Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι παρατηρητές ενίοτε οπλοφορούν

της Ευγενίας Μπογιάνου

 

Η Ζωή, η ηρωίδα της Μάρτυς Λάμπρου στο ομότιτλο με τη συλλογή «Ενοικιάζεται το παρόν» διήγημα, καθισμένη μέσα στο λεωφορείο, δίπλα σε μια παρέα ηλικιωμένων γυναικών, ακούγοντας δίχως να το θέλει τις κουβέντες τους, παρατηρεί και διαβάζει τα πρόσωπά τους. «Οι ρυτίδες στα πρόσωπά τους να δημιουργούν στην καθεμιά διαφορετικά χαντάκια και σχήματα. Η Ζωή θα μπορούσε να τα διαβάσει. Να διαβάσει και τις ανεπαίσθητες κινήσεις των ματιών τους. Ίσως και των χειλιών». Και λίγο πιο κάτω, «Η Ζωή τις μύριζε, αφουγκραζόταν τις ανάσες τους, το λαχάνιασμα».

Ακριβώς όπως η ηρωίδα της, η Μάρτυ Λάμπρου, δείχνει να είναι μανιώδης παρατηρήτρια, φαίνεται να παρατηρεί με τον ίδιο αβίαστο τρόπο που αναπνέει. Τίποτα δεν ξεφεύγει από την κοφτερή ματιά της. Διαβάζει με ευλάβεια θα έλεγα τα πρόσωπα των ανθρώπων που την περιβάλλουν, και με προσεκτικά μελετημένες κινήσεις ακριβείας -κρατώντας την απόσταση του παρατηρητή αλλά θαρρείς και με μια περίεργη προσωπική εμπλοκή που δεν έχει ως αφετηρία της τη συμπόνια, αλλά μάλλον την κατανόηση-, τα απογυμνώνει από κάθε περιττό στολίδι αφήνοντάς τα έκθετα μέσα στην εκτυφλωτική γυμνότητά τους. Δεν παίρνει από το χέρι τους ήρωές της, παρά ακολουθεί τα βήματά τους, μυρίζει ό,τι μυρίζουν, διαβάζει τις ίδιες με εκείνους επιγραφές, περιμένει στις ίδιες στάσεις λεωφορείων, βλέπει τους ίδιους ξεχειλισμένους κάδους με σκουπίδια, την ίδια θέα από τον ακάλυπτο, πίνει τα ποτά που πίνουν, φοράει κατάσαρκα τους φόβους τους γιατί είναι και οι δικοί της φόβοι -δίχως να τους κρίνει, δίχως να βγάζει εύκολα συμπεράσματα-, σε μια πόλη που δείχνει να γνωρίζει σε βάθος και να αγαπά με τον τρόπο της, και γι’ αυτό οι ήρωές της δεν θα μπορούσαν να αναπνέουν αλλού τόσο καλά όσο σ’ αυτή την αδιέξοδη, σκονισμένη Αθήνα, «πόλη, επική και χαμένη» όπως μας τη συστήνει στο μότο του βιβλίου, με τον τόσο ωραίο στίχο του Γιώργου Μαρκόπουλου.

Με δυο-τρεις δυνατές και εύστοχες φράσεις, υπόδειγμα πυκνότητας και περιεκτικότητας, λέει για τη ζωή στην πόλη αυτή: «Στις γύρω πολυκατοικίες, στα ρετιρέ, οι ξεθωριασμένες τέντες ήταν κατεβασμένες ώς τα κάγκελα. Στον τέταρτο όροφο άδεια μπαλκόνια, χωρίς μπουγάδες. Στον τρίτο κατεβασμένα γκρι παντζούρια, στον δεύτερο μέχρι τη μέση. Στον πρώτο γυναίκες με ξεχειλωμένες φλις φόρμες να μπαινοβγαίνουν από τις μπαλκονόπορτες. Ή να σιδερώνουν παιδικά ρούχα και αντρικά πουκάμισα. Ή να κάνουν ζάπινγκ χωρίς τίποτα να αλλάζει. Της ήρθε η μυρωδιά καμένου λαδιού όταν τσιγαρίζουν κρεμμύδια. Από υπόγειο». Η ανθρωπογεωγραφία μιας πόλης και μιας εποχής μέσα σε λίγες προτάσεις.

«Είχε κοινά κοντά πόδια, κοινά καστανά μάτια και κοινά καστανά μαλλιά», έτσι περιγράφει η συγγραφέας την οκτάχρονη Κωνσταντίνα στο «Κουζίνα Πίτσος», που αφήνει το κουτί με την κούκλα Μπάρμπι στο παγκάκι και φαντάζεται το χέρι του ξένου κοριτσιού που απλώνεται για να την πάρει. Η ίδια περιγραφή θα μπορούσε να ισχύει για το σύνολο των ηρώων της. Είναι άνθρωποι κοινοί, καθημερινοί, τους προσπερνάς δίχως να τους κοιτάξεις, γιατί δεν μπορείς να αναγνωρίσεις το περίγραμμα των προσώπων τους. Κι όμως, η Λάμπρου, με τη διεισδυτική ματιά και την καίρια, κοφτή της γλώσσα, τους δίνει υπόσταση, τους καθιστά αναγνωρίσιμους, χαρακτήρες και όχι τύπους ανθρώπων, ολοζώντανους, διεκδικητικούς, υπαρκτούς, με τη δική τους μοναδική ζωή και, κυρίως, με τον δικό τους μοναδικό θάνατο.

 

info:

Μάρτυ Λάμπρου, «Ενοικιάζεται το παρόν»

Εκδ. Κέδρος

176 σελ. Τιμή: 11.00 ευρώ

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ο κοπανατζής Κ. Μητσοτάκης

Είναι τουλάχιστον παράξενο το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός της χώρας την κοπάνησε εχθές γρήγορα - γρήγορα από τη Βουλή προκειμένου να αποφύγει διάλογο πάνω στα εθνικά θέματα. Και όχι μόνο αυτό.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο