Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πού 'ναι τα άνθη σου; Έρωτας και θάνατος στον ίσκιο των ανθισμένων γυναικών

Ημερολόγια Αναγνώσεων


της Πόλυς Χατζημανωλάκη

Το 1901 ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γράφει μια ιστορία της παιδικής του ηλικίας, τότε που πήγαινε με τους δικούς του στην εξοχή για τις ανοιξιάτικες αγροτικές πανηγύρεις και «ερρέμβαζε γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζει περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν». Ο ρεμβασμός, ο έρωτας του παιδιού για το δέντρο, ο πόθος του να το αγκαλιάσει, οι αισθησιακές περιγραφές, η ονειρική μεταμόρφωση του δέντρου σε αμαδρυάδα - αποτελούν μία από τις λαμπρότερες σελίδες απελευθέρωσης της ερωτικής επιθυμίας στην ελληνική λογοτεχνία, με πολλές οφειλές ενδεχομένως στο «Άσμα Ασμάτων», αλλά εμβληματικές για την πρωτοτυπία τους στην ενσωμάτωση της μεταφοράς γυναίκας - δέντρο. Στην πρόσφατη συλλογή του Γιώργου Χ. Θεοχάρη «Πλησμονή οστών», και χωρίς την τελική ονειρική παπαδιαμαντική μεταμόρφωση, οι αναλογίες του κορμού που αγκαλιάζεται, των φύλλων που αγγίζουν και χαϊδεύουν, των κλαδιών που απλώνονται και μοιάζουν με χέρια ανακαλούν τις «ζωηφόρους οπούς που θάλπουν έρωτα θείας ακμής», τη δρόσο γλυκασμού, το μέλι το εκ πέτρας που στάζει και ρέει ολόγυρα και επιτελούν παρόμοια λειτουργία: «έκοβα σύκα λευκά, σφιχτά, μόλις που να μαλάσσονται, σαν στήθος νεαρό - κόρφος ανέγγιχτος, κι έσταζε κόμπους - κόμπους το γάλα της επιθυμιάς στις άκρες τους και στάλα - στάλα εδάκρυζεν η γλύκα στο κέντρο του χλωρού κορμιού τους» γράφει στο πρώτο ποίημα της συλλογής για το κορφολόγημα της συκιάς ως ερωμένης και τον ανταγωνισμό του με τον αντίζηλο, το πουλί τον συκοφάγο, εγκαινιάζοντας στην αρχή - “Ρέει έρως αγεφύρωτος” - ένα πανόραμα βλαστικού αισθησιασμού. Η γυναίκα δέντρο με τα χίλια πρόσωπα: η γλυκιά συκιά, η ακορφολόγητη ελιά, η πορτοκαλιά, η ασθματική στον έρωτα αμυγδαλιά, η συγκρατημένη ακακία, η πορφυρή κερασιά, η αχλαδιά - επιθυμία το όνομά σου είναι δέντρο, καρπός, γυμνό κορμάκι κοριτσιού που του προσφέρεται στη φαντασία του. Ο αισθησιασμός και ο θάνατος παλεύουν στα μαρμαρένια αλώνια. Από πολύτιμες μνήμες, από τον έρωτα, από το ανθισμένο σώμα παλεύει να αγκιστρωθεί ο ποιητής. Να μην γκρεμιστεί στης ανυπαρξίας το χάος - να μετατρέψει τον θάνατο σε έναν ωραίο καλλιεργημένο κήπο. Στη σκοτεινιά του οστεοφυλακίου η έμπνευση στο δεύτερο μέρος - “Πάσσαλοι οδοδείκτες” - οδηγίες για το κοινό μας πέρασμα, η έμπνευση που νικά τη λήθη, η έμπνευση που νικά κάθε φορά το θηρίο της αρρώστιας. Η μνήμη που χαρτογραφεί την Αθήνα με οδοδείκτες και ονόματα, εμπειρίες και βιώματα, μετασχηματισμούς και μεταμορφώσεις των ανθρώπων.

Μεταμορφώνεται σε δέντρο (σαν γυμνωμένο σκέλεθρο συκιάς τον χειμώνα), συμφιλιώνεται με τον θάνατο. Ξορκίζει την απώλεια, μνημονεύει προσφιλείς κεκοιμημένους, παραστέκεται στο πέρασμα της μάνας - δέντρου στην άλλη πλευρά: «νεραντζούλα φουντωμένη, πού ‘ναι η πρώτη σου ομορφάδα;» μια μαρτυρία πολύτιμη της αλήθειας του, που φέρνει δάκρυα στα μάτια. Ποιος λέει ότι η ποίηση δεν έχει να κάνει με συναισθήματα; Εμβολιάζει το σώμα της ποίησής του με αναγεννημένους στίχους και εικόνες από το δημοτικό τραγούδι. Και οι στίχοι στεριώνουν - ανθίζουν και καρπίζουν.

Προσδοκά μια ανάσταση με τον έρωτα, όπως της βλάστησης που συμβαίνει στη φύση: με την αγάπη πασχίζει να αναστήσει τη μικροφιλημένη. «Να είσαι ζωντανή νεκρή και ερωταναστημένη». “Κόντρα στον θάνατο τον αισθησιασμό λογιάζεις”, η ανθοφορία, ο έρωτας, ένα έλεος.

Από την αρχή ως το τέλος της συλλογής, από το πρώτο μέρος στο δεύτερο, διασχίζει τα ψυχικά τοπία από τα λιβάδια και τις μνήμες της νεότητας, μια καλλιέργεια εις βάθος, ένα βοτάνισμα, ένα όργωμα για να περάσει «απέναντι» στην άλλη πλευρά, εκεί που τα δέντρα έχουν χάσει τα άνθη τους, εκεί που το χώμα έχει σκληρύνει, «σαν τα πετρωμένα χώματα του Άδη», όπου συνεχίζει «αροτριώντας ακατάπαυστα».

Ο κύκλος της ζωής, η ελπίδα στην αναγέννηση τόσο στοχαστικά βιωμένος, χαραγμένος στους στίχους σαν πληγή:

ΑΝΘΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Έτσι και μένα η ψυχή μου / Πώς βλέπεις το γυμνό σταχτί σκέλεθρο / μιας αγριοσυκιάς χειμώνα, // Μα μέσα στον Φλεβάρη, στην παγωνιά, στο κρύο, // συναγωνίζεται, λες, τις αμυγδαλιές / ξάφνου προβάλλει στις άκρες των κλαδιών / κείνο της αναγέννησης το σκούρο νύχι / και με γιομίζει ολόφρεσκα πράσινα φυλλαράκια. // Έτσι και μένα η ψυχή μου, αν νιώσω ότι έρχεται / της μοναξιάς η άνοιξη, στις άκρες των κλαδιών / κάτι σαν άνθος με το φούντωμα του έρωτα παρέα.

Info

“Πλησμονή οστών”

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Εκδ. Μελάνι, 2018

112 σελ. Τιμή: 10 ευρώ

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ο κύριος Βορίδης

O κύριος Βορίδης ξεκίνησε τη λαμπρή πολιτική του σταδιοδρομία ως στέλεχος του Μιχαλολιάκου στη νεολαία της ΕΠΕΝ και αργότερα διάδοχός του στην ηγεσία αυτής της διαβόητης χουντοφασιστικής οργάνωσης.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο