσχεδιαστικά αλλά με ειδικά γραμμένο υλικό για να δοκιμασθεί, εμπλουτισθεί και συνδυασθεί δουλεύοντας μία - μία τις στιγμές της παράστασης. Το ότι κάνω την μουσική ζωντανά στις παραστάσεις είναι μια επιλογή που οφείλεται σε μιαν αναγκαιότητα και μια δυνατότητα, την αναγκαιότητα μιας «κινηματογραφικού τύπου» ακρίβειας στην σχέση των δράσεων, του λόγου και της μουσικής πράγμα που δεν θα μπορούσε να γίνει με προηχογραφημένη μουσική και την δυνατότητα που προκύπτει από τον περιορισμένο αριθμό παραστάσεων και η οποία κάνει δυνατό να είμαι εκεί κάθε ημέρα και σε συνδυασμό με την - μοναδική στην Αθήνα- τεχνική θέση ελέγχου του ήχου που έχει αυτή η αίθουσα της Στέγης Γραμμάτων Και Τεχνών. Αυτό δεν μπορεί να γίνει πίσω από ένα τζάμι στο βάθος της αίθουσας αλλά μόνον έτσι, στο κέντρο της πλατείας και ακούγοντας ακριβώς όπως το κοινό.


Τα ηχοπαραγωγικά μέσα που θα χρησιμοποιήσεις θα είναι κυρίως ηλεκτρονικά ή όχι μόνο;

Δεν νομίζω ότι μπορούμε πια να χωρίζουμε έτσι αβασάνιστα τα μέσα σε ηλεκτρονικά και μη, ακόμα και η ακραία περίπτωση σύγκρισης μιας φωνής ή ενός βιολιού και ενός σύγχρονου «ηλεκτρονικού»/ψηφιακής γέννησης ηχητικού μέσου έχει μια διαρκώς επεκτεινόμενη «γκρίζα ζώνη» όπου το καθαρά ηλεκτρονικό μέσο μπορεί να μένει ηθελημένα εκτεθειμένο στην ανθρώπινη ατέλεια ή και αντίστροφα, το «απόλυτα φυσικό» μέσο να είναι τόσο δουλεμένο και με την σημερινή τεχνολογία που θα μπορούσες να πεις ότι και αυτό είναι στην ουσία «ηλεκτρονικό». Και δεν μιλάω για κακοτεχνίες αλλά για μουσική που ούτε το πιο έμπειρο αυτί μπορεί να ακούσει την ψηφιακή επέμβαση! Για εμένα όλα αυτά δεν έχουν κανενός είδους κακό ή καλό χαρακτήρα, απλώς είναι το σύνολο των μέσων της μουσικής σήμερα. Η ανάγκη προσδιορίζει τι από αυτά χρειάζεται κάθε φορά, για παράδειγμα ένα μεγάλο πιάνο συναυλίας και ένας υπολογιστής είναι απλά δυο μέσα που μπορείς να κάνεις μουσική, κανένα από τα δύο δεν νομίζω ότι σε φέρνει εκ προιμίου πιο κοντά στην μουσική, είναι η ανάγκη και η διαδικασία που θα το καθορίσουν. Στην περίπτωση του «Φάουστ» τα μέσα εκτείνονται από ένα μικρό γιουκαλίλι μέχρι τα ηλεκτρονικά όργανα και τις διαδικασίες άμεσης επεξεργασίας που επιτρέπουν τα σημερινά μέσα με ενδιάμεσο ένα «υβρίδιο», μια ηλεκτρική κιθάρα που παίζει με τον αέρα ενός ανεμιστήρα και αυτό δεν είναι air guitar! Μάλλον έκανα ένα σύγχρονο υποκατάστατο της αιολικής άρπας που αναφέρει ο Γκέτε...


Ποια θα έλεγες ότι είναι η κεντρική ιδέα που κρατάει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός από το εμβληματικό κείμενο του Γκέτε και πώς θα περιέγραφες συνοπτικά την οπτική γωνία από την οποία το προσεγγίζει; Προσωπικά ταυτίστηκες με αυτήν ή προσπάθησες απλά να συντονιστείς μαζί της επιχειρώντας να βρεις μια κοινή συνισταμένη ανάμεσα σε εκείνη και την μουσική την οποία σου ενέπνευσε το κείμενο;

Πολύ δύσκολο να μιλήσω για κεντρική ιδέα για κάτι τόσο σύνθετο και πλήρες όσο αυτό το κείμενο και η μετάφρασή του η οποία επίσης παίζει τεράστιο ρόλο στην προσέγγιση. Όταν δε μέσα σε αυτό εμπλέκεται και η ματιά ενός σκηνοθέτη είναι αδύνατο – ή απλά δεν θέλω - να τα κλείσω όλα σε λίγες λέξεις. Μπορώ όμως να πω τι βλέπω από την προσωπική μου σχέση με το κείμενο και την παράσταση, δηλαδή μια πολύ εκτεταμένη ποιητική φράση για τον άνθρωπο, μια δήλωση της ύπαρξης. Αυτή η «ανακοίνωση του ανθρώπου» γίνεται ακραία όταν, με την επινόησης του διαβόλου, σαν μη-άνθρωπος ορίζονται οι συντεταγμένες της περιοχής μας. Δεν μπορώ να πω αν ταυτίστηκα με τις απόψεις του σκηνοθέτη, αυτός ο βαθμός ταύτισης δεν είναι κάτι που με απασχολεί στις πρόβες. Όλη μου η προσοχή και το ενδιαφέρον είναι στραμμένα στην επικοινωνία με τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς και με τις λέξεις αλλά κυρίως με τα μέσα που διαχειρίζομαι, την ίδια την μουσική. Αν το δεις έτσι οι μήνες των προβών είναι μια διαδικασία ενός πλούσιου σε μέσα και έντονου διαλόγου που απλώς σταματάει όταν αρχίσουν οι παραστάσεις. Σχετικά με την μουσική και το κείμενο είναι πολύ απλό, το κείμενο δεν μου ενέπνευσε καμιά μουσική όπως και κανένα θεατρικό κείμενο ποτέ. Η μουσική γεννιέται από την σχέση μου με τους ανθρώπους στην πρόβα!


Πόσο μεγάλη είναι η πρόκληση του να ανα-συνθέτεις ουσιαστικά την μουσική σου κάθε φορά που δίνεται η παράσταση και μάλιστα επί τέσσερις ολόκληρες ώρες, διάρκεια που πολύ σπάνια φτάνει οποιαδήποτε ζωντανή μουσική εκτέλεση;

Είναι κρίσιμο και πρέπει να γίνει με απόλυτη ακρίβεια κάθε φορά καθώς απαιτεί ταυτόχρονη τεχνική εγρήγορση και βύθιση στην ποίηση του έργου, πράγματα που είναι έτσι κι αλλιώς αναγκαία στην ζωντανή σκηνική μουσική, με τπρόσθετη βέβαια ιδιαιτερότητα την μεγάλη διάρκεια της παράστασης.


O M. Μαρμαρινός, εσύ ο ίδιος ή αμφότεροι βλέπετε να ενυπάρχει στον «Φάουστ» ο προμηθεϊκός μύθος ο οποίος παίζει κεντρικό ρόλο σε αρκετές αρχαιοελληνικές τραγωδίες; Αν ναι, κατά πόσον συσχέτισες την μουσική σου με αυτόν και πόσο σε επηρέασε ή και σε ώθησε ώστε η τελευταία να έχει ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό «ελληνικότητας»;

Αυτό δεν είναι κάτι στο οποίο μπορώ να απαντήσω...Οι ρίζες των σκέψεων έχουν ορατές απολήξεις όταν συζητάμε, όταν σκεφτόμαστε ή εν πάση περιπτώσει όταν με κάποιο τρόπο χρησιμοποιούμε το κέντρο του λόγου. Η διαδικασία της μουσικής δεν είναι μια διαδικασία λόγου, αυτό τεκμηριώνεται σήμερα και με την επιστημονική γνώση (νευρολογία) αλλά και εμπειρικά. Είναι κάτι τόσο στιγμιαίο και άμεσο σαν μια χειρονομία, μια ακούσια αντίδραση μόνο που στην περίπτωση της σύνθεσης αυτή η χειρονομία μπορεί να χρειάζεται χρόνο ωρών ή ημερών για να ολοκληρωθεί. Αυτό ίσως είναι το πιο λεπτό και κρίσιμο θέμα όσον αφορά στην δημιουργία μουσικής αλλά είναι πολύ δύσκολο στην προσέγγιση καθώς κωδικοποιείται με διαφορετικό τρόπο από άλλους γνωσιακούς τομείς της μουσικής. Το θέμα της «ελληνικότητας» εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο, πόσο «ελληνική» μπορεί να είναι μια αυθόρμητη χειρονομία; Σίγουρα πολύ! Αλλά ως αυθόρμητη δεν μπορεί να υπακούσει σε προγραμματισμένο ποσοστό και συνταγή...


Η τραγικότητα του έργου χαρακτηρίζει και την μουσική σου ή αυτή η παράμετρος δεν σε ενδιέφερε και τόσο;

Εδώ πρέπει να ορίσουμε το τραγικό και αυτό, αν και ενδιαφέρον ως ακαδημαϊκή συζήτηση, νομίζω ότι δεν αφορά καθόλου την ουσία του θέματος. Γιατί προσωπικά απλώς αντιδρώ σε ερεθίσματα που μου δίνει η πρόβα, η αναγνώριση της συσχέτισης με το οποιοδήποτε «τραγικό» αφορά το αποτέλεσμα, την μουσική και επομένως σε μεγάλο βαθμό τον ακροατή. Πρώτος ακροατής της βέβαια είμαι ο ίδιος και οι κάθε φορά άμεσοι συνεργάτες μου...


Θα έλεγες ότι η συγκεκριμένη δουλειά σου καθορίζεται περισσότερο από το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού, εκείνο του τυχαίου/πιθανού ή ισορροπεί σε ίσες αποστάσεις ανάμεσα σε αυτά τα δύο;

Μιλώντας τεχνικά μπορώ να πω ότι κυρίως δούλεψα προετοιμάζοντας υλικά μουσικής, σε αντίθεση με το μοντέλο της μουσικής που προετοιμάσθηκε, ηχογραφήθηκε και έρχεται ανοιχτή ίσως σε αλλαγές αλλά πάντως έτοιμο στην πρόβα. Σε άλλες παραστάσεις, ανάμεσα τους και του Μαρμαρινού όπως για παράδειγμα πέρυσι στην «Comédie Française», έγινε έτσι. Σε αυτή την περίπτωση τα υλικά που προετοιμάζω, είναι αρμονίες, θέματα, ηχοτοπία, θραύσματα...Το ότι τα διαχειρίζομαι αυθόρμητα και ελεύθερα λέγεται αυτοσχεδιασμός; Δεν είμαι απολύτως σίγουρος για αυτό...

 

Πού τελειώνει αλήθεια Δημήτρη ο συνθέτης και πού αρχίζει ο sound designer, τόσο θεωρητικά και για τους περισσότερους όσο και πρακτικά προσωπικά για εσένα;

Νομίζω αυτό εξαρτάται από την συνθήκη, δηλαδή την εκάστοτε παραγωγή. Με μια καλά σχεδιασμένη - με τα δικά μου μέτρα - παραγωγή αυτό το όριο κινείται τελείως ελεύθερα. Οι δυο τελευταίες παραγωγές στη Στέγη για τις οποίες εργάσθηκα, τα «Ο Κυκλισμός Του Τετραγώνου» και «Φάουστ», αποτελούν ένα καλό παράδειγμα. Και στις δύο είχα την ελευθερία να κινηθώ σχεδιάζοντας μαζί με τους σκηνοθέτες την αλληλοσυσχέτιση μουσικής/δραματουργίας και ηχητικού σχεδιασμού. Η πρώτη κατέληξε σε κάτι που φαινόταν να μην έχει σχεδόν καθόλου μουσική, η δεύτερη με πολλή μουσική. Και οι δύο μέθοδοι με ενδιαφέρουν πολύ και ως διαδικασία και σαν αποτέλεσμα, αμφότερες επίσης είναι ηχητικά σύνθετες και χρειάζεται να συμμετέχω στις παραστάσεις τους. Οι δύο ιδιότητες είναι ένα υλικό του σύγχρονου κόσμου που δεν αφορά αναγκαστικά την εξυπηρέτηση των αναγκών, στις τελευταίες απαντούμε με ό,τι μέσα διαθέτουμε. Σε παλιότερες εποχές, πριν κωδικοποιήσουμε τα πράγματα με τις σημερινές ειδικότητες, αυτά γίνονταν έτσι και αλλιώς χρησιμοποιώντας στο έπακρο τις γνώσεις που είχες.

 

Πιστεύεις ότι μουσική όπως η δική σου, όχι απλά ατονική αλλά και «άμορφη» με την έννοια ότι κύριο χαρακτηριστικό της είναι η παντελής απουσία οποιουδήποτε σταθερού ύφους και στιλ, ταιριάζει περισσότερο από άλλες στην καθημερινότητα αλλά και τα αιτήματα μας σκληρής εποχής όπως η δική μας, τόσο διεθνώς όσο και ιδιαίτερα στην Ελλάδα; της κρίσης;

Ελπίζω ότι η μουσική μου δεν είναι άμορφη γιατί αυτό που χαρακτηρίζει την μουσική είναι πριν και πάνω από όλα η μορφή! Η ίδια η κύρια ενασχόλησή μου με το θέατρο έχει προκύψει από ανάγκη αποφυγής των «μουσικών ειδών». Σε κάποιο συγκεκριμένο θέατρο και με κάποιους συγκεκριμένους σκηνοθέτες δεν ασχολείται κανείς με τον αν είμαι πρωτοποριακός, κλασικός, πειραματικός, αυτοσχεδιαστής, μινιμαλιστής, ατονικός κ.λπ. Το μόνο κριτήριο είναι η μουσική να λειτουργεί και αυτό με λυτρώνει, οτιδήποτε άλλο δεν με αφορά. Όποιος το ακούει μπορεί να κρίνει, να συγκρίνει και να κατηγοριοποιεί, να λέει ότι έχω ένα συγκεκριμένο ύφος ή πολλά ή και κανένα. Όταν δουλεύω δεν είναι δυνατό να με αφορούν αυτά και συνεπώς δεν ξέρω αν η μουσική μου ταιριάζει στην καθημερινότητα, απλά για εμένα αυτό συμβαίνει καθημερινά! Το αν έτσι μπορεί να καταλήξει και μέρος της καθημερινότητας κάποιων ακροατών δεν μπορώ φυσικά να το γνωρίζω...

 

Είναι λοιπόν μια έσωθεν - αν όχι «φορμαλιστική» πάντως καθαρά αισθητική - προαίρεση αυτό που σε κάνει να γράφεις τέτοια μουσική ή συν-διαμορφώνεται έστω και από εξωτερικά ερεθίσματα τα οποία μπορεί να προέρχονται από το φυσικό ή τεχνητό περιβάλλον μέχρι και το κοινωνικό σύνολο;

Οπωσδήποτε διαμορφώνεται από τις εξωτερικές συνθήκες, άλλωστε μάλλον λόγω αυτών υπάρχει εξαρχής.


Mια υποθετική ερώτηση, αν προσπεράσουμε το υπαρκτό εμπόδιο του ότι ο ήχος δεν μεταδίδεται χωρίς αέρα ποιος φαντάζεσαι ότι θα ήταν εκείνος που θα αποτύπωνε καλύτερα π. χ. το εξώτερο διάστημα; Με άλλα λόγια ποιος θα ήταν κατά την γνώμη σου ο ήχος του κενού;

Η σιωπή. Η απόλυτη, αμετάκλητη, βαθιά σιωπή...

 

Τέλος μια ακόμα «ουτοπική» ερώτηση, αν όντως υπήρχε «η μουσική των ουρανίων σφαιρών» των Πυθαγορείων πώς φαντάζεσαι ότι θα ακουγόταν, πώς θα την περιέγραφες και πώς ίσως θα την απέδιδες ο ίδιος με τα μέσα που έχεις στην διάθεση σου;

Ουτοπική ίσως ερώτηση αλλά η απάντηση μου θα είναι απολύτως ρεαλιστική και πραγματική! Πριν είκοσι χρόνια πραγματοποιήθηκε στο Πλανητάριο μια συναυλία του Κέντρου Σύγχρονης Μουσικής Έρευνας με το έργο μου «Μουσική Των Σφαιρών» για σύνολο εγχόρδων και υπολογιστή. Το έργο λοιπόν ήδη υπάρχει μόνο που σήμερα θα το μετέγραφα για μεγαλύτερο σύνολο εγχόρδων και δίχως χρήση υπολογιστή.

 

Το τελευταίο και μόνον είναι αρκετό για να καταλάβουμε ότι για μερικούς δημιουργούς όπως ο Δημήτρης Καμαρωτός το να διευρύνουν, ακόμα και να...διαρρηγνύουν, τα όρια της μουσικής και του ήχου δεν είναι απλά αισθητική επιλογή ή έστω πρόταγμα αλλά μια ακατανίκητη και έμφυτη εσωτερική ανάγκη...

 

(Ηχητική εγκατάσταση του Δημήτρη Καμαρωτού η οποία κατέχει κεντρική θέση στην μουσική που έγραψε για το «Φάουστ»)

Δείτε όλα τα σχόλια