Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δημήτρης Ζερβουδάκης: Ζω και αναπνέω μέσα στο ρεμπέτικο!

Γέννημα - θρέμμα της Θεσσαλονίκης, στην οποία εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται, ο Δημήτρης Ζερβουδάκης, αν και αυτοδίδακτος, αγαπούσε τόσο τη μουσική ώστε ξεκίνησε την ενασχόλησή του με αυτήν όντας ακόμα φοιτητής της Νομικής το 1986 ως ηγετική φυσιογνωμία του συγκροτήματος Νέοι Επιβάτες.

Η ύπαρξη του συγκροτήματος ήταν βραχύβια, όχι όμως και του Δημήτρη Ζερβουδάκη στον χώρο της μουσικής, καθώς, έχοντας αρχίσει από πολύ νωρίς να γράφει τα τραγούδια που ερμήνευε, διαμέσου μιας σειράς εκλεκτών συνεργασιών (με τους Γιάννη Μαρκόπουλο, Νίκο Μαμαγκάκη, αλλά και συναυλιακά με τον Γιώργο Νταλάρα) συνέχισε μια διαδρομή η οποία αποδείχθηκε πολύ μακρά και διαρκεί ακόμα.

Μια διαδρομή ιδιωματική, ξεχωριστή, μοναχική μεν ως προς την προσωπική δημιουργική και ερμηνευτική πλευρά του, αλλά και με αρκετές συμπράξεις με φίλους ομοτέχνους του των οποίων εκτιμά το έργο και το αισθάνεται κοντινό του. Με αφορμή τον κύκλο εμφανίσεών του στη μουσική σκηνή «Σφίγγα» από σήμερα και για τα επόμενα τρία Σάββατα, μέχρι και τις 9 Μαρτίου, μας μίλησε με χειμαρρώδη λόγο και με όρεξη που θα ζήλευαν πρωτοεμφανιζόμενοι γι’ αυτό που αποτελεί την ίδια τη ζωή του, δηλαδή την μουσική!

 

Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα

 

* Όταν ξεκινούσες με τους Nέους Επιβάτες, φανταζόσουν ότι η διαδρομή θα κρατούσε τόσο πολύ; Και σου περνούσε από το μυαλό ότι θα οδηγούσε στο σημείο που βρίσκεσαι σήμερα ή δεν είχες ιδέα για την κατεύθυνση, πόσο μάλλον για τον τελικό προορισμό;

Ειλικρινά απολαμβάνω τη διάρκεια της διαδρομής. Το «Γράμμα σε έναν ποιητή» σε ποίηση Νίκου Καββαδία αισίως έφτασε τα τριάντα δύο χρόνια ζωής! Εννοείται ότι ποτέ δεν θα μπορούσα να προβλέψω οτιδήποτε για το εγγύς ή το απώτερο μέλλον. Αυτό που όριζα ήταν απλά τα βήματα και τις επιλογές μου, σωστές ή λάθος. Κατεύθυνση, ως φαντασίωση ή επιθυμία, πάντα υπήρχε και υπάρχει, κρατώντας μια κεντρική ιδέα για τα πράγματα σε δημιουργικό αλλά και αισθητικό επίπεδο.

Η προσέγγιση στην τέχνη μου, ακόμα και στις ημέρες μας, γίνεται ενστικτωδώς, κάτι το οποίο θεωρώ υγιές, αποφεύγω αν μη τι άλλο τις «κακοτοπιές». Όχι με τη λογική ενός μικρόκοσμου, αλλά με εργαλείο δουλειάς και έκφρασης τη διαλεκτική δομή ενός τρόπου, του δικού μου τρόπου. Αυτό λοιπόν που επιβεβαιώθηκε στην ψυχή μου, μετά από τόσα χρόνια άσκησης της τέχνης μου, είναι πως το ταξίδι είναι αυτό που μετρά. Λέω ότι επιβεβαιώθηκε γιατί ανακάλυψα και βίωσα αυτήν την αλήθεια «ακούγοντάς» την για πρώτη φορά από τον γέρο Όμηρο μέχρι τον Καζαντζάκη και τον Καββαδία. Εξάλλου το τραγουδώ κάθε βράδυ!

 

* Διακρίνεις περιόδους στη μέχρι τώρα διαδρομή σου ή τη θεωρείς μια συνεχή εξελικτική πορεία με διαδοχικούς σταθμούς;

Σαφώς και μιλάμε για μια συνεχή εξελικτική πορεία με σταθμούς, στάσεις και μετεπιβιβάσεις. Οι δίσκοι στην περιοδική τους ολοκλήρωση και παρουσία εμπεριέχουν πάντοτε ένα αφήγημα. Αν δεν το κάνουν, το νιώθω σαν αδυναμία. Τους φαντάζομαι και τους αναγνωρίζω μέσα στην ψυχή μου σαν θεματικές ενότητες. Φωτογραφικά ενσταντανέ που αποτυπώνουν, ακόμη και σαν χρονογραφήματα, όνειρα, συναισθήματα, αλήθειες ή ψέματα.

Μεγάλος αντίπαλός μου μέσα στα χρόνια ήταν οι πιθανές ιδεοληπτικές μου αγκυλώσεις, καθώς προέρχομαι από τον χώρο των «τραυματικών» παιδιών της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που σήμερα τη βιώνω σαν έναν από τους βασικούς, πρόθυμους διαχειριστές ενός σάπιου -πάντα αισθητικά μιλώντας- συστήματος, γεγονός το οποίο με θλίβει αφάνταστα.

 

* Ποιοι Έλληνες αλλά και ξένοι ίσως δημιουργοί ήταν οι κυριότερες επιρροές σου όταν ξεκινούσες;

Δεν σκοπεύω να σαν αραδιάσω ονόματα. Ας κρατήσουμε το γεγονός ότι ακούω παθιασμένα μουσική. Αγαπώ τα ρεύματα, τις τάσεις, τους νεωτερισμούς, καθώς και τους πειραματισμούς. Εξελίχτηκα σε λάτρη της jazz μέσα από την συναναστροφή μου με άξιους μουσικούς. Την ίδια στιγμή όμως ζω και αναπνέω μέσα στο ρεμπέτικο και παραμένει γονιδιακή μα και μυστηριακή η σχέση μου με τη δημοτική μας εκφορά και ζωντανή παράδοση. Με διεγείρει ο ηλεκτρισμός του rock, του παρελθόντος - μέλλοντός μας. Με «αναπαύει» η απόλυτα ακουστική προσέγγιση μέσω της ανθρώπινης ανάσας, την οποία αντιλαμβάνομαι ως την υπέρτατη μελωδία. Εξάλλου για μουσική μιλάμε και μουσική είναι απλώς τα πάντα γύρω μας!

 

* Αντίστοιχα θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον ήχο που συνδυάζει το λαϊκό με το rock στοιχείο και πρώτος βέβαια τον δημιούργησε και τον καθιέρωσε ο αείμνηστος Νίκος Παπάζογλου, αλλά εσύ ήσουν ο αμέσως επόμενος, ο οποίος μάλιστα τον εξέλιξες ακόμα περισσότερο έχει επηρεάσει, συνειδητά ή μη, δημιουργούς όπως ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και ακόμα περισσότερο ο νεότερος Λεωνίδας Μπαλάφας, έτσι δεν είναι;

Θα μου επιτρέψεις να θεωρώ πρώτον «διδάξαντα» τον Διονύση Σαββόπουλο ως προς τον συνδυασμό των διαφόρων μουσικών στοιχείων, ακόμα και των πλέον αντιθέτων και φαινομενικά αντιφατικών. Ας πω όμως, για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, ότι αυτοί που συνέβαλαν και συνεχίζουν να το κάνουν στην εξέλιξη αυτή είναι οι εκατοντάδες «εργάτες» της μουσικής.

Μιλώ για όλους τους άξιους, ονειροπόλους, αντικομφορμιστές καλλιτέχνες του τόπου μας. Δημιουργικές συνειδήσεις που δεν «βολεύονται» στην πεπατημένη, βρίσκονται σε μια συνεχή ερωτική μάχη με την πρωτοτυπία και την υπέρβαση στη φόρμα, τον τρόπο, μα και την ουσία της μουσικής. Η έμπνευση, το έναυσμα, είναι μια μοναχική στιγμή. Το τελικό όμως αποτέλεσμα πάντα θα αφορά τη μικρή ή μεγαλύτερη, επιτυχή ή όχι, «κοινωνία» κάποιων ανθρώπων. Ευχαριστώ για τα εύσημα πάντως. Τελικός κριτής όμως θα είναι ο «πανδαμάτωρ» χρόνος...

 

* Ενώ όμως, από τη στιγμή που άρχισες να κυκλοφορείς προσωπικούς δίσκους, λειτουργούσες ως τραγουδοποιός - ερμηνευτής, έκανες και μερικά «διαλείμματα» τραγουδώντας σε δίσκους άλλων. Με ποια κριτήρια επέλεγες συνολικά, αλλά και κάθε μία από αυτές τις συνεργασίες σου;

Ακόμη και σήμερα αγαπώ πολύ αυτά τα «διαλείμματα», τα θεωρώ σπουδαία «δώρα», ειδικά αν πρόκειται για δουλειές φίλων ή νέων δημιουργών. Με φειδώ βέβαια, η συμβολή μου στην «παρέα» είναι η φωνή μου και το συναίσθημα που διεγείρει σε έναν δημιουργό έτσι ώστε να μας φέρει κοντά. Στη συνέχεια αυτό που με θέλγει είναι το ίδιο το αφήγημα. Η ταύτιση με το όραμα του δημιουργού ο οποίος θα με επιλέξει ως συνοδοιπόρο του είναι πολύ σημαντικό κίνητρο και κριτήριο για μένα.

Η συνάφεια, η συγγένεια αν προτιμάς, με τη δική μου δημιουργική - καλλιτεχνική αγωνία αποτελεί βασική οδό επικοινωνίας. Η συνέπεια στη συνέχεια της διαδρομής κάποιου είναι ένα σοβαρό, καταλυτικό στοιχείο θετικής αξιολόγησης μέσα μου. Τέλος να πω ότι «συχνάζω» σε τόπους που επιθυμούν να με «δουν» και να τους «δω».

 

* Προσωπικά θεωρώ το πιο παράδοξο -και ίσως γι’ αυτό και παράξενα σαγηνευτικό- album της δισκογραφίας σου αυτό που έκανες με τον Σούλη Λιάκο ξεκινώντας ήδη από τον τίτλο του («Το μέσα μου βουνό»). Μίλησε μου λίγο γι’ αυτό αρχίζοντας από το πώς προέκυψε η συνεργασία με έναν δημιουργό που ήταν εντελώς άγνωστος τότε και σε πολύ μεγάλο βαθμό παρέμεινε και στη συνέχεια.

«Το μέσα μου βουνό», σε στίχους και μουσική του δημιουργού από τη Βέροια Σούλη Λιάκου, αποτελεί κατά τη γνώμη μου μία από τις πιο εμβληματικές εργασίες, τουλάχιστον για εμένα. Ο συχνά παραληρηματικός του λόγος βρίθει αλληγοριών, μεταφορών, συμβολισμών και νοημάτων που με συγκίνησαν από την πρώτη στιγμή και συνεχίζουν να με συγκινούν έως σήμερα.

Τραγουδώντας κάθε βράδυ το περίφημο «Ω Λέλε» ή το υπερβατικό «Μαύρη μέρα» (διάλογος κάποιου με το άλογό του) μου γεννιόνται νέες αναγωγές, συνδέσεις, ερμηνείες αλλά και διαφυγές. Το ίδιο συναίσθημα εισπράττω και από το κοινό. Θεωρώ όμως χρέος μου να τεκμηριώσω την άποψη ότι αυτός ο δίσκος αποτελεί προϊόν συλλογικής δουλειάς, προσπάθειας και ενθουσιασμού μιας ομάδας ανθρώπων. Μιας «συναστρίας» που δυστυχώς δεν μπορούμε πια να επαναπροσεγγίσουμε, κυρίως λόγω απωλειών.

Ο αείμνηστος Σταύρος Ρωσσόπουλος (ηλεκτρική κιθάρα) ήταν καταλύτης. Η κορυφαία δημιουργική στιγμή του νεαρού τότε Διαμαντή Καραγιαννακίδη, ο οποίος έκανε τις ενορχηστρώσεις και είχε την ευθύνη για όλη την οργάνωση του υλικού σε επίπεδο προγραμματισμού. Η εξαιρετική παραγωγή του Άγγελου Σφακιανάκη, ο οποίος με αριστοτεχνική μαεστρία άφησε τα πράγματα να αναπνεύσουν, ακόμη και στον παραλογισμό τους, παίρνοντας το καλύτερο αποτέλεσμα από όλους μας. Οι ηχολήπτες στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια στην Αθήνα.

Και φυσικά όλοι οι μουσικοί και τραγουδιστές, οι οποίοι έδωσαν πνοή σε κάτι για το οποίο είμαστε υπερήφανοι. Κάτι που αδικήθηκε στην πρώτη του κυκλοφορία ως προς την υποδοχή του από την καλλιτεχνική «νομενκλατούρα» της εποχής. Τα κατάφερε όμως με την αξία του και αυτό είναι το πιο σπουδαίο.

 

* Όταν γράφεις τραγούδια, αρχίζεις συνήθως από τη μουσική ή τον στίχο; Οι στίχοι σου είναι πάντα βιωματικοί ή μερικές φορές απλώς αφηγείσαι ιστορίες, ρεαλιστικές ή συμβολικές;

Ισχύουν αμφότερα. Πολλές φορές ξυπνάς αλαφιασμένος με μια μελωδία να σου τρελαίνει το μυαλό, άλλες πάλι με ένα στίχο ή μια ιστορία. Το συναίσθημα σου γεννά την ανάγκη να «καταφύγεις» στην κιθάρα, διότι αυτήν χρησιμοποιώ ως μέσο. Η έμπνευση αποτελεί τη βάση της όποιας σχέσης αντιλαμβάνεται ο καθένας μας με αυτό που ό ίδιος ονομάζει «θεϊκό».

Δίοδοι είμαστε, η εσώτερη διαδρομή μας παίζει τον πιο σπουδαίο ρόλο στη δημιουργία, σε τι ταραγμένες θάλασσες ή μπουνάτσες θα βρεθεί η ψυχή μας, σε ποια βράχια θα πέσει, αν θα τσακιστεί ή θα σωθεί. Το θέμα είναι να νιώθουμε και να τεκμηριώνουμε την προσωπική μας εξέλιξη και να την εναρμονίζουμε συνειδητά με τη βελτίωση του κακού μέσου όρου που έχει προκύψει στη ζωή και την κοινωνία μας. Η χειραφέτηση δεν είναι μόνον προσωπικό ζήτημα.

 

* Θεωρείς ότι η σύνθεση της τωρινής μπάντας σου (μπουζούκι μαζί με κιθάρα, πιάνο και πνευστά) εκφράζει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη όχι μόνο την προσέγγιση και την ενορχηστρωτική άποψή σου, αλλά ακόμα και το «ιδεολογικό» σου όραμα για την μουσική σου;

Η παρουσία του Γιώργου Μακρή με τα πνευστά του στην μπάντα μας δίνει την οικουμενική ethno - balkan προσέγγιση και τεκμηρίωση του υλικού μας. Μας έφερε ένα δροσερό αεράκι από τις παρυφές του Φαλακρού Όρους, από όπου έλκει την καταγωγή του. Η αγάπη μας για τη «ρεμπετοσύνη» και το αστικό λαϊκό τραγούδι είναι καταγεγραμμένη εδώ και πολλά χρόνια.

Ο Παναγιώτης Κουτσούρας «σηκώνει» επάξια αυτό το «φορτίο» με το τρίχορδο μπουζούκι του. Ο πιανίστας Δημήτρης Οικονομίδης σε συνέργεια με τον κιθαρίστα Νίκο Παπαδόπουλο, τον ντράμερ Θανάση Αρχανιώτη και τον μπασίστα Θάνο Κολοκυθά αποτελούν τη στιβαρή μας βάση, η οποία μας δίνει την άνεση να κινούμαστε από τη Δύση στην Ανατολή και από τον ηλεκτρικό στον απόλυτα ακουστικό ήχο, «δαμάζοντας» τα ύφη στην αναζήτηση του ποθούμενου.

 

* Τι θα περιλαμβάνει το πρόγραμμα που θα παρουσιάσεις στη «Σφίγγα»; Διαφοροποιείται καθόλου από αυτό των ζωντανών εμφανίσεών σου τα τελευταία χρόνια;

Πάντα έχουμε τη χαρά να διαφοροποιούμε κάθε εμφάνισή μας στην Αθήνα και παντού στην Ελλάδα. Έχει μαζευτεί μπόλικο πρωτότυπο υλικό για να το κάνουμε αβίαστα αυτό. Παράλληλα αξιοποιούμε ό,τι αγαπήσαμε από κοινού με τον κόσμο. Τραγούδια «κορυφές», που προσδιορίζουν τις συγγενικές καταβολές μας και μας τοποθετούν κοντά σε αυτά που αγαπήσαμε από τη μουσική του τόπου μας.

 

* Και τα προσεχή σχέδιά σου, συναυλιακά αλλά και δισκογραφικά, αν φυσικά υπάρχουν και τέτοια;

Μουσική, μουσική, μουσική...


Η περίπτωση του Δημήτρη Ζερβουδάκη είναι μια από τις λίγες που δεν χρειάζονται κανέναν άλλον επίλογο εκτός από αυτή τη λέξη. Ίσως ούτε καν πρόλογο...

Δείτε όλα τα σχόλια