Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Eλλάδα - Ισραήλ: Τι περιλαμβάνει η "συνεργασία";

Η επίσκεψη Σαμαρά στο Ισραήλ, συνέχεια και επιστέγασμα της προνομιακής σχέσης την οποία εγκαινίασε ο Γ. Παπανδρέου, έχει δημιουργήσει εύλογα ερωτήματα για τον χαρακτήρα, την ένταση, το βάθος και τους στόχους της και τι αυτή θα συνεπιφέρει. Απευθυνθήκαμε σε τρεις γνώστες του θέματος

Ρεπορτάζ: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΙΑΜΑΛΗ

Η επίσκεψη Σαμαρά στο Ισραήλ, συνέχεια και επιστέγασμα της προνομιακής σχέσης την οποία εγκαινίασε ο Γ. Παπανδρέου, έχει δημιουργήσει εύλογα ερωτήματα για τον χαρακτήρα, την ένταση, το βάθος και τους στόχους της και τι αυτή θα συνεπιφέρει. Απευθυνθήκαμε σε τρεις γνώστες του θέματος και της περιοχής: τον Ιωάννη Θ. Μάζη, καθηγητή Οικονομικής Γεωγραφίας - Γεωπολιτικής του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, τον Αλέξανδρο Κούτση, ομότιμο καθηγητή Μεσανατολικών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και τον Γεώργιο Φίλη, διδάκτωρα Γεωπολιτικής, κύριο αναλυτή του Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας, και τους θέσαμε τα εξής ερωτήματα:

Ποια είναι η κυρίαρχη σκοπιά από την οποία το Ισραήλ βλέπει το θέμα της συνεργασίας με την Ελλάδα και αν το βάρος πέφτει στα οικονομικο-ενεργειακά ή στο γενικότερο ζήτημα ασφαλείας του Ισραήλ. Κατά πόσο μπορεί να υπάρξει στενή οικονομική συνεργασία με το Ισραήλ χωρίς ταυτόχρονα να εντάσσεται η Ελλάδα σε έναν αντίστοιχο πολιτικό άξονα.

Αλ. Κούτσης: Κυρίαρχο το ενεργειακό

Ο Αλέξανδρος Κούτσης θεωρεί πως "κύριος σκοπός είναι ένα πλαίσιο συνεργασίας σε ό,τι αφορά το ενεργειακό. Ενδεχομένως να υπάρχει και ενδιαφέρον για τις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά το κυρίαρχο είναι η ενέργεια. Η προσπάθεια δημιουργίας ενός υποθαλάσσιου αγωγού που θα συνδέει τα κοιτάσματα της ανατολικής Μεσογείου με την αγορά της Ευρώπης και μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα κάνει την Ελλάδα γέφυρα των κοιτασμάτων αυτών και των αναγκών της Ευρώπης, έτσι ώστε να ανεξαρτητοποιηθεί κατά κάποιον τρόπο από τη Ρωσία".

Ο καθηγητής εκτιμά πως η στρατιωτική συνεργασία μπαίνει σε δεύτερο πλάνο και αφορά στην "εκπαίδευση στελεχών των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Ισραήλ, κοινές ασκήσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και βέβαια την επιθυμία να απομακρύνουν οι Έλληνες την Τουρκία από μια συνεργασία με το Ισραήλ, όπως αυτή που είχαν στο παρελθόν, έτσι ώστε το εβραϊκό λόμπι στην Αμερική να στηρίζει τα ελληνικά και όχι τα τουρκικά συμφέροντα".

Ο ίδιος τονίζει πως η απομάκρυνση της Τουρκίας από το Ισραήλ μέσω της σύσφιξης των σχέσεων με την Ελλάδα έχει και "παγίδες", καθώς η ελληνο-ισραηλινή συνεργασία "έχει τα όριά της, με την έννοια ότι η Ελλάδα μαζί με την Τουρκία είναι μέλη του ΝΑΤΟ και, στην περίπτωση σύγκρουσης Ισραήλ - Τουρκίας, η Ελλάδα θα πρέπει είτε να μείνει αμέτοχη είτε να πάρει θέση υπέρ του ΝΑΤΟϊκού συμμάχου".

Για τον καθηγητή Κούτση, το ενδεχόμενο μιας αποκλειστικά οικονομικής συνεργασίας είναι εφικτό, "διότι ακόμη και η Αίγυπτος έχει οικονομική συνεργασία με το Ισραήλ. "Σε γενικές γραμμές τα αραβικά κράτη έχουν αποδεχθεί την ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ" σημειώνει και προσθέτει: "μένει να προσδιοριστούν ή να καθοριστούν τα σύνορα με την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους". "Επομένως, δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης συμφερόντων", καταλήγει και εκτιμά πως "καλό θα είναι να μην προσδεθούμε μονομερώς στον άξονα του Ισραήλ επιτρέποντας στην Τουρκία να το εκμεταλλευτεί για να επεκτείνει την επιρροή της στον αραβικό χώρο. Άλλωστε, απ' ό,τι παρατηρούμε τελευταίως, ακόμη και η Αμερική δεν είναι συνδεδεμένη μόνο με το Ισραήλ, αλλά επιχειρεί να αναπτύξει τις σχέσεις της με τον ευρύτερο αραβικό χώρο. Με την υπόθεση Ροχανί, ο Νετανιάχου έδειξε τη δυσφορία του και αξιωματούχος της αμερικανικής κυβερνήσεως είπε ότι το Ισραήλ δεν μπορεί να ασκεί βέτο στην πολιτική μας με το Ιράν, ενδεικτικό της πολιτικής που ακολουθούν οι ΗΠΑ".

Γ. Φίλης: "Στρατηγικό βάθος" για το Ισραήλ η Ελλάδα

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο διδάκτωρ γεωπολιτικής Γεώργιος Φίλης, ο οποίος εκτιμά πως "το Τελ Αβίβ αντιμετωπίζει το ζήτημα των εξωτερικών του σχέσεων με γεωστρατηγικά κριτήρια. Το επιτακτικό ζητούμενο ασφαλείας των Ισραηλινών είναι ένα: 'Η πρώτη μας ήττα θα είναι και η τελευταία'. Η χώρα αντιμετωπίζει έλλειψη αυτού που ονομάζουμε γεωγραφικό 'στρατηγικό βάθος', δηλαδή σε περίπτωση κρίσεως δεν έχει καμία πολυτέλεια να θυσιάσει 'έδαφος' για να ανασυντάξει τις δυνάμεις της ή να 'αγοράσει ειρήνη'".

Μετά την κατάρρευση της "τακτικής" και "όχι στρατηγικής", όπως λέει, συμμαχίας με την Τουρκία, "ο ελληνισμός (Ελλάδα - Κύπρος) για το Ισραήλ δεν αποτελεί παρά το 'στρατηγικό βάθος' και τη 'γραμμή επιβίωσης' (life-line) από την οποία συνδέεται με τη Δύση".

Ο Γ. Φίλης εκτιμά πως, "πέραν των σχέσεων με το Τελ Αβίβ, ο ελληνισμός μπορεί να λειτουργήσει ως ένας 'έντιμος διαμεσολαβητής' μεταξύ αυτού και των Αράβων, ρόλο ο οποίος μπορεί να του πιστωθεί για μία σειρά ιστορικών λόγων, αφού δεν έχουμε το αποικιοκρατικό παρελθόν των υπολοίπων εμπλεκομένων στην περιοχή".

Για την Τουρκία σχολιάζει πως "η αναθεωρητική της στάση σε οτιδήποτε έχει να κάνει με τις γειτονικές χώρες (δείτε με πόσες χώρες δεν διαθέτει πλέον διπλωματικές σχέσεις ή συντηρεί ένα πολύ άσχημο κλίμα - π.χ. Κύπρος, Αρμενία, Ισραήλ, Αίγυπτος, Ιράκ, Ιράν) έχει δημιουργήσει αντισυσπειρώσεις" και κρίνει πως "η Ελλάδα πρέπει να επιδιώκει τη συμμετοχή όλων των γεωπολιτικών δρώντων στις εξελίξεις, αλλά ο διαμορφούμενος 'άξονας' Ελλάδα - Κύπρος - Ισραήλ - Αίγυπτος μόνο άσχετος δεν είναι με τη νεοοθωμανική πολιτική του ΑΚΡ".

"Αυτή τη στιγμή το συμφέρον του ελληνισμού είναι διττό, η ανάσχεση του νεοοθωμανισμού και η οικονομική του ανάκαμψη μέσω της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων και επενδύσεων, αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο από τη σχέση μας με το Ισραήλ", καταλήγει ο αναλυτής Γ. Φίλης.

Ι. Μάζης: Πνεύμονας για το Ισραήλ η Ελλάδα

Ο καθηγητής Μάζης εκτιμά ότι "το Ισραήλ δεν αισθάνεται καμία ασφάλεια εις την περιοχή του υποσυστήματός του και έχει εθνικούς λόγους να την επιδιώκει μέσω διεθνών συνεργασιών και συμφωνιών συγκροτουσών προσφόρους προς τούτο δομές. Η Ελλάς, από γεωγραφικής απόψεως και σαφώς και από γεωπολιτικής τοιαύτης, αποτελεί τον μοναδικόν, προς στιγμήν, στρατηγικόν πνεύμονα του Ισραήλ και του προσφέρει το απαραίτητο για κάθε επικοινωνία του με το διεθνές περιβάλλον και για κάθε ζήτημα ασφαλείας του στρατηγικόν βάθος (strategic depth). Ένα θαλάσσιον στρατηγικό βάθος, το οποίον τυγχάνει να εμπεριέχει και τα τεράστια υποθαλάσσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων του Ισραήλ, της Κύπρου και εντός της Κρήτης".

Για το θέμα του "πολιτικού άξονα", ο Ι.Θ. Μάζης επισημαίνει ότι "η Ελλάς ανήκει εις το ΝΑΤΟϊκόν διεθνές συλλογικόν σύστημα ασφαλείας και ως εκ τούτου ανήκει εις αυτόν τον 'πολιτικόν άξονα'. Αν δεν επιθυμεί να ανήκει, μπορεί να αποχωρήσει. Μέχρις ότου όμως το πράξει, οφείλει να σταθμίζει με αυτή τη λογική το διεθνές γίγνεσθαι και τις επιρροές του στο γεωπολιτικόν της υποσύστημα της ΝΑ Μεσογείου. Οι ΗΠΑ δεν δύνανται να αγνοήσουν την διαρραγείσα πλέον τουρκο-ισραηλινή σχέση, ως έχουσες ως μόνιμον μέριμναν την ασφάλεια του κράτους του Ισραήλ. Άρα και των συμφερόντων του, που είναι και ιδικά των. Και της Ελλάδος και της Κύπρου, θα προσέθετα εδώ. Ας το αξιοποιήσομεν".

Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα ο καθηγητής Μάζης θεωρεί πως "πρέπει να αντιληφθούμε ότι η Ε.Ε. έχει τεράστιο ενδιαφέρον για την τροφοδοσία της με οικολογικόν και φθηνό καύσιμον, όπως το φυσικόν αέριο. Επίσης, και οι ΗΠΑ θεωρούν ευτυχή πραγματικότητα το ότι οι πηγές και η διαδρομή του φυσικού αυτού αερίου, του ανταγωνιστικού προς την ρωσικήν ηγεμονικήν παρουσία στον τομέα τροφοδοσίας της Ε.Ε., δεν εμπίπτουν στις σφαίρες ελέγχου και επιρροής της Μόσχας αλλά ούτε και στην σφαίρα επιρροής, πολλάκις εκβιαστική και ασταθή, των αραβομουσουλμανικών χωρών, οι οποίες, εκτός των άλλων, βρίσκονται σε μεταξύ των ανταγωνισμούς, θερμούς ή ψυχρούς".

 

Παραθέτουμε τα πλήρη κείμενα των τοποθετήσεων των κ, Μάζη και Φίλη

Ι. Θ. Μάζης

1) Πρέπει να αντιληφθούμε επιτέλους ημείς οι έλληνες, την θεμελιώδη αρχή των διεθνών σχέσεων ότι «εις την διεθνή πολιτικήν δεν υπάρχουν διαρκείς αντιπαλότητες ούτε και διαρκείς φιλίες. Υπάρχουν αποκλειστικώς και μόνον διαρκή συμφέροντα» κατά το ρηθέν υπό του Sir Henry John Temple, 3ου Υποκόμητος του Palmerston (1784 – 1865). Και εις την εξυπηρέτησιν αυτών των συμφερόντων υπάρχει η βασική αρχή του do ut des. Ουδείς εκ των ενδιαφερομένων είναι, και δεν πρέπει να είναι, αφελέστερος του άλλου.

2) Πρέπει να αντιληφθούμε ότι οικονομικές συμφωνίες στρατηγικής εμβελείας, ιδιαιτέρως εις μίαν περιοχήν εξαιρετικά ευαίσθητη και αναδιαμορφουμένη όπως αυτή της Εγγύς Ανατολής, δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθούν άνευ της εξασφαλίσεως των απαιτουμένων εγγυήσεων και υποδομών ασφαλείας. Ακόμη περισσότερον ενισχύεται η τάσις αυτή όταν το περιεχόμενον των συμφωνιών αυτών εμπεριέχει και τομείς παραγωγής και διακινήσεως στρατηγικών αγαθών όπως οι υδρογονάνθρακες.

3) Πρέπει να αντιληφθούμε ότι το Ισραήλ δεν αισθάνεται ουδεμία ασφάλεια εις την περιοχή του υποσυστήματός του και έχει εθνικούς λόγους να την επιδιώκει μέσω διεθνών συνεργασιών και συμφωνιών συγκροτουσών, προσφόρους προς τούτο, δομές. Η Ελλάς, από γεωγραφικής απόψεως και σαφώς και από γεωπολιτικής τοιαύτης, αποτελεί τον μοναδικόν, προς στιγμήν, στρατηγικόν πνεύμονα του Ισραήλ και του προσφέρει το απαραίτητο για κάθε επικοινωνία του με το διεθνές περιβάλλον και για κάθε ζήτημα ασφαλείας του, στρατηγικόν βάθος (strategic depth). Ένα θαλάσσιον στρατηγικό βάθος το οποίον τυγχάνει να εμπεριέχει και τα τεράστια υποθαλάσσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων του Ισραήλ, της Κύπρου και εντός της Κρήτης.

4) Το αυτό πρέπει να πράττει και η Ελλάς η οποία δέχεται καθημερινώς απειλές και προκλήσεις από το υποσυστημικόν διεθνές της περιβάλλον και η οποία ανήκει σε συγκεκριμένα συλλογικά συστήματα ασφαλείας εις τα οποία δεν έχω την αίσθησιν ότι αξιοποίησε μέχρι σήμερον επαρκώς την συμμετοχήν της. Κάποτε όμως θα πρέπει να το πράξει και εκτιμώ ότι η στιγμή έχει έλθει. Ιδιαιτέρως κατά την παρούσαν κρίσιμον οικονομικο-κοινωνικήν συγκυρία και τις τουρκικές αμφισβητήσεις εις την Κυπριακή και ελληνική κυριαρχία των ενεργειακών κοιτασμάτων εις την κυπριακήν και ελληνικήν υφαλοκρηπίδα και φυσικά την ΑΟΖ.

5) Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η Ε.Ε. έχει τεράστιο ενδιαφέρον για την τροφοδοσία της με οικολογικόν και φθηνό καύσιμον, όπως το φυσικόν αέριο. Επίσης, και οι ΗΠΑ θεωρούν ευτυχή πραγματικότητα το ότι οι πηγές και η διαδρομή του φυσικού αυτού αερίου, του ανταγωνιστικού προς την ρωσικήν ηγεμονικήν παρουσία στον τομέα τροφοδοσίας της Ε.Ε., δεν εμπίμπτουν στις σφαίρες ελέγχου και επιρροής της Μόσχας αλλά ούτε και στην σφαίρα επιρροής, πολλάκις εκβιαστική και ασταθή, των αραβομουσουλμανικών χωρών οι οποίες, εκτός των άλλων βρίσκονται σε μεταξύ των ανταγωνισμούς, θερμούς ή ψυχρούς.

6) Οι ΗΠΑ διέρχονται μιαν ισχυράν πολιτικο-οικονομικήν κρίσιν. Δεν είναι πλέον εις θέσιν-ούτε αυτές, ούτε οι υπό κρίσιν ευρισκόμενοι σύμμαχοί των-να περιφρονήσουν μίαν ειρηνική και επικερδή ενεργειακή προσφορά αλλά και προσφορά δομών σταθερότητος εις την οποίαν δύνανται να συμβάλλουν καθοριστικώς η Ελλάς, η Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ.

7) Οι ΗΠΑ δεν δύνανται, όσο και αν κάποιοι κύκλοι εις την κυβερνώσα και μη ομάδα της Ουάσιγκτον το επιθυμούν, να στηριχθούν σε μία Τουρκία η οποία ευρίσκεται εις το μέσον σοβαρών εσωτερικών περιδινίσεων πολιτικού, αποσχιστικού (Κουρδικόν), οικονομικού (εμφάνισις επιταχυνομένης διολισθήσεως της τουρκικής λίρας) και πολιτισμικού τύπου (Ισλαμική εφαρμογή του καθεστώτος της Σαρία).

8) Η Ελλάς ανήκει εις το Νατοϊκόν διεθνές συλλογικόν σύστημα ασφαλείας και ως εκ τούτου ανήκει εις αυτό που ονομάζετε, «πολιτικόν άξονα». Αν δεν επιθυμεί να ανήκει, μπορεί να αποχωρήσει. Μέχρις ότου, όμως το πράξει, οφείλει να σταθμίζει με αυτήν την λογικήν το διεθνές γίγνεσθαι και τις επιρροές του στο γεωπολιτικόν της υποσύστημα της Ν/Α Μεσογείου.

9) Οι ΗΠΑ δεν δύνανται να αγνοήσουν την διαρραγείσα πλέον, τουρκο-ισραηλινή σχέση, ως έχουσες ως μόνιμον μέριμναν την ασφάλεια του κράτους του Ισραήλ. Άρα και των συμφερόντων του που είναι και ιδικά των. Και της Ελλάδος και της Κύπρου, θα προσέθετα εδώ. Ας το αξιοποιήσομεν.

10) Ως προς το δεύτερον μέρος της ερωτήσεως έχω να επισημάνω ότι η Ελλάς δεν έχει «ποινικόν μητρώον» εις την Μέσην Ανατολήν. Ούτε εθεώρησε τις στενές τουρκο-παλαιστινιακές σχέσεις, επισκέψεις τούρκων επισήμων υψηλοτάτου βαθμού, τις σχετικές τουρκο-παλαιστινιακές ή τουρκο-αραβικές συνεργασίες ως επιθετικές εναντίον της ενέργειες. Άρα δικαιούται να απαιτεί την ιδίαν αντιμετώπισιν και από όλες τις ανωτέρω χώρες για την ιδικήν της πολιτικήν με το Ισραήλ. Επίσης, η προσφορά της λόγω των αρίστων αυτών σχέσεων με τον αραβικόν κόσον, εις την παλαιστινο-ισραηλινήν ειρηνευτικήν διαδικασία δύναται να είναι πολύτιμος. Και μάλιστα σήμερον, όπου εντός ολίγου θα αναλάβει την Προεδρίαν της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ας αξιοποιήσομεν λοιπόν την συγκυρίαν.

 

Γ. Κ Φίλης

Το Ισραήλ από την ημέρα της ίδρυσής του αντιμετωπίζει ένα τεράστιο πρόβλημα ασφαλείας. Τα γειτονικά τουκράτη το αντιμετωπίζουν ως εχθρό ή στην καλύτερη για το ίδιο περίπτωση ως ένα «αναγκαίο κακό» με το οποίο θα πρέπει να συμβιώσουν και έως ένα σημείο να συνεργαστούν.

Κατά συνέπεια, το Τελ-Αβίβ αντιμετωπίζει το ζήτημα των εξωτερικών του σχέσεων πρωτίστως με καθαρά κριτήρια αμυντικής επάρκειας. Το επιτακτικό ζητούμενο ασφαλείας των Ισραηλινών είναι ένα: «Η πρώτη μας ήττα θα είναι και η τελευταία». Η χώρα έχει έλλειψη αυτού που ονομάζουμε γεωγραφικό στρατηγικό βάθος,δηλαδή σε περίπτωση κρίσεως  δεν έχει καμίαπολυτέλεια να θυσιάσει «έδαφος» για να ανασυντάξει τις δυνάμεις της ή να «αγοράσει ειρήνη».

Άρα, ο Ελληνισμός (Ελλάδα και Κύπρος) μετά τη κατάρρευση της «τακτικής» - όχι στρατηγικής, για μία σειρά έως και πολιτισμικών λόγων – συμμαχίας του Ισραήλ με την Τουρκία δεν αποτελεί παρά την «γραμμή επιβίωσης» (life line) με την οποία συνδέεται με την Δύση τις ΗΠΑ κλπ. Με λίγα λόγια, ο Ελληνισμός αποτελεί πλέον για το Τελ-Αβίβ το «στρατηγικό βάθος» τόσο σε αμυντικό όσο και σε ενεργειακό και οικονομικό επίπεδο αφού θα μπορούσε μέσω του διαμορφούμενου «διαδρόμου» να ενισχυθεί σε περίπτωση κρίσεως.

Το Τελ-Αβίβ χρησιμοποιεί την ενεργειακή παράμετροκυρίως ως «εργαλείο» για να σφυρηλατήσει μία συμμαχία με τον Ελληνισμό ο οποίος θα του προσφέρει τα απαραίτητα εχέγγυα ασφαλείας έναντι δυνητικών απειλών.

Ο Ελληνισμός θα πρέπει να επωφεληθεί από την δημιουργούμενη συμμαχία (εάν θα μεταβληθεί σε «στρατηγική» αυτό θα το δείξει η ιστορία και όχι η πολιτική ρητορική) αφού αντιμετωπίζουμεσυγκεκριμένες απειλές. Εκτιμάται ότι μία συνέργεια με το Τελ-Αβίβ θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες σε καθοριστικό βαθμό προς όφελος μας.

Ο Ελληνισμός θα πρέπει να ξεκαθαρίσει προς κάθε κατεύθυνση ότι η σχέση αυτή δεν στρέφεται κατά κανενός Αραβικού κράτους ή των Παλαιστινίων (ας μην ξεχνάμε ότι η Αίγυπτος, η Ιορδανία και τα κράτη του Κόλπου συνεργάζονται με το Τελ-Αβίβ). Αντιθέτως, η χώρα μας πρέπει να λειτουργήσει ως ένας έντιμος διαμεσολαβητής (honest broker) ρόλο ο οποίος μπορεί να του πιστωθεί για μία σειρά ιστορικών λόγων, αφού δεν έχουμε το αποικιοκρατικό παρελθόν των υπολοίπων εμπλεκομένων στην περιοχή.

Δυστυχώς, στη περίπτωση της Τουρκίας, η αναθεωρητική της στάση σε οτιδήποτε έχει να κάνει με τις γειτονικές της χώρες (δείτε με πόσες χώρες δεν διαθέτει πλέον διπλωματικές σχέσεις  ή συντηρεί ένα πολύ άσχημο κλίμα– π.χ. Κύπρος, Αρμενία, Ισραήλ, Αίγυπτος, Ιράκ, Ιράν κλπ) έχει δημιουργήσειαντισυσπειρώσεις και αντιδράσεις. Η Ελλάδα θεωρητικά θα πρέπει να επιδιώκει την συμμετοχή όλων των γεωπολιτικών δρώντων στις εξελίξεις, αλλά ο διαμορφούμενος «άξονας» Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ-Αίγυπτος μόνο άσχετος δεν είναι με την νεοθωμανικήπολιτική του ΑΚΡ.

 

Σε κάθε περίπτωση και παραφράζοντας τον ΆγγλοΠάλμερστον θα πρέπει να πούμε ότι η Ελλάδα δεν έχει ούτε μόνιμους φίλους ούτε μόνιμους εχθρούς, η Ελλάδα έχει μόνιμα και αιώνια συμφέροντα. Αυτή τη στιγμή το συμφέρον του Ελληνισμού είναι διττό, η ανάσχεση τουνεοθωμανισμού αλλά και η οικονομική του ανάκαμψη, αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο που θα πρέπει να αναζητήσουμε από τη σχέση μας με το Ισραήλ.      

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια