ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΕΪΜΑΡΟΓΛΟΥ: «Η πραγματικότητα είναι εντέλει κάτι πολύ προσωπικό...»

Η Δέσποινα Μεϊμάρογλου είναι κυριολεκτικά μια δημιουργός και πολίτιδα του κόσμου: Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια απ' όπου η οικογένεια της αναγκάστηκε να φύγει μαζί με τους υπολοίπους Αιγυπτιώτες Έλληνες μετά το τέλος της βρετανικής επικυριαρχίας στην αφρικανική χώρα, σπούδασε ζωγραφική σε ένα φημισμένο κολέγιο Καλών Τεχνών στην Αγγλία, επέστρεψε στην Ελλάδα το '66 όπου για βιοποριστικούς λόγους εργάστηκε επί δέκα χρόνια ως γραφίστρια και στη συνέχεια art director σε διαφημιστική εταιρεία πριν μπορέσει επιτέλους να αφοσιωθεί στην εικαστική δημιουργία. Σήμερα, στα εξήντα εννέα της χρόνια, είναι πλέον διεθνώς αναγνωρισμένη με το – εννοιολογικό στην πλειοψηφία του - έργο της το οποίο εκτείνεται σε αρκετούς τομείς και χρησιμοποιεί εξίσου πολλά υλικά και μεθόδους να εστιάζει στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα και την προσωπική της φιλοσοφία να καθορίζεται, όπως λέι η ίδια, από τα δίπολα παρουσία/απώλεια και μνήμη/επανα-τοποθέτηση της Ιστορίας.

Αυτό τον καιρό, από τις 4 Νοεμβρίου μέχρι και τις 17 Ιανουαρίου της επόμενης χρονιάς, η Δέσποινα Μεϊμάρογλου συμμετέχει μαζί με άλλους τρεις εικαστικούς στο «War Zone Home» το οποίο πραγματοποιείται στο John Jay College του Πανεπιστημίου της νέας Υόρκης, μιαν έκθεση με θέμα το φαινόμενο της – ένοπλης ή μη – βίας εντός του αστικού περιβάλλοντος. Παράλληλα με αυτό όμως και συμμετέχοντας και εκείνη στο εφετινό Έτος Καβάφη παρουσιάζει για τρεις ημέρες, την Παρασκευή 13, το Σάββατο 14 και την Κυριακή 15 Δεκεμβρίου (από τις 16.00 μέχρι τις 23.00)  ένα προσωπικό της project  στο «Black Box» του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης. Οπως είναι προφανές και από τον τίτλο «Πάντα η Αλεξάνδρεια είναι» το project αυτό εστιάζει στην κοινή γενέθλια πόλη της εικαστικού και του ποιητή και αποτελείται από δύο βίντεο εγκαταστάσεις η πρώτη εκ των οποίων  έχει τον ίδιο τίτλο με τον γενικό και διάρκεια 6.45 λεπτά και η δεύτερη τιτλοφορείται «Συνάντηση/Encounter» και διαρκεί 4.10. Καθώς κάθε άλλο παρά είμαστε ειδικοί επί των εικαστικών θα περιοριστούμε να πούμε ότι με το συγκεκριμένο έργο της η Δέσποινα Μεϊμάρογλου εμπνέεται και κάνει θέμα της έναν ποιητή που έζησε σχεδόν έναν αιώνα πριν, το έργο του και γενικά μια παλαιότερη εποχή και τον τρόπο ζωής της αλλά χειρίζεται αυτό το υλικό καθόλου νοσταλγικά αλλά με ένα απόλυτα σύγχρονο μέσο και τελικά τρόπο για να μιλήσει για ένα κάθε άλλο παρά ευχάριστο παρόν και να στοχαστεί επάνω σε ένα ακόμα πιο δυσοίωνο μέλλον. Χρειάζεται μήπως κάτι περισσότερο για να καταξιωθεί ένας/μία δημιουργός ως απολύτως επίκαιρος/η, ίσως ακόμα και εν δυνάμει διαχρονικός/ή;

Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα

 

Πέραν από το γεγονός της κοινής καταγωγής (όπως είναι προφανές και από την πρώτη εγκατάσταση σας στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη) τί άλλο σας συνδέει με το έργο αλλά ίσως και με την ζωή του Κωνσταντίνου Καβάφη;

Το γεγονός ότι προέρχομαι από μία Αλεξανδρινή οικογένεια αλλά και οι μνήμες που έχω για τον ποιητή από άτομα που τον έζησαν όπως ο Τίμος Μαλάνος ο οποίος, εκτός από το ότι ήταν στενός φίλος του πατέρα μου, μου μετέφερε πολλές μνήμες του και πληροφορίες για την πραγματικότητα της εποχής του Καβάφη, «από πρώτο χέρι» που λένε. Ο ποιητής ήταν ένα πρόσωπο που για να κρατήσει το έργο του υπεράνω του τέλματος της μετριότητας επέλεξε να το μεταφέρει στην περιοχή του μύθου τον οποίο – σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό –πάντα εμπεριέχει το παρελθόν,  στην συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή οι ελληνιστικοί χρόνοι. «Το παρόν δεν με εμπνέει», είχε πει στον Τίμο. Μαλάνο...

Το ότι σπουδάσατε στην Αγγλία όπως και εκείνος πιστεύετε ότι σας φέρνει πιο κοντά στον ποιητή και ίσως δίνει στο έργο σας μια οπτική και αντίληψη ανάλογη με αυτές που διαπνέουν το δικό του, έστω και αν οι χώροι σας είναι εντελώς διαφορετικοί;

Αυτή είναι μια πολύ εύστοχη παρατήρηση...Κατά τα τέσσερα χρόνια των σπουδών μου στο Maidstone College Of Art στο Kent της  - όπου μεταξύ άλλων δίδασκαν οι D. Hokney και Br. Wildsmith - είχα την τύχη να συναναστρέφομαι αποκλειστικά με Άγγλους, ήμουν η μοναδική φοιτήτρια από άλλη χώρα. Αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κατανόηση μου της βρετανικής νοοτροπίας και έτσι αναγνωρίζω στον ποιητή αυτό για το οποίο οι Άγγλοι μεταχειρίζονται, όχι τυχαία, τον όρο Britishness.  

Τί σας έκανε να επιλέξετε για την συγκεκριμένη δουλειά μια οπτικοακουστική εγκατάσταση; Προσωπικά βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την αντίθεση της τόσο σύγχρονης φύσης του συγκεκριμένου έργου σας και την ηλεκτρονική του προέλευση/βάση με την ηθελημένη «αρχαϊκή» θεματολογία, σε ένα βαθμό και γλώσσα, του Καβάφη και αναρωτιέμαι για τους λόγους της, αν βέβαια είναι όντως αντίθεση...

Η επιλογή της οπτικοακουστικής προσέγγισης στο συγκεκριμένο έργο οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους: Πρώτον λόγω της μανίας μου να παρακολουθώ συνεχώς τις διεθνείς εξελίξεις στα ΜΜΕ και, κατά κάποιο τρόπο, να τις καταγράφω «κλέβοντας» στιγμιότυπα από την οθόνη της τηλεόρασης στα οποία ήδη έχω ζουμάρει σε μια μικρή λεπτομέρεια ώστε στην τελική επεξεργασία να επιλέξω εγώ ποια είναι η «αλήθεια» της είδησης που μεταδίδεται σε απευθείας μετάδοση. Κάνω δηλαδή αυτό που κάνει και η τηλεόραση όταν επιλέγει τα πλάνα, εστιάζοντας και μεγεθύνοντας ένα σημείο δίνω μέσα από τα έργα μου τη δική μου εκδοχή της πραγματικότητας γιατί η πραγματικότητα είναι εντέλει κάτι πολύ προσωπικό. Επιπλέον εδώ και χρόνια κόβω άρθρα και εικόνες από εφημερίδες που για κάποιο λόγο μου τραβούν την προσοχή και στη συνέχεια τα ταξινομώ σε φακέλους ώστε κάποια στιγμή, μετά από χρόνια, όταν τα μεταχειριστώ σ' ένα έργο μου αποκτούν άλλο νόημα. Ίσως αυτό να οφείλεται και στην ενασχόλησή μου επί δέκα χρόνια με τον χώρο της διαφήμισης...

Δεύτερον γιατί η κινούμενη εικόνα έχει κάτι ονειρικό που σε μεταφέρει σ' έναν άλλο κόσμο. Παιδί, θυμάμαι, τα μεσημέρια που με βάζανε για ύπνο, καθώς παρατηρούσα το φιλτραρισμένο από τις βαριές κουρτίνες φως που αντανακλούσε πάνω στο ταβάνι σκηνές των δρόμων της Αλεξάνδρειας, ξανάβλεπα πριν κοιμηθώ όλους αυτούς που λίγο πριν ανοίγανε βαλίτσες, καταπίνανε σπαθιά και έβγαζαν μέσα από περίεργα κουτιά αντικείμενα που δεν ήταν πραγματικά…Η δουλειά μου έχει ένα έντονο κοινωνικοπολιτικό στοιχείο εστιασμένο κυρίως στη βία, πάντα όμως λέω ότι αυτό που κάνω είναι να αφηγούμαι ιστορίες που έχουν κάτι το φευγαλέο, το άπιαστο και το οποίο σε μεταφέρει σε μια άλλη πραγματικότητα, σαν σε κινηματογραφική ταινία.

Η ιστορία που αφηγούμαι εδώ έχει να κάνει με τον ποιητή και την πραγματικότητα του καιρού του, φτάνει όμως ως το σήμερα. Για αυτό και στην κεντρική προβολή – που ξεκινάει από το πάτωμα και έχει δύο μέτρα ύψος και δύο μέτρα και εξήντα οκτώ εκατοστά πλάτος – με οδηγό τους στίχους του Καβάφη, που είναι σαν να προλέγουν όσα συμβαίνουν σήμερα, η ιστορία της Αλεξάνδρειας πηγαινοέρχεται στον χρόνο, από τα νεανικά χρόνια του Καβάφη ως τις πρόσφατες βίαιες συγκρούσεις μετά την ανατροπή του προέδρου Μόρσι. Ο Καβάφης, επιγραμματικός και προφητικός όπως πάντα, γράφει σ' ένα από τα «κρυμμένα ποιήματα» του με τίτλο Φυγάδες: «Πάντα η Αλεξάνδρεια είναι. Λίγο να βαδίσεις στην ίσια της οδό που στο Ιπποδρόμιο παύει, θα δεις παλάτια και μνημεία που θ' απορήσεις. Όσο κι αν έπαθεν απ' τους πολέμους βλάβη, όσο κι αν μίκραινε, πάντα θαυμάσια χώρα…». Γι΄ αυτό και στο δεύτερο βίντεο της έκθεσης με τίτλο «Συνάντηση/Encounter», μέσα από τα λόγια και τα μάτια των γονιών μου, η Αλεξάνδρεια ξαναγεννιέται, αναβιώνοντας τις «θερμοκρασίες» της πόλης του Καφάβη αλλά και της δικής μου νεότητας ως τον οριστικό «αποχαιρετισμό» των Ελλήνων σε αυτό τον «μαγικό» τόπο...

Ο τρόπος που λειτουργούν αισθητικά αλλά και το πως επιδρούν στην κοινωνική – ή μήπως και στην προσωπική; - ζωή τα media σας έχει απασχολήσει πολύ, τόσο ως φιλοσοφία όσο και σαν θεματολογία. Τι θα είχατε να πείτε λοιπόν, τόσον από πλευράς πολιτικής όσο και αισθητικής, για την γνωστή καμπάνια που γέμισε τα ΜΜΜ και δημόσιους χώρους της Αθήνας με αποσπάσματα στίχων του Καβάφη; Την κρίνετε επιτυχημένη ή μη ως διαφημιστική ενέργεια και, αντίστοιχα, θετική ή αρνητική για το κοινωνικό σύνολο, αν φυσικά όντως λειτούργησε με οποιοδήποτε τρόπο έτσι;

Κατ΄ αρχήν δίνω μεγάλη σημασία στην επίδραση που έχουν τα media στη ζωή όλων μας, από φοιτήτρια ακόμα στην Αγγλία περνούσα μεγάλο μέρος της ημέρας στο τμήμα τυπογραφίας. Πιστεύω πολύ στη δύναμη των λέξεων, στον τρόπο που διατυπώνονται προφορικά και οπτικά. Πολύ συχνά στα έργα μου μεταχειρίζομαι λέξεις ως εικόνες, ακόμα και το είδος της γραμματοσειράς και το μέγεθός της εκφράζει τα συναισθήματα που προσπαθούμε να μεταδώσουμε. Μια ακονισμένη ευαισθησία τα νιώθει όλα αυτά...Φτάνει να μην ξεφεύγουμε από τους κανόνες που ουσιαστικά τέθηκαν στις αρχές του περασμένου αιώνα από τους κονστρουκτιβιστές, όλους αυτούς τους καλλιτέχνες της πρωτοπορίας που προπαγάνδισαν την επανάσταση, φιλοτεχνώντας αφίσες, σκηνοθετώντας γιορτές, και σχεδιάζοντας εξέδρες. Αυτοί δημιούργησαν μια νέα γλώσσα στην τυπογραφία που ως σήμερα μετράει πολύ γιατί ήξεραν ακριβώς πως να μεταχειριστούν τη λέξη οπτικά για να μεταδώσουν το μήνυμα. Όσο για όλη αυτή την καμπάνια την βρήκα εντελώς άκαιρη και εκτός θέματος. Γιατί αυτό που προσλαμβάνει ο θεατής είναι η εικόνα η οποία δεν αντιστοιχεί ούτε στην ποίηση ούτε στο πνεύμα του Καφάβη...

Ποια είναι τελικά η σημασία και η αξία της ποίησης του Καβάφη για την σημερινή Ελλάδα, όχι μόνο ως προς την προσωπική αλλά και την κοινωνική, ακόμα και την πολιτική ίσως έκφανση του;

Ο Καβάφης έκλεισε στην ποίησή του κάτι καθολικότερο από την ατομική του περίπτωση, την ατμόσφαιρα της παρακμής, δίνοντας όμως στο αλεξανδρινό στοιχείο μια οικουμενική διάσταση. Γι' αυτό και είναι ποιητής ισάξιος με τον Ρίλκε, τον Μαγιακόβσκι, τον Πάουντ, τον Έλιοτ και τον Λόρκα!

Το έργο σας στο τελευταίο Φεστιβάλ Βαβέλ είχε τον τίτλο Ντροπή και όπως έχετε πει πηγή έμπνευσης του ήταν η καθημερινότητα της ζωής στην σημερινή Αθήνα. Πέραν από συναισθηματικές διασυνδέσεις θα μπορούσατε να είχατε εμπνευστεί ένα ανάλογο έργο και από την Αλεξάνδρεια, είτε εκείνη στην οποία μεγαλώσατε είτε την σημερινή; Και τέλος, έστω και αν πρέπει να υποθέστε αρκετά αυθαίρετα, πιστεύετε ότι και ο Καβάφης, αν ζούσε για λίγο στην Αθήνα του '13, θα μπορούσε να έγραφε ένα ποίημα με τίτλο Ντροπή; Αν ναι, ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι λόγοι που θα τον έκαναν να αναφωνήσει διαμέσου του έργου του κάτι τέτοιο;

Επειδή εγώ δεν είμαι τόσο καλή με τις λέξεις εκφράζω τα συναισθήματά μου κυρίως με εικόνες. Στην εγκατάσταση  «Πάντα η Αλεξάνδρεια είναι...» υπάρχει μια εικόνα που επανέρχεται ξανά και ξανά στο βίντεο, ένα ξεβρασμένο πλοίο που χτυπιέται ακατάπαυστα από τα κύματα πάνω στα βράχια της Κορνίς και κοντεύει να βυθιστεί αλλά ξαναβγαίνει στην  επιφάνεια…Για εμένα αντιπροσωπεύει αυτά που συμβαίνουν στη σημερινή  Ελλάδα αλλά και στην Αλεξάνδρεια μετά τα τελευταία γεγονότα όμως ταυτόχρονα κρύβει και μια ελπίδα! «Αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορίαν», έλεγε ο Καβάφης. Και όπως έγραψε το «Τα Τείχη» τα οποία τον αφήνουν έξω, καθορίζοντας το χαρακτήρα της εποχής του και όντας ερμητικός, αινιγματικός και είρωνας όπως ήταν πάντα, βεβαίως και θα μπορούσε να γράψει ένα ποίημα που να καθρεφτίζει την ίδια τη ζωή στην  Αθήνα του ΄13!


Ένα από τα πλέον «σκοτεινά» και ειρωνικά του, θα τολμούσαμε να υποθέσουμε με την σειρά μας εμείς...

Με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.