2014: Διεθνές οικονομικό περιβάλλον και η «ανάκαμψη» της ελληνικής οικονομίας

Η συνεχιζόμενη πολιτική εσωτερικής υποτίμησης και ο αντιαναπτυξιακός προϋπολογισμός 2014, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα στις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις και την κατάσταση στην Ευρωζώνη είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά μια προοπτική, έστω οριακής, «ανάκαμψης» της ελληνικής οικονομίας την επόμενη χρονιά.

Πρόσφατα ο ΟΟΣΑ αναθεώρησε προς το χειρότερο τις προβλέψεις του για την παγκόσμια οικονομία, ενώ για την Ευρωζώνη επισημαίνει τον κίνδυνο αποπληθωρισμού και την αναιμική οικονομική δραστηριότητα.

Ευρωζώνη: Πρόβλεψη για εξαιρετικά εύθραυστη ανάκαμψη

Η ΕΕ από τον Νοέμβριο του 2012 στις τριμηνιαίες αξιολογήσεις της «κατεβάζει» τον πήχη: Ενώ η πρόβλεψη για το 2012 ήταν ύφεση 0,4%, «έκλεισε» με -0,7. Η πρόβλεψη για το 2013 πέρυσι ήταν για οριακή ανάπτυξη 0,1%. Τώρα, αντίθετα, εκτιμάται ότι θα «κλείσει» με ύφεση 0,4%. Αλλά και για το 2014, η ανάπτυξη 1,4% (πρόβλεψη Νοεμβρίου 2012) μόλις περιορίστηκε στο 1%.

Ο «εξυγιαντικός» εξαναγκασμός των κρατών - μελών της, για μείωση των εμπορικών ελλειμμάτων, με επιδίωξη πλεονάσματος στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αποκρύπτει μια «οδυνηρή» διαπίστωση: Τη σταδιακή απώλεια, στο διάστημα 2007-2012, μεγάλου τμήματος του μεριδίου της ΕΕ στις παγκόσμιες εξαγωγές, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας (-13%). Η μείωση του παγκόσμιου μεριδίου των ελληνικών εξαγωγών σωρευτικά κατά -26,7%, παραδόξως είναι μόνο η δεύτερη χειρότερη επίδοση. Προηγείται η Φινλανδία (-30,8%), ενώ η Ελλάδα ακολουθείται από Ιταλία (-23,8%) και Αυστρία (-21,1%).

Τα βασικότερα προβλήματα, που αντιμετωπίζει η Ευρωζώνη είναι η -αλληλοτροφοδοτούμενη και συνδυασμένη- αύξηση της ανεργίας (φέτος ιστορικό ψηλό 12,2% ή 19.447.000 άνεργοι), της επισφαλούς εργασίας και της φτώχειας. Η μείωση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού 2014-2020 δείχνει ότι ανάπτυξη και απασχόληση δεν αποτελούν προτεραιότητες για την Ε.Ε.

Η μείωση ή «πάγωμα» μισθών για μεγάλα τμήματα των εργαζομένων, ιδιαίτερα μέσω επέκτασης της επισφαλούς εργασίας, οδηγεί σε μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αύξηση της «μαύρης εργασίας» και ευρύτερη φτωχοποίηση. Η «τρύπα» των «κόκκινων δάνειων» στην Ευρωζώνη ξεπερνά το 1 τρισ., γι' αυτό και τα επερχόμενα stress test των ευρωπαϊκών «συστημικών» τραπεζών θεωρούνται a priori «συγκαλυπτικά». Τους έντονους προβληματισμούς σχετικά με τη δυναμική της ευρωπαϊκής οικονομίας επισημαίνει ο τίτλος άρθρου του Independent (6.11.2013): «Με ανεργία 28% στην Ελλάδα, η ευρωπαϊκή κρίση δεν έχει τελειώσει».

Υπάρχει επίσης εμφανής επιδείνωση του προβλήματος του δημόσιου χρέους στην ΕΕ: Ενώ στο διάστημα 2004-2008 ήταν 69%, το 2013 «κλείνει» με 95,5%, με πρόβλεψη για παραπέρα άνοδο το 2014 (95,9%).

Συντονισμένες πολιτικές λιτότητας, ένταση των ανισοτήτων

Τα προγράμματα δημοσιονομικής «εξυγίανσης» μοιράζονται ως κοινό χαρακτηριστικό την υποεκτίμηση του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή, δηλαδή της πραγματικής επίδρασης των «περιοριστικών» μέτρων στους παράγοντες που συνδιαμορφώνουν ΑΕΠ (κατανάλωση, επενδύσεις, εισαγωγές και εξαγωγές, εισόδημα, ανεργία κ.ά.) και δημόσιο χρέος.

Στην περσινή «Έκθεση για τον Προϋπολογισμό 2013» (Οκτώβριος 2012) έγραφα ότι η «αυτοκριτική» του ΔΝΤ για «λάθος πολλαπλασιαστές», που είχε μόλις πρωτοεμφανιστεί στην Έκθεση World Outlook του Οκτωβρίου 2012 -βασισμένη στα εμπειρικά δεδομένα 28 χωρών σε «πρόγραμμα», οι οποίες είχαν κυριολεκτικά «χαντακωθεί»-, δεν ακολουθείται από διαπίστωση για ανάγκη τερματισμού των πολιτικών λιτότητας: «Πολύ περισσότερο, δεν καταλήγει σε αυτό το μοναδικά λογικό συμπέρασμα όταν, όπως στην περίπτωση της Ευρωζώνης, σε όλες τις χώρες ταυτόχρονα, αν και με διαφορετική ένταση, εφαρμόζονται οι λεγόμενες 'περιοριστικές' πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης και μάλιστα σε περιβάλλον με επιτόκια κοντά στο 'μηδέν': Καθώς η κάθε χώρα δεν υποφέρει μόνο από τις επιπτώσεις της 'δικής της' δημοσιονομικής λιτότητας, αλλά δέχεται και την επίδραση απ' τη διάχυση της συντονισμένης πλέον πολιτικής λιτότητας στο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον -αυτό που, τελευταία, διεθνή μέσα ονομάζουν "Σύμφωνο Αυτοκτονίας"-, το ΑΕΠ της δε μειώνεται μόνο απ' τα εσωτερικά μέτρα δημοσιονομικής «πειθάρχησης», αλλά, επιπροσθέτως, κυρίως μέσω των εμπορικών ανταλλαγών, από εκείνα που εφαρμόζονται στις άλλες χώρες. Σε αυτή την περίπτωση -κι αυτό συμβαίνει ήδη στην Ευρωζώνη- εμφανίζεται το λεγόμενο 'δημοσιονομικό παράδοξο': Το χρέος των υπερχρεωμένων χωρών αντί να μειώνεται, αυξάνεται...».

Στον χρόνο που ακολούθησε, παρά την επιχείρηση ατσάλινης θεσμικής θωράκισης και «γερμανοποίησης» της Ε.Ε. (Κανονισμοί και Οδηγίες στο πλαίσιο των Συμφώνων Σταθερότητας και του ευρώ, με επίκεντρο τους κανονισμούς "six-pack" και "two-pack"), «κείμενα εργασίας» εμπειρογνωμόνων του ΔΝΤ, με «κορυφαία» την έκθεση του επικεφαλής οικονομολόγου του O. Blanchard (Ιανουάριος 2013), πυροδότησαν έντονη συζήτηση.

Σε ανάλογα συμπεράσματα καταλήγει, όμως, και πρόσφατη Έκθεση της Κομισιόν (Οκτώβριος 2013) με τίτλο «Δημοσιονομικές προσαρμογές και η διάχυση των αποτελεσμάτων τους στην περιφέρεια και στον πυρήνα της περιοχής του ευρώ» και συντάκτη τον Jan in't Veld.

Μελετώντας ιδιαίτερα την περίπτωση της Ισπανίας, η έκθεση καταλήγει ότι η «διάχυση» της αρνητικής επίδρασης των «περιοριστικών μέτρων» από το εσωτερικό της στις χώρες με τις οποίες συναλλάσσεται αυξάνει κατά μ.ο. κατά 10% τις αρνητικές επιδράσεις των «δικών» τους «περιοριστικών» πολιτικών, με την Πορτογαλία, λόγω στενότερων σχέσεων, να μετράει ενίσχυση κατά 20% των αρνητικών επιδράσεων από τη «δική της» «προσαρμογή». Ο Veld «θεμελιώνει» τη μεγαλύτερη υφεσιακή επίδραση στο ΑΕΠ: βραχυμεσοπρόθεσμα απ' τις περικοπές δαπανών, μακροπρόθεσμα απ' τις αυξήσεις στη φορολογία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το συμπέρασμά του ότι, ενώ η «διάχυση» απ' τις δημοσιονομικές προσαρμογές στη Γερμανία και στις χώρες του πυρήνα έχει επιδεινώσει την οικονομική κατάσταση στις χώρες της περιφέρειας, αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, ένα προσωρινό δημοσιονομικό ερέθισμα στις πλεονασματικές χώρες μπορεί να βοηθήσει να ελαττώσουν τα πλεονάσματα τους, η βελτίωση όμως στα τρέχοντα ελλείμματα στην περιφέρεια θα είναι μικρή.

Το συνολικό του συμπέρασμα είναι ότι διαδοχικές δημοσιονομικές προσαρμογές συμπίεσαν τα τελευταία χρόνια την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη. Οι ταυτόχρονες δημοσιονομικές προσαρμογές στην Ευρωζώνη επιδείνωσαν την ύφεση στις χώρες με Μνημόνια και στις πιο ευάλωτες χώρες: Ενώ οι μέσοι πολλαπλασιαστές κυμαίνονται μεταξύ 0,5 και 1, ανάλογα με τον βαθμό «ανοίγματος» της οικονομίας καθεμιάς απ' αυτές τις χώρες, η αρνητική διάχυση των επιδράσεων μπορεί να προσθέσει 1,5-2,5 μονάδες στ'ααρνητικά υφεσιακά αποτελέσματα.

Αποτυχία της συντονισμένης πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης

Εντυπωσιακά, για την εικόνα της Ευρώπης μετά από μια τετραετία συντονισμένης λιτότητας με στόχο την ανταγωνιστικότητα για τη δημιουργία «νέου εξωστρεφούς μοντέλου», είναι τα συμπεράσματα στο κείμενο του Richard Wood στο Ecomonitor, «Ευρώπη: Η αποτυχία της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης». Κάνοντας χρήση των στοιχείων της μελέτης Ιουνίου 2013 του ΟΟΣΑ «Early Estimates of Quarterly Unit Labour Costs», δείχνει ότι το μοναδιαίο κόστος εργασίας μεταξύ 2009-2013 σε Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία έπεσε ραγδαία, ενώ προβλέπεται, μέσω συνέχισης της καθοδικής του πορείας, το 2014 να έχει επιστρέψει στα επίπεδα του 1999. Το 2014, όμως, στη Γερμανία θα είναι 10% χαμηλότερο απ' ό,τι ήταν το 1999. Άρα η μισθολογική «προσαρμογή» έχει ακόμα πολύ δρόμο «προς τα κάτω»...

Διαπιστώνει, επίσης, κάνοντας χρήση των προβλέψεων του ΔΝΤ, ότι -αντίθετα με τη βασική υπόθεση της θεωρίας της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης- τα επίπεδα τιμών δεν προσαρμόζονται σύμφωνα με τις προδιαγραφές στην πτώση των μισθών, με αποτέλεσμα κατά τη χρόνια εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας η σχέση μισθών/τιμών να έχει χειροτερέψει. Μπορεί να μειώνεται ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη, αλλά μεταξύ 1999-2014 οι τιμές καταναλωτή στις περισσότερες χώρες της ΕΕ θα έχουν αυξηθεί σωρευτικά μεταξύ 11,2% (Ισπανία) και 19,1% (Εσθονία). Στη Γερμανία, όμως, οι τιμές θα έχουν αυξηθεί σωρευτικά μόνο 9,5%. Κι επειδή οι ονομαστικοί μισθοί θα έχουν πέσει περισσότερο απ' τις τιμές, μεταξύ 2009-2014 στον Νότο -ως πολιτική έννοια- θα έχουν πέσει όχι μόνο οι ονομαστικοί, αλλά και οι πραγματικοί μισθοί (οι υπολογισμοί προέρχονται από τη μελέτη του 2013 του Ronald Janssen, "Real wages in the Eurozone: Not a Double, but a Continuing Dip"): -2% στην Ιταλία, -4% στην Ιρλανδία, -6% στην Πορτογαλία, -7% στην Ισπανία. Φυσικά, πρωταθλητής αναδεικνύεται η Ελλάδα, με 22% μείωση πραγματικών και 50% μείωση ονομαστικών μισθών μεταξύ 2009-2014.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κατά την πιθανή, αλλά εύθραυστη ανάκαμψη της Ευρωζώνης κατά το 2014, η Γερμανία θα παραμείνει αλώβητη. Παρά τον αναπροσανατολισμό των εξαγωγών της εκτός Ευρώπης, κυρίως προς Κίνα και BRICS, το 69% των εξαγωγών της παραμένει προς χώρες της Ευρώπης, το 57% προς κράτη της Ευρωζώνης. Το 2012 η Γερμανία είχε συνολικό έλλειμμα 27 δισ. από τις εμπορικοοικονομικές της σχέσεις με Ρωσία, Λιβύη και Νορβηγία (εισαγωγές ενέργειας) και εμπορικό έλλειμμα συνολικά 16,4 δισ. στις σχέσεις της με Κίνα και Ιαπωνία. Αντίθετα, είχε πλεόνασμα 54,6 δισ. από τις σχέσεις της με χώρες της Ευρωζώνης, κυρίως με Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Κύπρο και Ιρλανδία, εξάγοντας σε αυτές -και όχι μόνο- ελλείμματα. Τα συνεχιζόμενα προβλήματα με την Ευρωζώνη, από κοινού με τις ακριβές τιμές ενέργειας και τις αυξανόμενες πιέσεις στις αναδυόμενες αγορές, λογικά θα επηρεάσουν και τις γερμανικές προοπτικές.

Η εξασθένιση της ανάκαμψης (εξαίρεση η Γερμανία) τον Νοέμβριο του 2013, με τη Γαλλία να ξεπροβάλλει ως νέος «ασθενής» και με ισχυρή πιθανότητα υποχώρησης ξανά του ΑΕΠ της Ευρωζώνης στο τέταρτο τρίμηνο 2013, τροφοδοτούν εκτιμήσεις αναλυτών, π.χ. της Markit, που κατεβάζουν την ανάκαμψη του ΑΕΠ της Ευρωζώνης σε 0,2%.

Σε τέτοιο διεθνές πλαίσιο, η πρόβλεψη για οριακή ανάπτυξη της Ελλάδας (2010-2014: «μέτρα» -62,5 δισ. σωρευτικά), στηριγμένη σε αύξηση των άμεσων επενδύσεων και των εξαγωγών, κινείται μάλλον στον χώρο του «μυστηρίου».

Με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.