Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Υπερασπίζοντας "το ουσιώδες"

Μια σύγχρονη ανάγνωση της συλλογής διηγημάτων του Δ. Χατζή Ανυπεράσπιστοι1, αρκετά χρόνια μετά την πρώτη τους έκδοση (1966) επιβεβαιώνει την απήχηση και την αντοχή του έργου του, αποκαλύπτοντας ότι στην κοινωνία των ηρώων του φωτογραφίζεται η κοινωνική πραγματικότητα και της Ελλάδας του σήμερα.

Της Μαρίας Ψάχου*

 

Μια σύγχρονη ανάγνωση της συλλογής διηγημάτων του Δ. Χατζή Ανυπεράσπιστοι1, αρκετά χρόνια μετά την πρώτη τους έκδοση (1966) επιβεβαιώνει την απήχηση και την αντοχή του έργου του, αποκαλύπτοντας ότι στην κοινωνία των ηρώων του φωτογραφίζεται η κοινωνική πραγματικότητα και της Ελλάδας του σήμερα. Οι αρχές και οι αξίες που δεσπόζουν, οι αγωνίες και τα αδιέξοδα που βιώνουν οι ήρωες, κυρίως όμως το αίσθημα της αντιμετώπισης μιας τραγικής πραγματικότητας απέναντι στην οποία βρίσκονται ηθικά και υλικά ανυπεράσπιστοι, χαρακτηρίζουν και την εποχή μας. Επιπλέον είναι φανερό για μιαν ακόμη φορά ότι η ατομική μοίρα συμπλέκεται αξεδιάλυτα με την Ιστορία που ωστόσο συνεχίζει να γράφεται ερήμην των πολλών, αυτών που υφίστανται αγόγγυστα τις επιλογές λίγων προνομιούχων.

Στα εφτά διηγήματα της συλλογής, μέσα από τις μικροϊστορίες ανθρώπων καθημερινών, συχνά παραγκωνισμένων στο περιθώριο της κοινωνίας, στις οποίες αποτυπώνεται το συλλογικό μέσα από το ατομικό πάθος, ζει ένας κόσμος υπαρκτός, που δοκιμάζεται, πάσχει, αγωνίζεται γνωρίζοντας τα αδιέξοδα που έχει να αντιπαλέψει, αλλά και τις δυνάμεις που διαθέτει γι' αυτό. Σε κάποια από αυτά ("Ανυπεράσπιστοι", ένα επεισόδιο από τον εμφύλιο πόλεμο του 1947-1949 / "Ένα θύμα της κατοχής") η σαφής αναφορά του ιστορικού χρόνου, δεν εμποδίζει την υπέρβασή του και την προβολή μιας διαχρονικής αλήθειας. Αυτήν της άνισης αναμέτρησης του ανθρώπου με ένα πολιτικοκοινωνικό σύστημα που αντιμάχεται το δικαίωμά του στην ελεύθερη σκέψη και επιλογή, προβάλλοντας ωστόσο μιαν επίφαση ελευθερίας, συχνά ιδεολογικά κατοχυρωμένης, ενώ παράλληλα καλλιεργεί τη λογική της ιδιοτέλειας και της ανήθικης διεκδίκησης.

Στους Ανυπεράσπιστους ο Δ. Χατζής θίγει ρεαλιστικά και ώριμα, μέσα από στοχαστική, ανθρώπινη και πολιτική επί της ουσίας θεώρηση της μοίρας του μεταπολεμικού ανθρώπου, θέματα που μας ακολουθούν, και απ' ό,τι φαίνεται θα μας ακολουθούν, όσο δεν εδραιώνεται μια ουσιαστική, συλλογική στάση, που προϋποθέτει πρόσωπα με ψυχή βαθιά. Πρόσωπα που γνωρίζουν και εμμένουν στο ουσιώδες, όπως ο ήρωάς του, ο ναύτης Γεράσιμος Κούρτης, ένας αυθεντικός λαϊκός τύπος, από αυτούς που συναντάμε συχνά στο έργο του. Η δική του αντίληψη για τη ζωή και τον κόσμο θα μπορούσε να είναι η απαρχή της λύσης πολλών σύγχρονων προβλημάτων: Και το μόνο που μένει, το μόνο σπουδαίο και πρώτα και τώρα και πάντα, είτανε κ' είναι και θα ‘ναι ο άνθρωπος και η θάλασσα. Αυτό είναι το μόνο σπουδαίο - το ουσιώδες. Η ανθρωπιά ως υπέρτατη αξία όμως παραμένει ανυπεράσπιστη.

Στο ομότιτλο της συλλογής διήγημα, που προκάλεσε έντονη κριτική, ο σεβασμός στον άνθρωπο και τη δραματική εμπειρία ενός αδιέξοδου εμφύλιου σπαραγμού, που τον καταρράκωσε σωματικά και ψυχικά, δηλητηριάζοντας στην πράξη την αγνότητα κάθε αξίας που τον ώθησε στον αγώνα του, δοκιμάζεται. Οι ήρωες του Δ. Χατζή, όπως και ο σημερινός άνθρωπος, προβάλλουν ανυπεράσπιστοι από ιδεολογίες που προδόθηκαν και τους πρόδωσαν. Είναι εντυπωσιακό ότι η νύχτα της προδοσίας για τα πρόσωπα και των δυο αντίπαλων παρατάξεων του εμφυλίου στο συγκεκριμένο διήγημα, όταν όλοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με την κοινή μοίρα του χάους και του θανάτου, σε μια περιπέτεια που έχασε το νόημά της από την στιγμή που έπαψε να σέβεται την ανθρώπινη οντότητα, η νύχτα όπου για να επιβιώσουν στριμώχνονταν ο ένας κοντά στον άλλον που ‘τανε δίπλα του, να χωρέσουν - δε βλέπαν, δεν ξέραν ποιος είταν, στρατιώτης ή αντάρτης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως νύχτα της ανθρωπιάς. Πέρα από όλες τις αναμφισβήτητα σημαντικές ιδεολογικοπολιτικές διαφορές τους, συνειδητοποίησαν ότι μοιράζονται κοινές ανθρώπινες ανάγκες και προβλήματα, χρειάζονται ο ένας τον άλλον και ίσως αυτή η συνειδητοποίηση είναι η λύση στο αδιέξοδο της ήττας που βιώνουν. Κι όμως ενώ Όλοι πονούσαν, όλοι βογκούσαν/.../ Ο πόλεμος συνεχίζεται...

Στους Ανυπεράσπιστους, παλαιότερους και σύγχρονους, παραμένει ανυπεράσπιστη, τετριμμένο σύμβολο, σαν το τετράφυλλο τριφύλλι, η διεκδίκηση της ευτυχίας, αυτή η άλλη, η παραπέρα, η δεύτερη της Μαριάνας από το διήγημα "Τετριμμένα σύμβολα", που προσθέτει στην στοιχειώδη επιβίωση που συνήθως δίνεται στους ταπεινούς της ζωής, την αίσθηση της ποιότητας και το δικαίωμα να ορίζουν τη μοίρα τους, να μπορούν φτιάχνουν τη ζωή τους όπως θέλουν αυτοί. Ανυπεράσπιστες είναι και οι ζωές όλων εκείνων που η μοίρα τους και οι κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες τους κλήρωσαν κλήρο βαρύ το περιθώριο μιας ρατσιστικής διάκρισης που παραγνωρίζει την ψυχή του ανθρώπου και βλέπει μόνο την εξωτερική του εμφάνιση, την οικονομική του κατάσταση, την πιστή υπακοή του στα κοινωνικά αξιακά στερεότυπα κάθε εποχής.

Δεν είναι τυχαίο που οι Ανυπεράσπιστοι ήρωες του Χατζή, είναι πρόσωπα λαϊκά, καθημερινά, ταπεινοί βιοπαλαιστές, παπαδιαμαντικοί απόκληροι, τραυματισμένα παιδιά, πρόσωπα που άλλα τα λύγισε κι άλλα τα έσπασε η ζωή2, χαμάληδες του λιμανιού ή της ζωής, που μιλούν με την ψυχή τους. Ζουν συχνά μέσα στη μεγάλη γαλήνη της παραίτησης, της παραδοχής, που αποτελεί επιλογή στωικής λύτρωσης. Έτσι εξηγείται η στάση της Μαριάνας όταν αναγνωρίζει στη δύση της ζωής της: Δεν το βρήκαμε μείς το τετράφυλλο το τριφύλλι, είπε μια φορά. Η φωνή της δεν είχε παράπονο μέσα, δεν είχε στα μάτια δάκρυα. Άπλωσε το χέρι της, μαραμένο πια και του χάιδεψε τα μαλλιά στο ασπρισμένο κεφάλι. Δεν το βρήκαμε μεις... Κι εδώ αξίζει να επισημάνουμε την αποκαλυπτική διφωνία που παρέχει η χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου, γόνιμα αξιοποιημένη αφηγηματική τεχνική από τον Χατζή.

Μας επιτρέπει να δούμε στη φωνή του αφηγητή του μια ακόμα περσόνα του συγγραφέα, ο οποίος μοιράζεται με τα πρόσωπά του κοινά βιώματα, εμπειρίες και στάση ζωής. Επιπλέον, χάρη στη δύναμη της ψυχοαφήγησης που χρησιμοποιεί συχνά, περιγράφει ανάγλυφα την εσωτερική ζωή τους, συμμετέχοντας ουσιαστικά στην προσωπική τους περιπέτεια και αποκαλύπτοντας τον καθολικό χαρακτήρα της. Γι' αυτό και είναι πολύ ενδιαφέρουσα η πρόταση του Δ. Τζιόβα, σύμφωνα με την οποία χωρίς να αμφισβητεί την εικόνα του ως κοινωνικού ρεαλιστή, προτείνει "μια ατομοκεντρική προσέγγιση του έργου του, βασισμένη στη μοναξιά των προσώπων του και στην εξορία όχι ως προσωπική εμπειρία αλλά ως συμβολική αναπαράσταση". Υποστηρίζει πως έτσι "θα φανεί καλύτερα πώς ο Χατζής προκαλεί δύο διαφορετικές αναγνωστικές αντιδράσεις, συστηνόμενος και ως ρεαλιστής και ως πρώιμα μεταμοντέρνος συγγραφέας"3. Αν μάλιστα υπολογίσουμε την συνύπαρξη κυριολεξίας, εκφραστικής λιτότητας και αντικειμενικότητας στη διήγησή του, που διδάχτηκε, όπως αποκαλύπτει, από τον Καβάφη4 και αξιοποίησε γόνιμα μέσα από τη λειτουργία των υπαινιγμών που παραπέμπουν στην καβαφική απόκρυψη, γίνεται φανερό γιατί ο λόγος του παραμένει ελκυστικός και σύγχρονος.

Εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι μέσα από τα πληγωμένα, συχνά ηττημένα πρόσωπα του έργου του, ο Δ. Χατζής επιχειρεί ελπιδοφόρες ανατροπές στο αρνητικό κατεστημένο. Στην εξαιρετική "Ώρα της φυρονεριάς", στην αναλγησία και στην αδιαφορία του δασκάλου και των άλλων παιδιών για τον δεκάχρονο Κωνσταντή, το γιο της Τριανταφυλλιάς με τους πολλούς αγαπητικούς, υψώνει τον αγαθό αγριάνθρωπο Χαμάλαρο, το χαμάλη του λιμανιού, έναν τρομακτικό γίγαντα που δεν μπορεί να μιλήσει καλά καλά, αλλά μπορεί να καταλάβει και να πράξει όσα τόσοι μορφωμένοι αγνοούν, για ένα ορφανό, ανυπεράσπιστο παιδί που πασχίζει να επιβιώσει μόνο του στη ζωή, υλικά και ψυχικά λαβωμένο. "Το βάφτισμα" του μικρού Στέργιου στο ομότιτλο τελευταίο διήγημα της συλλογής έρχεται να ολοκληρώσει την αισιόδοξη προοπτική που κρύβεται στη ρεαλιστική θεώρηση ενός κόσμου ταλαιπωρημένου. Μέσα από τις αρχετυπικές μορφές των ηρώων του και την τεχνική της υποδειγματικής αφήγησης, χάρη στην οποία ενσωματώνει εύστοχα στο διήγημά του αξίες και αλήθειες που μπορούν να προβληματίσουν τον αναγνώστη, ο συγγραφέας αναζητά τη λύση στην αγνή ανθρώπινη προαίρεση και στον δυναμικό αγωνιστικό πνεύμα της νεότητας, που μπορεί να δαμάσει τις δυσκολίες. Η περίοδος γραφής των Ανυπεράσπιστων είναι λιγότερο επική για τον Δ. Χατζή και η συνείδηση της ματαίωσης πολλαπλών προσδοκιών είναι γεγονός, ωστόσο η αισιόδοξη αντιπρόταση ενυπάρχει στη συνείδηση της ανθρωπιάς που υπερασπίζεται με το έργο του. "Το ουσιώδες", όπως ήδη προαναφέραμε με αφορμή το ομότιτλο διήγημα, παραμένει πάντα ο άνθρωπος και καθετί πρέπει να τον υπερασπίζεται, αλλά αυτή είναι μια αλήθεια που δεν είναι σίγουρο ότι έχει γίνει αποδεκτή στην πράξη στην εποχή μας.

Σύμφωνα με τον Τ. Τοντορόφ "κατά κανόνα ο μη επαγγελματίας αναγνώστης, σήμερα όπως και χθες, διαβάζει για να βρει στα λογοτεχνικά έργα ένα νόημα που θα του επιτρέψει να καταλάβει καλύτερα τον άνθρωπο και τον κόσμο: για να ανακαλύψει σ' αυτά μια ομορφιά που εμπλουτίζει την ύπαρξή του. Με αυτόν τον τρόπο καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό του"5. Τα διηγήματα του Δ. Χατζή, ακριβώς διότι αποτελούν μια απόπειρα ερμηνείας του κόσμου και του ανθρώπου μέσα από τη σκέψη και την ευαισθησία του δημιουργού τους, συνιστούν για όλους μιαν ακόμα οδό πρόσβασης στην αλήθεια που υπηρετεί η λογοτεχνία, αυτή που κρύβεται στην πραγματικότητα που ζούμε, αλλά και μέσα μας. Ο λογοτεχνικός λόγος του παραμένει επίκαιρος διότι είναι λόγος για τον κόσμο, ρεαλιστικός, κοινωνικός και βαθύτατα ανθρώπινος.

 

*Η Μαρία Ν. Ψάχου είναι δρ Φιλολογίας

 

1 Όλες οι παραπομπές σε αποσπάσματα από τα διηγήματα προέρχονται από την ακόλουθη έκδοση: Δ. Χατζή, Ανυπεράσπιστοι. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1979.

2 Π. Κουτσιαμπασάκος, Εφημ. Η Καθημερινή, 20-1-2013

3 Δ. Τζιόβα, Δ. Χατζής, Ένας συναισθηματικός ιδεολόγος. Εφημ. Το Βήμα, 22/10/2000

4 Συνέντευξη του Δ. Χατζή στο περ. Διαβάζω, τχ.5-6, Νοέμβρης 1976- Φλεβάρης 1977.

5 Τ. Τοντορόφ, Η λογοτεχνία σε κίνδυνο. Εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2013, σ.38-39.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Οι αναποφάσιστοι

Έχουμε μπει για τα καλά σε προεκλογική περίοδο. Και είναι γεγονός ότι όλες οι εκλογές, ακόμα και αν δεν αναδεικνύουν κυβέρνηση, έχουν πολύ μεγάλη πολιτική σημασία. Πολύ περισσότερο, όταν γίνονται σε...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο