Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μιχάλης Παρασκάκης: Συνθέτοντας την τόσο σύνθετη όπερα του σήμερα

Η Κεντρική Σκηνή της ΕΛΣ στη νέα εποχή της, με έδρα της πλέον το υπερσύγχρονο κτήριο της που βρίσκεται στο ΚΠΙΣΝ, τελεί το εξ αντικειμένου έργο της, το να παρουσιάζει δηλαδή όσο το δυνατόν...

Η Κεντρική Σκηνή της ΕΛΣ στη νέα εποχή της, με έδρα της πλέον το υπερσύγχρονο κτήριό της που βρίσκεται στο ΚΠΙΣΝ, τελεί το εξ αντικειμένου έργο της, το να παρουσιάζει δηλαδή όσο το δυνατόν πληρέστερες παραστάσεις κλασικών έργων λυρικού θεάτρου. Στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, όμως, συντελείται αθόρυβα κάτι πολύ διαφορετικό, μια συνειδητή προσπάθεια ανανέωσης εφ' όλης της ύλης του μουσικού θεάτρου.

Η πρώτη νέα παραγωγή της για φέτος είναι το «Orpheus», που θα παιχτεί για μόνο έξι παραστάσεις, από τις 25 Ιανουαρίου μέχρι τις 3 Φεβρουαρίου. Πρόκειται για μια εικαστική όπερα της Ομάδας Oper(o), που έχει ως θέμα της τον μύθο του Ορφέα και βασίζεται στην ποίηση του Τ.Σ. Έλιοτ.

Ο συνθέτης της μουσικής της Μιχάλης Παρασκάκης, ο οποίος είναι επίσης λυρικός ερμηνευτής με μια αυτόνομη και αξιοσημείωτη διαδρομή με αυτή την ιδιότητά του, μας μίλησε για το πώς κάνεις τη μουσική ισότιμο παράγοντα ενός πολυμεσικού -και σίγουρα εξαιρετικά ενδιαφέροντος!- έργου.

 

* Ο σκοπός της ομάδας Oper(o) είναι απλά να εκσυγχρονίσει το μουσικό / λυρικό θέατρο ή να το δει από μια εντελώς διαφορετική από τη μέχρι τώρα οπτική και εντέλει να το χρησιμοποιήσει ως μια εντελώς νέα εκφραστική οδό ή ακόμα και μέσο;

Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι με την Oper(o) και γι' αυτό μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου, αν και πιστεύω ότι δεν διαφωνούν και οι υπόλοιποι. Γνώμονάς μου είναι να υπηρετήσω τις προθέσεις μου, αλλά και τις απαιτήσεις του εκάστοτε έργου. Το αν αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον εκσυγχρονισμό ή την ανάδυση ενός νέου εκφραστικού μέσου είναι φυσικά ευπρόσδεκτο, αλλά όχι αυτοσκοπός.

* Θεωρώ πως είσαι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού, για τον πολύ απλό λόγο ότι πρέπει να είναι ελάχιστοι διεθνώς οι συνθέτες έργων μουσικού θεάτρου που παράλληλα είναι ενεργοί ερμηνευτές του και μάλιστα με κλασική, λυρική παιδεία. Σε ποιο βαθμό υπεισέρχεται ο ερμηνευτής όταν γράφεις ένα νέο έργο, αν συμβαίνει αυτό; Επηρεάζει καθόλου τη γραφή σου ή είναι απλά ένας υποβοηθητικός παράγοντας και ούτε καν πάντα;

Είναι τόσο αλληλένδετη η ερμηνεία με τη σύνθεση όταν γράφω για φωνή, που θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν την επηρεάζει. Η λυρική παιδεία είναι σίγουρα μια ισχυρή βάση, αλλά τελικά ένα μικρό κομμάτι του μουσικού θεάτρου. Ως ερμηνευτής από νωρίς εξερεύνησα και άλλες οδούς, τα όρια της χρήσης της φωνής και της θεατρικής ερμηνείας. Ως συνθέτης, έχοντας στη διάθεσή μου αυτό το οπλοστάσιο, το χρησιμοποιώ από καθόλου ώς ολόκληρο, αναλόγως με τις επιθυμίες μου, τις ανάγκες ενός έργου και σίγουρα τις δυνατότητες των εκάστοτε εκτελεστών.

* Όσο κι αν σε πρώτο επίπεδο φαίνεται εντελώς ανεξάρτητο το ότι έχεις σπουδάσει επίσης γραφιστική, προσθέτει στο έργο σου, αν όχι πάντα, τουλάχιστον σε περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη, μια επιπλέον «εικαστική» ματιά -ή ακόμα και διάσταση- ή όχι;

Η γραφιστική ή, για να το θέσω γενικότερα, η «εικόνα» εμπλέκεται σε μεγάλο βαθμό στο έργο μου ακόμα κι όταν δεν φαίνεται. Για παράδειγμα, όταν κάνω σχεδιαγράμματα στις παρτιτούρες μου με σαφείς οδηγίες φωτισμού και τοποθέτησης στη σκηνή ακόμα και για αμιγώς μουσικά έργα. Πολλά πράγματα ξεκινούν στο μυαλό μου σαν αφηρημένες οπτικές καταστάσεις που αργότερα αποκτούν ηχητική υπόσταση. Χαίρομαι για το ότι το εικαστικό είναι ένα δομικό κομμάτι αυτής της παράστασης -και όχι απλώς ένα συμπλήρωμα της μουσικής δραματουργίας-, αφού για εμένα είναι αλληλοεξαρτώμενα.

* Πώς ακριβώς θα απέδιδες τον όρο εικαστική όπερα σε κάποιον που, ακόμα κι αν δεν ήταν αμύητος στην όπερα, δεν γνώριζε καθόλου το μέχρι τώρα έργο της ομάδας;

Η λέξη όπερα εδώ χρησιμοποιείται πολύ ελαστικά και για να υποδηλώσει τη σύμπραξη πολλών διαφορετικών μορφών δημιουργίας επί σκηνής. Η δομή και η αντιμετώπισή της απομακρύνεται από την παραδοσιακή όπερα, αφού, η μουσική έρχεται στο ίδιο επίπεδο με τα υπόλοιπα μέσα, ώστε να συνυπάρξουν ισότιμα, χωρίς ωστόσο να υποβιβάζεται σε θεατρική μουσική επένδυση. Το «εικαστική» μπήκε ακριβώς για να υπογραμμίσει αυτή την ισοτιμία, αλλά και να δείξει ότι οι πέντε διακριτές πράξεις δεν εξελίσσονται γραμμικά, αλλά είναι καταστάσεις που πυκνώνουν ή αραιώνουν. Με αυτή την έννοια έρχονται μάλλον πιο κοντά στον εικαστικό κώδικα, παρά στην (εικονογραφημένη) πλοκή.

* Πώς συνθέτεις τη μουσική σε μια τέτοια περίπτωση; Παράλληλα με τη συνολική σκηνοθετική, οπτική, εικαστική προσέγγιση και καθώς αυτή διαμορφώνεται ή πριν και ανεξάρτητα από αυτή;

Και με τους δύο τρόπους, ώς έναν βαθμό πριν (αν και όχι ανεξάρτητα) και μετά παράλληλα. Η παρομοίωση που μου αρέσει να χρησιμοποιώ είναι σαν ένα κτήριο που έχω σχεδιάσει λεπτομερώς, όταν, όμως, αρχίζει να χτίζεται, οι αλλεπάλληλες αλλαγές και οι προσθαφαιρέσεις μπορεί να το κάνουν αγνώριστο σε σχέση με το αρχικό σχέδιο. Όμως το αρχικό λεπτομερές σχέδιο υπάρχει και είναι αυτό που δίνει τη γραμμή.

* Πέρα από αυτό, γράφοντας τη μουσική είχες κατά νου και προσπαθούσες να συνδιαλεχθείς με το εικαστικό σκέλος της παράστασης; Αν ναι, με ποιον τρόπο;

Στον βαθμό που το εικαστικό σκέλος είχε υλοποιηθεί ναι, αλλά επίσης με τα προσχέδια και τις σημειώσεις των άλλων συντελεστών σχημάτιζα στο μυαλό μου αυτές τις αφηρημένες εικόνες που προανέφερα. Η προσέγγισή μου ωστόσο δεν είναι ποτέ περιγραφική.

* Ποιες ιδιαιτερότητες έχει η γραφή του Έλιοτ ως προς το να προσεγγιστεί μουσικά, καθώς νομίζω ότι ο όρος μελοποίηση δεν θα ήταν κατάλληλος σε αυτή την περίσταση; Αντιμετώπισες κάποιες συγκεκριμένες δυσκολίες ως προς το πώς να διαχειριστείς μουσικά κυρίως τη φόρμα αλλά και το περιεχόμενο του λόγου του;

Το έργο του Έλιοτ είναι συγκλονιστικό, αλλά κατ’ εμέ μη μελοποιήσιμο, για τον απλό λόγο ότι είναι τέτοια η δύναμή του ώστε θεωρώ τη μελωδική ενίσχυσή του τουλάχιστον αχρείαστη. Δεν θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να φανταστώ μια λυρική μελοποίησή του. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπισή μου δεν κινείται στη μελωδική ενίσχυση του νοήματός του, αλλά σε μια γενικότερη απόδοση του ύφους του σε συνδυασμό με τη σκηνική δράση. Μένει να δούμε αν λειτουργεί...

* Πώς θα χαρακτήριζες υφολογικά τη μουσική σου για το «Orpheus»; Κινείται στο γενικότερο πλαίσιο της κλασικής οπερετικής, είναι σύγχρονη, avant garde, πειραματική, κάτι άλλο;

Το πρώτο σίγουρα όχι. Τα άλλα τρία είναι αλληλοεπικαλυπτόμενα σε κάποιο βαθμό. Ας πούμε ότι γενικά ο χώρος που κινούμαι είναι αυτός, ωστόσο στο έργο αυτό το προσωπικό ύφος μου έχει υποχωρήσει αρκετά ώστε να επιτρέψει την ανάδειξη των άλλων μέσων.

* Τι είδους ενορχήστρωση επέλεξες; Ήσουν εντελώς ελεύθερος ως προς αυτό ή καθορίστηκε από τις ανάγκες της παραγωγής, την ΕΛΣ ή οτιδήποτε άλλο;

Ήμουν ελεύθερος μέσα στα όρια των δυνατοτήτων που όριζε η παραγωγή. Αρχικά οι τρεις μουσικοί θα ήταν επί σκηνής μαζί με τους τραγουδιστές. Όταν όμως η μορφή της παράστασης άλλαξε, έφυγαν όλοι οι εκτελεστές και στη θέση τους μπήκαμε εμείς, οι δημιουργοί της παράστασης. Τότε βρέθηκα επί σκηνής με τον υπολογιστή μου. Θέλησα να κρατήσω όμως ένα ποσοστό της αρχικής ιδέας, πολλαπλασιάζοντας τα όργανα που είχα, το ένα σαξόφωνο, ας πούμε, σε είκοσι. Άλλαξε ριζικά, λοιπόν, και η αντιμετώπιση αλλά ακόμα και η ιδέα της ενορχήστρωσης.

* Και όσον αφορά τη φωνητική γραφή; Ακολουθεί το γενικότερο ύφος της μουσικής σου για την παράσταση ή σε αυτή προστέθηκαν -ή αφαιρέθηκαν- στοιχεία που τη διαφοροποιούν κατά πολύ από το ορχηστρικό / οργανικό σκέλος ακριβώς γιατί ήθελες να εκφράσεις κάτι άλλο διαμέσου αυτής;

Μάλλον κινείται ταυτόχρονα και εναλλάξ στα δύο αυτά επίπεδα. Άλλοτε αναδύεται μέσα από τη γραφή των οργάνων, λειτουργώντας ως ένα ακόμα τέτοιο, και άλλοτε κινείται κόντρα, ακριβώς για να έρθει στο προσκήνιο.

* Ποιοι και τι είδους είναι οι ερμηνευτές/ιες του έργου και με ποια κριτήρια τους/τις επέλεξες;

Όπως είπα, είναι οι μουσικοί της αρχικής ιδέας. Προηχογραφημένα, λοιπόν, είναι ο βαρύτονος Βασίλης Δημακόπουλος, ένα σαξόφωνο και ένα τρομπόνι πολλαπλασιασμένα. Ζωντανά έχουμε τη μέτζο σοπράνο και ιδρύτρια της Οπερ(ό) Εριφίλη Γιαννακοπούλου και τέλος εμένα. Για τα όργανα βασίστηκα σε μουσικούς που γνωρίζω και εμπιστεύομαι για προφανείς λόγους.

* Τέλος, ο μύθος του Ορφέα μπορεί να έχει ως επίκεντρό του τον έρωτα και τον θάνατο, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι σε αυτόν ο ίδιος είναι μουσικός και μάλιστα εξαιρετικά προικισμένος. Αυτό σου είπε κάτι, είχε σημασία, έστω και υποσυνείδητα, για εσένα πριν αρχίσεις να γράφεις τη μουσική και κατά τη διάρκεια της σύνθεσής της; Με μια κουβέντα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μουσική, εκτός από επένδυση του θεάματος, είναι και μέρος του περιεχομένου, τμήμα του πυρήνα του θέματος του έργου ή όχι;

Θα έλεγα ότι, αντίθετα, αν η μουσική προσπαθούσε να περιγράψει πόσο καλός μουσικός είναι ο Ορφέας, τότε θα ήταν μια επένδυση του θεάματος. Δεν θα ακούσουμε ποτέ αιθέριες μελωδίες που λυγίζουν τον Άδη. Δεν με απασχόλησε τόσο αυτό το ταλέντο του όσο ο ρόλος που παίρνει ως το μέσο για την υπέρβαση. Το μέσο θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε άλλο και γι’ αυτό εστιάζω σε άλλες πτυχές και προεκτάσεις του μύθου. Η μουσική είναι όντως στον πυρήνα της παράστασης, αλλά ως αυθύπαρκτη «οντότητα» και όχι σαν ηχητικός ερμηνευτής του μύθου.

Μεταφέροντας όμως παρ' όλα αυτά ακέραιο το μήνυμα ενός μύθου προαιώνιου όσο και η ζωή και γι' αυτό επώδυνα σχεδόν διαχρονικού...

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μεταπολίτευση: Ιστορική μνήμη και δημοκρατία

Η δικτατορία του 1967 ήταν η κορύφωση της δραστηριότητας του μετεμφυλιακού κράτους. Από τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, ένα πραξικόπημα ήταν πάντοτε υπαρκτή επιλογή στα μυαλά των σκοτεινών μηχανισμών...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο