Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Απόστολος Ρίζος: Μουσική ψυχαγωγία που «σκάβει» λίγο πιο βαθιά τις αισθήσεις...

Προσωπικότατος ερμηνευτής και ακόμα πιο προσωπικός, σχεδόν ιδιοσυγκρασιακός τραγουδοποιός, ο Απόστολος Ρίζος, παρά τη μικρή δισκογραφική παρουσία του, έχει κατορθώσει με τις πολλές ζωντανές εμφανίσεις του να κερδίσει δικαίως την προσοχή ενός απαιτητικού και με υψηλό κριτήριο τμήματος του μουσικόφιλου κοινού.

Με αφορμή τον κύκλο τριών εμφανίσεων στη μουσική σκηνή «Σφίγγα», ο οποίος ολοκληρώνεται την Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου, συνομιλήσαμε μαζί του για τη σχέση του με την μουσική και τη διαδρομή του σε αυτήν, η οποία καθορίζεται από τη θεώρησή της όχι σαν «επαγγέλματος» ή ακόμα και διασκέδαση, αλλά ως κυριολεκτικά ψυχαγωγία που οδηγεί σε μια λυτρωτική, κάποτε ακόμα και καθαρτήρια, αισθητική απόλαυση.

 

Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα

 

* Μεσολάβησε φυσικά η οριστική κατάρρευση της μουσικής βιομηχανίας, που άλλαξε πάρα πολύ τα πράγματα, αλλά η προσωπική δισκογραφική διαδρομή σου είναι πολύ διαφορετική από αυτήν των περισσοτέρων άλλων. Ξεκίνησες δηλαδή με ένα τυπικό, θα έλεγα, για έναν τραγουδοποιό και ερμηνευτή άλμπουμ το ’10 για να ακολουθήσει έξι χρόνια αργότερα ένα πολύ διαφορετικό, σε ένα βαθμό και αρκούντως πειραματικό. Γιατί τόσο μεγάλη καθυστέρηση, ποιος ο λόγος αυτής της μεταστροφής και πώς βλέπεις τη συνέχεια;

Αν πούμε για καθυστέρηση τα έξι, χρόνια είναι λίγα μπροστά στη δεκαετία σχεδόν που μεσολάβησε από τα δύο πρώτα άλμπουμ μου με τον Νίκο Ζούδιαρη μέχρι το προσωπικό μου και ως τραγουδοποιού πλέον το 2010. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα χρόνια ανάμεσα σε αυτά παρέμενα άπρακτος. Δεν σταμάτησα ποτέ να εμφανίζομαι ζωντανά και συμμετείχα σε αρκετούς δίσκους ομοτέχνων μου που εκτιμώ.

Δεν ήμουν ποτέ το αγαπημένο παιδί των δισκογραφικών εταιρειών ούτε αυτές δικές μου αγαπημένες, ίσως γιατί ήθελα να κάνω τα πράγματα με το δικό μου τρόπο. Αυτός ο τρόπος απαιτεί χρόνο και τις αναγκαίες πρακτικές προϋποθέσεις. Όταν κατάφερα το 2016 να κυκλοφορήσω το άλμπουμ «6», ήταν κάτι που έγινε με δυσκολία αλλά τουλάχιστον ήταν δική μου παραγωγή και αισθάνθηκα απελευθερωμένος.

Πάντως δεν πιστεύω ότι υπάρχει μεταστροφή σε σχέση με το πρώτο μου, θα το έλεγα εξέλιξη. Ο χρόνος φέρνει ωριμότητα, οι κοινωνικές συνθήκες άλλαξαν δραματικά και ως καλλιτέχνες αφουγκραζόμαστε, αλλά και είμαστε μέρος αυτών των ζυμώσεων. Όσο για τη συνέχεια, το μέλλον δεν μπορώ να το προβλέψω, θα συνεχίσω όμως να πορεύομαι με ανάλογο τρόπο. Σε επαφή με τη ζωή, με το συναίσθημά μου και την ανάγκη μου να εκφράζομαι μέσα από τη μουσική με πρωτότυπο δικό μου τρόπο.

 

* Ποια είναι η διαφορά του minimals από την μπάντα που σε συνοδεύει στις κανονικές εμφανίσεις σου, όχι μόνον από πλευράς μελών, αλλά κυρίως όσον αφορά στην προσέγγιση των τραγουδιών -δικών σου ή άλλων- που παίζετε;

Η διαφορά με την κανονική μπάντα, το τρίο μου δηλαδή, είναι ότι στη δεύτερη περίπτωση είναι πιο έντονη η παρουσία του ρυθμού λόγω των ντραμς. Η προσέγγιση όμως δεν αλλάζει επί της ουσίας, άλλωστε το minimals είναι ένα πρότζεκτ που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια, από την ανάγκη να είμαστε ευέλικτοι και να μπορούμε να παίζουμε και σε μικρότερους χώρους, κυρίως στην επαρχία. Παρ’ όλα αυτά μέσα στα χρόνια και με τα τόσα χιλιόμετρα που κάναμε με τον σταθερό συνοδοιπόρο μου βιρτουόζο κοντραμπασίστα Θοδωρή Κουέλη το πρότζεκτ αυτό κατάφερε να στέκεται σε οποιονδήποτε χώρο, να συγκινεί και να δημιουργεί τη βεβαιότητα στον ακροατή ότι είναι μουσικά πλήρες.

 

* Τι θεωρείς ότι προσφέρει αυτή η λιτότατη προσέγγιση τόσο στα τραγούδια όσο και σε εσένα που τα ερμηνεύεις;

Μια διαφορετική και αυθεντική μουσική εμπειρία, τόσο για εμάς όσο και για τους ακροατές. Μέσα από μια μινιμαλιστική οπτική, με άξονα την ερμηνεία και τη θεατρικότητα, συναντιόμαστε σε ένα «μουσικό σταυροδρόμι» Δύσης και Ανατολής, πειραματιζόμαστε ενορχηστρωτικά και λειτουργούμε επί σκηνής σαν ένα σώμα συνδυάζοντας λούπες, κιθάρα, φυσαρμόνικα και ένα κοντραμπάσο που στα χέρια του Θοδωρή μεταμορφώνεται σε τσέλο, λύρα, κρουστό και εν τέλει σε μια πανδαισία ήχων έχοντας ως ζητούμενο το καθαρό συναίσθημα και τη μυσταγωγία. Το ταξίδι μας αυτό έχει αγαπηθεί από το κοινό και προσφάτως άνοιξε τα φτερά του με συναυλίες σε ευρωπαϊκές πόλεις.

 

* Υπάρχει κάποιος άλλος/οι που να βλέπεις σε αυτό που κάνει κάτι παράλληλο ή έστω κοινό με εκείνο το οποίο επιχειρείς με το minimals;

Υπάρχουν και εύχομαι να υπάρξουν και άλλοι. Δυο αξιόλογες περιπτώσεις από τη νεότερη γενιά είναι η Αγγελική Τουμπανάκη και η Μαρία Παπαγεωργίου με τις οποίες είχα τη χαρά να συνεργαστώ επανειλημμένα, και φυσικά να μην ξεχνάμε ότι ο Αλκίνοος Ιωαννίδης ήταν από τους πρώτους που άνοιξαν τέτοιους δρόμους μουσικής έκφρασης.

 

* Το προσωπικό ύφος σου ως δημιουργού είναι σύγχρονο και στον μεγαλύτερο βαθμό ηλεκτρικό. Τι είναι λοιπόν αυτό που σε ελκύει τόσο στα κλασικά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια και ασχολείσαι μαζί τους τόσο συχνά, συστηματικά και σε βάθος;

Ακριβώς αυτό. Βρίσκω τα κλασικά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια εξόχως ηλεκτρικά και σύγχρονα. Πάντα θαύμαζα την καθαρότητα και την οικονομία που έχουν οι μουσικές φόρμες τους και με συνέπαιρναν οι ποιητικές προεκτάσεις που έκρυβαν οι στίχοι τους. Σε κάθε τραγούδι που έχω γράψει ή ερμηνεύσει νομίζω ότι υπάρχει το κύτταρό τους.

 

* Σε ποιο σκεπτικό και αντίστοιχα ποιον άξονα στήριξες το πρόγραμμα που παρουσιάζεις στη «Σφίγγα»;

Ο άξονας ή, αν θέλεις, ο κοινός παρονομαστής είναι το συναίσθημα μέσα από τραγούδια που πιστεύουμε ότι έχουν νόημα να ακουστούν, είτε γράφτηκαν χθες είτε έναν αιώνα πριν. Καθένα βρίσκει τη θέση του σε ένα μουσικό παζλ μέσα από μια διαφορετική μουσική και αισθητική προσέγγιση. Επιπλέον αυτή τη φορά το minimals διανθίζεται και με προβολές που επιμελείται η Τάμμυ Τσέκου και αποτελούνται κυρίως από εικόνες αρχείου με επίκεντρο το ανθρώπινο στοιχείο σε όλες του τις εκφράσεις: στο παιχνίδι, τον έρωτα, τη μουσική, την ξενιτιά.

 

* Τι εκτιμάς σε αυτό που κάνουν οι ΤέΤΡΙΣ και γιατί επέλεξες συγκεκριμένα αυτούς για να σε συντροφεύσουν σε αυτό τον κύκλο εμφανίσεων;

Τους θαυμάζω, είναι αγαπημένοι και σημαντικοί τραγουδοποιοί καθένας τους προσωπικά. Στο παρελθόν είχαμε βρεθεί επί σκηνής με τον Αλέξανδρο Εμμανουηλίδη και η φιλία μας μετράει χρόνια με τον Ηλία Βαμβακούση είχαμε συνεργαστεί σε παραστάσεις του Νίκου Ξυδάκη, ενώ με τον Γιάννη Παπαγεωργίου συναντιόμαστε μουσικά πρώτη φορά. Σχημάτισαν τους ΤέΤΡΙΣ λόγω της αγάπης τους για το ρεμπέτικο και τους μεγάλους λαϊκούς συνθέτες και αυτή συναντήθηκε με τη δική μου.

Η ιδέα να συνεργαστούμε γεννήθηκε αυθόρμητα όταν παρακολούθησα μια συναυλία τους, όπου γοητεύτηκα από τη μεταξύ τους κιθαριστική «συνομιλία» σε τραγούδια - σταθμούς και το ταίριασμα των φωνών τους. Ένιωσα ότι θα είχε ενδιαφέρον να τους καλέσουμε στις παραστάσεις μας στη «Σφίγγα», ώστε η «ανοιχτή αγκαλιά» των τραγουδιών του minimals να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Χαίρομαι που συναντηθήκαμε επί σκηνής.

 

* Ικανοποιημένος από την ανταπόκριση και τις αντιδράσεις του κοινού στις δύο πρώτες συναυλίες;

Ναι, είμαι πολύ χαρούμενος που υπάρχει ένα σημαντικό κοινό το οποίο Παρασκευή βράδυ αναζητά ένα είδος μουσικής ψυχαγωγίας που «σκάβει» λίγο πιο βαθιά τις αισθήσεις.

 

* Εκτός από τον Νίκο Ζούδιαρη, με τον οποίο ξεκίνησες, ποιοι άλλοι δημιουργοί θα έλεγες ότι αποτελούν τις καθοριστικότερες επιρροές σου;

Λοΐζος, Βαμβακάρης, Μικρούτσικος στον μελοποιημένο Καββαδία του, Ξαρχάκος στο «Ρεμπέτικο», Ξυδάκης, Κραουνάκης και Νικολακοπούλου στο «Ανθρώπων έργα», Sting, Dire Straits, Pink Floyd, David Bowie, Bob Dylan, Leonard Cohen, Tom Waits και Led Zeppelin.

 

* Αν έπρεπε να τοποθετήσεις τον εαυτό σου σε ένα ιδίωμα, ποιο θα ήταν αυτό; Ή είσαι από εκείνους που αρνούνται κατηγορηματικά να το κάνουν;

Δεν ξέρω, αυτό που κάνω είναι να βολτάρω από όλες τις γειτονιές του καλού ελληνικού τραγουδιού με πυξίδα μου τον στίχο.

 

* Και τα σχέδιά σου για το υπόλοιπο της σεζόν και ίσως και πιο μακροπρόθεσμα, συναυλιακά αλλά και δισκογραφικά, αν υπάρχουν και τέτοια;

Συνεχίζουμε την περιοδεία μας με το minimals σε Σέρρες, Θεσσαλονίκη, Ρέθυμνο, Χανιά, Σίφνο και ξανά στην Κύπρο για συναυλίες στη Λευκωσία και στη Λεμεσό. Στα τέλη Μαρτίου θα παρουσιάσουμε ξανά στην Αθήνα τη μουσική παράσταση «Σ’ ένα δωμάτιο με τον Μάνο Λοΐζο» στο θέατρο Άλμα. Παράλληλα συγκεντρώνω υλικό για ένα νέο άλμπουμ και ελπίζω σύντομα να κυκλοφορήσει ένα πρώτο τραγούδι ως προπομπός.

Πάντα με πυξίδα τον στίχο, σε μια διαδρομή που δεν περνάει πάντα από τα ομαλότερα σημεία, καθώς είναι σταθερά προσηλωμένη στην κατεύθυνσή της, τα αληθινά συναισθήματα, την ουσία και την αληθινή, ειλικρινή επικοινωνία με τον κόσμο...

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Τα ψέματα κάποτε τελειώνουν

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συμπλήρωσε 100 μέρες. Ο απολογισμός είναι μια πολιτική fast track, που έχει στόχο βασικά τρεις στόχους. Την παλινόρθωση του παλαιοκομματισμού, την εξυπηρέτηση κάθε είδους συμφερόντων και την επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο