Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Από την ορατή κρίση έως τις αδιόρατες ρωγμές της πραγματικότητας

Το θαυμαστό σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου, είναι ότι, όταν το διήγημα έχει τελειώσει, μένεις με την αίσθηση πως πριν από αυτό υπήρξε ένα άλλο διήγημα και πριν από το άλλο ένα άλλο, όπως και οι κούκλες στη μεγάλη Μπάμπουσκα της ζωής. Και ταυτοχρόνως, καθώς τώρα όλα μοιάζουν τελειωμένα, σχεδόν άθελά σου, βλέπεις να έρχεται προς εσένα αποφασιστικά η συνέχεια τούτης της ιστορίας, προκειμένου να εσωκλείσει στο πριν και το μετά της αφήγησης τη διασφάλιση της αποδοχής του ανθρώπου που θέλει δεν θέλει, μπορεί δεν μπορεί, καλείται, ακόμη και έπειτα από την πτώση του, να σηκωθεί και να προχωρήσει

Ο γενικός τίτλος της συλλογής είναι και τίτλος του προτελευταίου διηγήματος στο βιβλίο. Κι αυτός ο τίτλος, «Μόνο ο αέρας ακουγόταν», αποκολλημένος από το αποσταγμένο παραμιλητό μιας μητέρας-μετανάστριας (που τη φωνάζουν Μαρία, αλλά το όνομά της είναι Σορούκ), καθώς ανακαλεί το κύμα που πήρε μακριά τα παιδιά της, διατρέχει και τα δεκατέσσερα διηγήματα του βιβλίου συμπυκνώνοντας ποιητικά τη βαθύτερη αιτία τους.

Γιατί η Ευγενία Μπογιάνου πρωτίστως συνομιλεί με την ποίηση. Διαβάζει ποίηση. Από την Τζένη Μαστοράκη και τις κραυγές των χρωμάτων που μας πληγώνουν, τον Τάκη Σινόπουλο, τον Σεφέρη, τον Εμπειρίκο, τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο έως τη συνταρακτική μούσα των υπερρεαλιστών Τζόις Μανσούρ.

«Στέλλα» το πρώτο διήγημα. Χειμώνας στην Καλαμάτα. «Έστυψε με δύναμη το σφουγγάρι και διέσχισε δυο φορές την μπάρα, μια πάνω, μια κάτω, και πάλι απ’ την αρχή το ίδιο». Κι αυτή η Στέλλα του πρώτου στη σειρά κατάταξης διηγήματος υπενθυμίζοντας την άλλη, την αμετανόητη Στέλλα, που κλήθηκε να ορίζει διαχρονικά το πείσμα της γυναίκας στον αγώνα της απλώς να υπάρξει, μας δίνει τον τόνο και τον βηματισμό του ανθρώπου που επιμένει να υφίσταται την κάθε μέρα που ξημερώνει.

Η εκφορά του λόγου είναι τριτοπρόσωπη. Δεν έχει όμως να κάνει με το ουδέτερο τρίτο πρόσωπο του συγγραφέα-παντογνώστη. Τίποτα που να μην ανταποκρίνεται άμεσα στη σκέψη, στη ματιά, στο άκουσμα, στο συναίσθημα, στο βίωμα της ηρωίδας Στέλλας δεν πρόκειται να ειπωθεί ούτε και να συμβεί εδώ.

Ένα διήγημα για την απώλεια; Την εγκατάλειψη από τον σύντροφο; Τον θάνατο του πατέρα; Ή μήπως η ιστορία μιας γυναίκας που οδηγείται συνειδητά από την εποπτεία της απελπισίας στην αναζήτηση της απελευθέρωσης;

Το θαυμαστό εδώ, αλλά και σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου, είναι ότι, όταν το διήγημα έχει τελειώσει, μένεις με την αίσθηση πως πριν από αυτό υπήρξε ένα άλλο διήγημα και πριν από το άλλο ένα άλλο, όπως και οι κούκλες στη μεγάλη Μπάμπουσκα της ζωής. Και ταυτοχρόνως, καθώς τώρα όλα μοιάζουν τελειωμένα, σχεδόν άθελά σου, βλέπεις να έρχεται προς εσένα αποφασιστικά η συνέχεια τούτης της ιστορίας, προκειμένου να εσωκλείσει στο πριν και το μετά της αφήγησης τη διασφάλιση της αποδοχής του ανθρώπου που θέλει δεν θέλει, μπορεί δεν μπορεί, καλείται, ακόμη και έπειτα από την πτώση του, να σηκωθεί και να προχωρήσει.

Στο διήγημα που ακολουθεί «Τα παπούτσια», είμαστε και πάλι σ’ έναν χειμώνα, Χριστούγεννα τώρα - και πάλι η απώλεια. Από τη μοναχική γυναίκα που ανηφορίζει προς τη Θεσσαλονίκη για την κηδεία του πατέρα της σε έναν μοναχικό άντρα και τον εσωτερικό εις εαυτόν μονόλογό του. Άστεγος; Ζητιάνος; Και όμως η ματιά του ψύχραιμη προς τα έξω. Είναι σε θέση να δει και να σχολιάσει όχι μόνο τη ζωή γύρω του αλλά και τη δική του γρήγορη διαδρομή προς την πτώση και την αποτυχία. «Τέλος η οργή» θα σκεφτεί «δεν απέμεινε ανάσα για οργή». Και θα αφεθεί λυτρωτικά στην ανάγκη της συνύπαρξης, στη ζεστασιά ενός άλλου κορμιού. «Κανείς δεν πεθαίνει από κρύο στην Αθήνα», σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, καθώς χώνεται κάτω από την κουβέρτα που του προσφέρουν. Βγάζει έπειτα τα παπούτσια να ξεκουράσει τα πόδια του, «τα παπούτσια, μονολογεί, μόνο αυτά να σκέφτεσαι, μη χάσεις τα παπούτσια, είναι ό,τι σου απέμεινε». Παπούτσια εδώ θα πει οδοιπορία, θα πει δρόμος, θα πει ξυπνώ και συνεχίζω.

Κι έτσι εναλλάξ, από διήγημα σε διήγημα, από τη μια απώλεια στην άλλη απώλεια, από τη μνήμη στο βίωμα, από την εμπειρία στο ανεπούλωτο τραύμα. Άνθρωποι παραδαρμένοι, ο χρόνος και η φθορά του, η μοναξιά και οι αμυχές της, η απουσία και η οδύνη της, τα αισθήματα που ξεφτίζουν, η ζωή που δυσκολεύει, ο αγώνας για την επιβίωση, ο ξεριζωμός, η απελπισία, το στροβίλισμα στους δρόμους, το βουητό στη σκέψη που δεν ησυχάζει, από το αρσενικό στο θηλυκό, συμπλέκονται οι ηλικίες, οι ρόλοι, οι σχέσεις, η αναγκαιότητα του εμείς με το παράπονο του εγώ, οι εναλλαγές στα πρόσωπα, το διαρκές πήγαινε-έλα, το μέσα κι έξω, το εδώ κι εκεί.

Παιχνίδια με τον χρόνο, κεντώντας ψιλοβελονιά, δοκιμές με την αφήγηση και τους τρόπους της. Από τη ζωή στον θάνατο, στο θέατρο, στον χωρισμό, την απόρριψη, τον εκπεσμό, το αναπόφευκτο. Από τον στακάτο, ήπιο, στοχαστικό λόγο στην ποιητική απογείωση. Από την αιχμηρή, ρεαλιστική περιγραφή στην ελλειπτική αναπαράσταση. Έχει το χάρισμα η Μπογιάνου και το υπηρετεί με σεμνότητα.

Και τα δεκατέσσερα διηγήματα, ως σύνολο, πολύπτυχη, θα έλεγα, απεικόνιση της εποχής μας, από την ορατή κρίση και τις ποικίλες εκδοχές της έως τις αδιόρατες ρωγμές της εξατομικευμένης, μη μετρήσιμης, αδυσώπητης πραγματικότητας. Από το κρύο στη ζέστη, ανοίγει και κλείνει ο κύκλος για να ξανανοίξει, από την άνοιξη στον Ιούλιο που καίει, στην Αθήνα που ζεματάει, στο φθινόπωρο που έρχεται, στον χειμώνα που και πάλι μας περιμένει, από σελίδα σε σελίδα, με τη μια ιστορία μετά την άλλη, τη μια εικόνα μέσα στην άλλη, τα Εξάρχεια που επιμένουν στον εκπεσμό τους, το παντός καιρού και γούστου Παγκράτι με τα μοδάτα καφέ, υπομονετικά, πεισματικά στον αγώνα της επιβίωσης, τα φωτισμένα παράθυρα των πολυκατοικιών, οι δρόμοι, η ανάσα της πόλης, μιας πόλης, της Αθήνας. Και η ματιά της Ευγενίας πάντα εκεί, διεισδυτική αλλά όχι αδιάκριτη, οξυδερκής αλλά και συμπονετική, κριτική αλλά όχι επηρμένη, επίμονη αλλά όχι πιεστική, ανεκτική αλλά όχι συγκαταβατική. Με κατανόηση, αποδοχή, στέρεη επίγνωση του ανθρώπινου.

Και θα καταλήξω με τη διαπίστωση ότι κείμενα ευθύβολα, πολύπλοκα, απρόβλεπτα όπως τα περισσότερα διηγήματα του βιβλίου, (αναφέρω ενδεικτικά:«Ο Λούσιαν Φρόιντ πίνει τσίπουρο», «Ανωμαλία στο οδόστρωμα», «Απιστίες», «Η παρτίδα είναι χαμένη από χέρι», «Αν υπήρχες εσύ να μ’ αντικρίσεις») πιστοποιούν για άλλη μια φορά ότι η αφηγηματική πνοή της Μπογιάνου ανατροφοδοτείται από την ανάγκη της πολυεπίπεδης αφήγησης. Και μ’ αυτό θέλω να πω ότι ο λόγος της απαιτεί το ανοικτό διάφραγμα της μυθιστορηματικής δοκιμασίας και της ανασυνθετικής αποτύπωσης.

 

info:

Ευγενία Μπογιάνου "Μόνο ο αέρας ακουγόταν"

εκδ. Μεταίχμιο

σελ. 240, τιμή: 11,97 ευρώ

 

* Επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας-παρουσίασης του «Μόνο ο αέρας ακουγόταν» στο βιβλιοπωλείο «Πλειάδες».

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια