Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

ΑΡΛΕΤΑ (1945 - 2017): Η φωνή του Νέου Κύματος δεν είναι πια εδώ...

Η Αρλέτα είναι παντού...

Έχασε δυστυχώς την επίμονη μάχη που έδωσε για να κρατηθεί στη ζωή μετά το δεύτερο βαρύτατο εγκεφαλικό επεισόδιο το οποίο της συνέβη (το πρώτο ήταν το 2008, είχε απειλήσει τη ζωή της και της άφησε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας) η αγαπημένη Αρλέτα μόλις στα εβδομήντα ένα της χρόνια.

Η Αριάδνη Νικολέτα Τσάπρα (το χαϊδευτικό όνομα και όχι ψευδώνυμο με το οποίο έγινε γνωστή ήταν προφανώς ένας συνδυασμός των δύο ονομάτων της) γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1945 σε αρκετά εύπορη οικογένεια της Κυψέλης. Εκδήλωσε από πολύ μικρή τις δημιουργικές της ανησυχίες, που δεν ήταν άλλες από το να ζωγραφίζει, γι’ αυτό και σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

Αν και διακρίθηκε στις σπουδές της και η ζωγραφική παρέμεινε πάντα μια αγαπημένη της ασχολία που ποτέ δεν εγκατέλειψε, δεν ήταν αυτό στο οποίο τελικά αφοσιώθηκε. Και αυτό γιατί, ως φύση με πολλά ενδιαφέροντα και ταλέντα, από σχεδόν την ίδια ηλικία και ταυτόχρονα με τη ζωγραφική επιδιδόταν και σε κάτι άλλο. Έμαθε μόνη της και έπαιζε κιθάρα, έγραφε στίχους τους οποίους μερικές φορές επίσης επένδυε με μουσική, και, πάνω από όλα, τραγουδούσε.

Μια σειρά συγκυρίες έφεραν αυτή την εικοσάχρονη ντροπαλή φοιτήτρια της ΑΣΚΤ μπροστά σε έναν νεαρό συνθέτη που μόλις είχε επιστρέψει από τη Γαλλία και... τα υπόλοιπα είναι ένα πολύ όμορφο κεφάλαιο της Ιστορίας της ελληνικής μουσικής.

Το κλασικό «Μια φορά θυμάμαι», που έγραψε ο Γιάννης Σπανός σε στίχους τού -επίσης νεαρού φοιτητή της Νομικής τότε και στη συνέχεια βέβαια εξαίρετου ραδιοφωνικού παραγωγού- Γιώργου Παπαστεφάνου και φυσικά ερμήνευσε η Αρλέτα το 1966, ήταν η απαρχή αυτού που ονομάστηκε Νέο Κύμα, απηχώντας ίσως έτσι την κινηματογραφική Nouvelle Vague, αφού πολλά στοιχεία του ήταν γαλλικής προέλευσης.

Ήταν ένα νέο είδος τραγουδιού που μουσικά είχε ελάχιστη σχέση με την ελληνική παράδοση και αντίθετα υιοθετούσε τους κώδικες της μπαλάντας, η οποία ανθούσε τότε στην Ευρώπη, με απλούς, άμεσους στίχους, εξαιρετικά λιτές ενορχηστρώσεις (συνήθως μια κιθάρα, ένα πιάνο ή το πολύ και τα δύο) και καθάριες, ιδιαίτερα διαυγείς νεανικές φωνές.

Η Αρλέτα καθιερώθηκε σχεδόν αμέσως ως η φωνή αλλά ακόμα και το «πρόσωπο» αυτού του καινούργιου κινήματος, ως η ηγερία του Νέου Κύματος τόσο δισκογραφικά όσο και στη συναυλιακή του εκδοχή στους φυσικούς του χώρους, τις μπουάτ, που άρχισαν να ξεφυτρώνουν κυριολεκτικά σαν μανιτάρια στην περιοχή της Πλάκας.

Το 1966 επίσης κυκλοφόρησε το πρώτο της album με τίτλο το όνομά της και ακολούθησαν και άλλα, με ρυθμό ενός τον χρόνο μέχρι το 1970, οπότε υπήρξε η πρώτη διακοπή στη δισκογραφία της. Οι δίσκοι αυτοί, με τραγούδια πρωτίστως του Γιάννη Σπανού αλλά και άλλων άξιων νέων συνθετών της εποχής, έβγαλαν αρκετές επιτυχίες, αν και, παραδόξως, μια από τις μεγαλύτερες, η διασκευή του «Μη μιλάς άλλο για αγάπη» του Διονύση Σαββόπουλου, δεν συμπεριλαμβανόταν σε κανέναν από αυτούς.

Επανήλθε το 1976 με το «Τρίτη ανθολογία» του Γ. Σπανού και δυο χρόνια αργότερα ερμήνευσε για πρώτη φορά Μίκη Θεοδωράκη, το «Romancero Giatano» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Το πρώτο όμως ορόσημο στη διαδρομή της μετά την αρχή ήταν σίγουρα το «Ένα καπέλο με τραγούδια» του 1981, στο οποίο για πρώτη φορά υπέγραφε η ίδια τα τραγούδια. Τα «Περίπου» του 1984 (με την αξέχαστη «Σερενάτα») και «Τσάι γιασεμιού» την επόμενη χρονιά, αμφότερα σε μουσική του Λάκη Παπαδόπουλου, ήταν η αρχή μιας συνεργασίας και κυρίως μιας αληθινής φιλίας ζωής.

Εκείνη η περίοδος, είκοσι χρόνια περίπου μετά το ξεκίνημά της, ήταν η δεύτερη που βρέθηκε στο προσκήνιο. Δεν διήρκεσε όμως πολύ και σύντομα συνέχισε την «αθόρυβη» και πάντα τόσο σεμνή διαδρομή της, κυκλοφορώντας τους δικούς της δίσκους ή συμμετέχοντας σε λίγους και εκλεκτούς άλλων και κάνοντας εξίσου επιλεγμένες ζωντανές εμφανίσεις.

Φωνή αισθαντική αλλά και με μια μόνιμη ενδόμυχη μελαγχολία, η Αρλέτα κατόρθωνε να κάνει «δικό της» σχεδόν οποιοδήποτε τραγούδι ερμήνευε. Η πολύ σοβαρή περιπέτεια της υγείας της το 2008 την ανάγκασε βέβαια να περιορίσει, αλλά όχι και να σταματήσει τις δραστηριότητες της.

Δύο χρόνια αργότερα έκανε και μια από τις πιο απρόβλεπτες κινήσεις της με το να αποδεχτεί την πρόσκληση του Φοίβου Δεληβοριά να συμμετάσχει στο εντελώς εκτός των δεδομένων της τραγούδι «Ωροσκόπιο» από τον δίσκο του «Ο αόρατος άνθρωπος». Ετοίμαζε μάλιστα και νέο δίσκο όταν τη χτύπησε το δεύτερο εγκεφαλικό. Συγκυριακά ή μη, και η τελευταία της ζωντανή εμφάνιση έγινε μαζί με τον Φοίβο Δεληβοριά, στην «Ταράτσα» του τελευταίου, πριν από μόλις λίγες εβδομάδες.

Τον Σεπτέμβριο του 2015 της είχα πάρει τη μία και μόνη (και τελευταία δυστυχώς) συνέντευξη με αφορμή μια πανηγυρική συναυλία της στο «Βεάκειο» του Πειραιά. Αν και ήταν τηλεφωνική και η υγεία της ήδη πολύ επιβαρυμένη, θυμάμαι ακόμα τη φυσική ευγένεια, τη βαθιά καλλιέργεια και όχι απλώς παιδεία, την οξύνοια αλλά και το ήθος και τη ανθρωπιά της. «Οι χειρότεροι εχθροί μας είναι τα τρία ‘α’, ανοησία, αμάθεια, αλαζονεία» μου είχε πει και συμπλήρωσε ότι, ως αντίδοτο, «γενικώς ελπίζω».

Τον καλό αγώνα ενάντια σε αυτά τα τρία “α” δεν έπαψε να τον δίνει μέχρι το τέλος της ζωής της με τα λόγια, τις πράξεις και φυσικά το έργο της. Η απουσία αυτής της σεμνής, διακριτικής αλλά και τόσο σημαντικής γυναικείας φυσιογνωμίας του αληθινού και ουσιώδους ελληνικού τραγουδιού θα είναι κάτι περισσότερο και από δυσαναπλήρωτη και προσωπικά δεν μπορώ να την αποχαιρετήσω παρά μόνο παραλλάσσοντας τους στίχους του τραγουδιού του Δ. Σαββόπουλου που ταυτίστηκε πολύ περισσότερο μαζί της:

Μη μιλάς άλλο για εκείνη

Η Αρλέτα είναι παντού...

Δείτε όλα τα σχόλια