Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το αερικό της αυλαίας

Δεν υπάρχει πιο θνησιγενής, πιο στιγμιαία μορφή τέχνης, από την τέχνη της υποκριτικής. Εξαφανίζεται τη στιγμή που γεννιέται πάνω στο σανίδι. Με το τέλος της παράστασης υπάρχει το τυπωμένο έργο, το σκηνικό, τα κοστούμια δεν υπάρχει όμως η υποκριτική...

Του Πάνου Σκουρολιάκου*

Δεν υπάρχει πιο θνησιγενής, πιο στιγμιαία μορφή τέχνης, από την τέχνη της υποκριτικής. Εξαφανίζεται τη στιγμή που γεννιέται πάνω στο σανίδι. Με το τέλος της παράστασης υπάρχει το τυπωμένο έργο, το σκηνικό, τα κοστούμια δεν υπάρχει όμως η υποκριτική που συνδέει και ζωντανεύει όλα τα επιμέρους στοιχεία της.

Ένα αερικό είναι η τέχνη του θεατρίνου που χάνεται με το κλείσιμο της αυλαίας. Κι αυτό οι ηθοποιοί το ξέρουν πολύ καλά. Αναλλοίωτη παραμένει η υποκριτική τους κατάθεση στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Εκεί όπου το μέσον «κλειδώνει» τη στιγμή και τη διασώζει ες αεί ίδια και απαράλλακτη! Ίσως γι' αυτό οι θεατρίνοι θεωρούν ως μέγιστη επιβράβευση την επιτυχία τους στο θέατρο. Εκεί όπου ο ηθοποιός με το κοινό βρίσκονται στην πιο ζωντανή, ελεύθερη και δημιουργική σχέση.

Μικρογραφία ζωής ο βίος στο σανίδι. Από την προετοιμασία στη σχολή θεάτρου, στην πρώτη παρουσία, τη σταδιακή συνειδητοποίηση του υπέροχου κόσμου της πρόβας, της σκηνής, του παρασκηνίου, της πρεμιέρας, την αποτυχία, την επιτυχία. Περνώντας τα χρόνια και μένοντας κανείς στον κόσμο του θεάτρου, κρατά ελάχιστα χειροπιαστά. Φωτογραφίες, αποκόμματα κριτικών, κάποια «φροντιστηριακά» ρόλων (ένα ψεύτικο μουστάκι, ένα δαχτυλίδι, ένα σκουφί...). Τον πλούτο, τον κουβαλά μέσα του.

Οι αναμνήσεις του σανιδιού είναι παντοδύναμες. Γνωστή και η τέχνη των θεατρίνων να τις αφηγούνται. Αγαπημένη υποχρέωση πάρα πολλών ηθοποιών, που βαδίζουν προς την ολοκλήρωση της διακονίας τους στη σκηνή, είναι και η συγγραφή των απομνημονευμάτων τους. Μπορεί εκεί να ξεκλειδώσει κανείς μυστικά που ούτε η επίσημη ιστορία του θεάτρου καταγράφει ούτε οι δημοσιογράφοι αλίευσαν στα ρεπορτάζ τους.

Ο Κώστας Ρηγόπουλος «έφυγε» τον Γενάρη του 2001. Το 1985 όμως αφηγήθηκε τη μέχρι τότε ζωή του σε μια σειρά ηχητικές κασέτες. Αυτό το υλικό ανακάλυψε η επίσης ηθοποιός κόρη του Ζωή Ρηγοπούλου και το έκανε βιβλίο. Τίτλος του: «Το παραμύθι της ζωής μου» (εκδόσεις Γκοβόστη).

Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, βρέθηκε από τα πρώτα του βήματα κοντά σε σπουδαίους θεατρίνους. Δημήτρης Χορν, κ. Κατερίνα, Γιώργος Παπάς. Δεν ήταν περίπατος η είσοδος και η παραμονή του στη συντεχνία του θεάτρου. Πέρασε πολλές σεζόν στα τότε μικρά συνοικιακά θεατράκια των Αθηνών που άλλαζαν έργο κάθε βράδυ! Σχολείο για έναν νέο ηθοποιό. Η μετέπειτα καριέρα του είναι συνδεδεμένη με αυτήν της συντρόφου της ζωής του Κάκιας Αναλυτή. Μιας σπουδαίας πρωταγωνίστριας του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Έχει ενδιαφέρον αυτό το βιβλίο. Όχι μόνον γιατί αφηγείται την ιστορία της προσωπικής και της θεατρικής ζωής ενός πρωταγωνιστή, αλλά γιατί ανακαλύπτει εκεί κανείς τον αγώνα επιβίωσης μέσα σε ένα σύστημα με αυστηρές αρχές, πάτρωνες, διαμορφωτές καριέρας και χειραγωγούς της γνώμης του κοινού για έργα, παραστάσεις και ηθοποιούς.

Το ζεύγος Αναλυτή - Ρηγόπουλου τις δεκαετίες 1960-2000 ταυτίστηκε με το λεγόμενο «ελαφρό» θέατρο. Ανώδυνα μπουλβαράκια, κωμωδίες ευπρεπείς και παραστάσεις κομψές και φροντισμένες για ένα αστικό και μικροαστικό κοινό. Ανακαλύπτεις μέσα από την από καρδιάς εξομολόγηση του αφηγητή - συγγραφέα το πώς οδηγήθηκαν εξ ανάγκης σε αυτό το είδος. Και έχει αξία να τους έχεις δει στο θέατρο, όπου διαπίστωνες ότι υπηρετούσαν αυτά τα «λιανά» εργάκια με περίσσευμα ταλέντου, ψυχής και σοβαρότητας. Πως πάσχιζαν με την Κάκια να βγάλουν ό,τι θετικό και ακριβό υπήρχε στα κείμενα που υπηρετούσαν.

Τρανό παράδειγμα η μεγάλη τους επιτυχία «Αγάπη μου Ουάουα» του Φρανσουά Καμπό που παιζόταν επί έξι συνεχή χρόνια, συμπληρώνοντας δυόμισι χιλιάδες παραστάσεις. Αναφέρει πως, όταν ήρθε από τη Γαλλία ο συγγραφέας να δει την παράσταση, είχε την αίσθηση ότι το έργο ήταν κάποιου άλλου. Χρειάστηκε να το δει επί πέντε συνεχή βράδια για να καταλάβει ότι το θιασαρχικό ζεύγος και η ελληνική παράσταση είχαν μια πνευματικότητα που ούτε και ο ίδιος είχε φανταστεί. Ταπεινά έλεγε πως αυτός είχε γράψει μια απλή φαρσούλα. Η παράσταση της Αθήνας όμως είχε φτάσει σε ένα σπουδαίο αποτέλεσμα από ένα τελείως διαφορετικό κανάλι.

Το ζεύγος Αναλυτή - Ρηγόπουλου ανέβασε και έργα άλλης κατεύθυνσης. Το «Λεωφορείον ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς, «Το αυτί του Αλέξανδρου» του Κώστα Μουρσελά, αλλά δυστυχώς το κοινό τους δεν τους ακολούθησε. Αλλιώς τους ήθελε...

Η αφήγηση σταματά στα 1985. Είχε κι άλλα να πει. Γιατί αργότερα τον «ανακάλυψαν» πολλοί από αυτούς που τον αγνόησαν στο παρελθόν. Και έκανε σπουδαίους ρόλους και στο «Εθνικό Θέατρο» και σε πολλές άλλες αθηναϊκές σκηνές. Κάθε ρόλος του γινόταν πια θεατρικό γεγονός!

Έφυγε γρήγορα και απότομα. Εκείνη την εποχή που του πήραν το θέατρό του. Το θέατρο «Αναλυτή». Δύο χρόνια μετά τον ακολούθησε και η Κάκια.

Σε αυτό το βιβλίο, το προσωπικό με το κοινωνικό, η ατομική πορεία και το ποτάμι του θεάτρου, ο πυρετός της πρόβας και της παράστασης, ο φόβος της αποτυχίας και το βάλσαμο της επιτυχίας παρουσιάζονται καλόκαρδα μέσα από έναν λόγο προσωπικό, γλυκόπιοτο και τρυφερό μαζί.

Είναι η κατάθεση ψυχής ενός θεατρίνου που διαβάζοντάς τη κανείς θα ζωντανέψει ξανά στη μνήμη του την υπέροχη παρουσία του για όσους τον είχαν απολαύσει, αλλά θα μάθει και πολλά σε όσους και όσες από τη νεότερη γενιά δεν είχαν την τύχη να τον δουν στο θέατρο.

Αντί επιλόγου, παραθέτω τους δύο τελευταίους στίχους από ένα νεανικό του ποίημα:

Αχ, τι σκαλίζω την καρδιά

αφού το ξέρω τα παλιά

μου φέρνουνε μεράκι

 

Είν' όμως που χω ακεφιά και

μες στα στήθια μου βαθιά

με τρώει το σαράκι.

 

Δείτε όλα τα σχόλια