Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δομές του λόγου

Διασκευάζοντας ελαφρά, σκηνοθετώντας γυμνά και κάθετα, ως μορφή του ανεπανάληπτου συμβάντος, τον τραγικό μονόλογο της Κέην, ο Τάσος Σαγρής τον επανατοποθέτησε στη σωστή του αμλετική βάση:

«Η υπόσχεση του διαφωτισμού δεν τηρήθηκε. Οι βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τα θέατρα, τα πανεπιστήμια, μπορούν μια χαρά να ευδοκιμούν στη σκιά των στρατοπέδων συγκέντρωσης». Τζωρτζ Στάινερ.

«Η Σάρα Κέην πέθανε τραγικά. Ήταν τόσο μεγάλος και τόσο βαθύς ο τρόμος του κόσμου. Δεν τον άντεξε. Ήταν γυμνή. Απροστάτευτη. Γυμνά είναι και τα έργα της. Τρομαγμένα. Τρομερά». Χάρολντ Πίντερ.

«Έγραφα πάντα για να ξεφύγω από την Κόλαση. Όχι πως έπιασε ποτέ το κόλπο. Κι όμως, στην άλλη άκρη αυτής της ιστορίας, όταν κάθεσαι και σκέφτεσαι: αυτό εκφράζει τέλεια την Κόλαση που έζησα -τότε μάλλον άξιζε τον κόπο». Σάρα Κέην.

*

Τι είναι πραγματικά το τραγικό στοιχείο, μια έννοια πολλαπλά κακοποιημένη; Θα προσφύγω για λίγο στα διδάγματα της ψυχιατρικής. Κλασική θέση, μετά τον Φρόυντ, είναι ότι η σχιζοφρένεια διαθέτει μια ασυνείδητη, ασύντακτη, άτυπη δομή, χωρίς διέξοδο στον συντεταγμένο λόγο. Μήπως, όμως, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει και το αντίθετο; Μήπως το φαντασιακό παραλήρημα διαθέτει κάποτε μια ασυνείδητη, άτυπη δομή απολύτως συντεταγμένη, αλλά χωρίς διέξοδο στο παράλογο στοιχείο του πραγματικού κόσμου; Το παραλήρημα του Άμλετ είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, για να επιστρέψουμε στον χώρο της λογοτεχνίας. Είναι το μείζον πρόβλημα του διαφωτισμένου ανθρώπου της Αναγέννησης.

Διέξοδος είναι το τραγικό αίσθημα του βίου. Η αίσθηση του τραγικώς ζην ή το βίωμα του θανάτου μέσα στο όνειρο και στην τέχνη. Η τραγική αναγνώριση του Άλλου, που συντελείται στην Τραγωδία και μπορεί να λειτουργήσει ακόμα σήμερα σωτήρια στον λεγόμενο αιώνα της λογικής: με την τραγική μίμηση πράξεως.

Η Δύση επικεντρώθηκε σε κάτι άλλο, στη μίμηση τραγικής πράξης. Το πρώτο είναι αυτογενής μίμηση χωρίς προηγούμενο πρότυπο. Το δεύτερο είναι συνακόλουθη μίμηση με δεδομένα πρότυπα. Στο πρώτο πνέει ένας έρωτας δημιουργίας: η επιθυμία γεννά την ανάγκη. Στο δεύτερο ένας έρωτας μιμητικός: η ανάγκη παράγει την επιθυμία. Επιθυμώ ό,τι κάποιος άλλος επιθύμησε πριν από εμένα.

Η διαφορά είναι κολοσσιαία και ποιοτική. Η Τραγωδία, σύμφωνα με το δεύτερο, φύεται στον χώρο της ανάγκης. Σύμφωνα με το πρώτο, υπάρχει στον χώρο της ελευθερίας. Μάλιστα, μιας ελευθερίας όχι από ανάγκη, αλλά από ελευθερία. Μόνο αν το καταλάβουμε αυτό θα λυτρωθούμε από τον φόβο, τα δεσμά της φόρμας, τη νομικίστικη τυπολατρεία. Να γίνουμε, όπως γράφει ο Παύλος στην επιστολή του προς τους Ρωμαίους, τους ιδρυτές του νομικού συστήματος της ανθρωπότητας, «ουχ οι ακροαταί αλλ' οι ποιηταί του Νόμου». Για να γίνουμε καλύτεροι επαναστάτες, υποσημειώνω.

Αυτό είναι το δίδαγμα της Τραγωδίας που έγραψε με τη σύντομη ζωή της η Σάρα Κέην. Μια ενσώματη Τραγωδία που παίζεται άπαξ, κατακορύφως και δεν μπορεί να επαναληφθεί. Επειδή είναι συμβάν και όχι συμβεβηκός.

Τα πιο πάνω δεν αποτελούν συνηγορία της αυτοκτονίας, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Η Σάρα Κέην υπήρξε, πράγματι, ένα προικισμένο, χαρισματικό, γνήσιο παιδί του αιώνα της. Ένας θηλυκός, απελπισμένος Άμλετ, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στο τέλος του έργου, στα τελευταία του λόγια, καταφάσκει την τραγική ζωή και τη δημιουργία.

Διασκευάζοντας ελαφρά, σκηνοθετώντας γυμνά και κάθετα, ως μορφή του ανεπανάληπτου συμβάντος, τον τραγικό μονόλογο της Κέην, ο Τάσος Σαγρής τον επανατοποθέτησε στη σωστή του αμλετική βάση: τον είδε ως μια παραληρηματική δομή συντεταγμένου λόγου, χωρίς διέξοδο στο παράλογο στοιχείο του αληθινού κόσμου. Ως μια ποντικοπαγίδα. Το αποτέλεσμα ήταν, όντως, εντυπωσιακό.

Με τη λιτή σκηνογραφία (Kenny Mac Lellan), τους υποβλητικούς φωτισμούς (Γιώργος Παπανδρικόπουλος), τα λειτουργικά βίντεο (΄Αλκηστις Καφετζή), τη μουσική (Biomass, The cure, Joy Division, Lana de Ray). Με πυρήνα την τρομερά δουλεμένη, ακονισμένη υποκριτική δουλειά της νέας αλλά ώριμης ηθοποιού Σίσσυ Δουτσίου: εσωτερική, χωρίς να προσφεύγει στα εξωτερικά γνωρίσματα της «ψυχασθένειας», ωστόσο λάμπουσα και πλήρης... Παραστέκουν ως μοίρες βουβές και ως άτυπος χορός οι: Θανάσης Φατούρος, Δημήτρης Σακελλαρίου, Λυδία Ξουράφη. Μια παράσταση που απευθύνεται ισοδύναμα στο συναίσθημα και στο μυαλό.

Δείτε όλα τα σχόλια