Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γιώργης Χριστοδούλου: "Ο Αττίκ πρότεινε ένα διαφορετικό είδος ελληνικού τραγουδιού"

Πολύ πριν από τον Γιάννη Κωνσταντινίδη και τον Νίκο Σκαλκώτα, απασχόλησε τον Αττίκ η διασκευή ελληνικών χορών για πιάνο

Είναι δύσκολο να πεις αν ο Γιώργης Χριστοδούλου είναι ένα τραγουδιστής που σπούδασε υποκριτική, ή ένας ηθοποιός που προτιμά να τραγουδάει! Ο ίδιος πιθανότατα θα έλεγε αμφότερα, αν και οι δουλειές του ως ερμηνευτής και μουσικός σαφώς και είναι περισσότερες από τις εμφανίσεις του στο θέατρο. Κοσμοπολίτης εκ φύσεως (γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μεγάλωσε κάτω από την Ακρόπολη στην Αθήνα και τα τελευταία χρόνια περνάει μεγάλο διάστημα του χρόνου του στη Βαρκελώνη), διασκευάζει τραγούδια άλλων και ερμηνεύει δικά του σε αρκετές γλώσσες πλην της ελληνικής, πάντα με μια έντονη θεατρική διάσταση και μια ποπ αισθητική. Το τελευταίο του project, αν και κυκλοφόρησε στο τέλος της χρονιάς, είναι ένας από τους πιο όμορφους αλλά και ενδιαφέροντες δίσκους του 2016. Το «Ο Αττίκ στο Παρίσι», όπως δηλώνει και ο τίτλος του, είναι κάποια από τα τραγούδια με γαλλικούς στίχους που έγραψε ο Αττίκ (κατά κόσμον Κλέων Τριανταφύλλου) κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι και των οποίων τις χαμένες για χρόνια παρτιτούρες ανακάλυψε, έφερε στο φως και τελικά ερμήνευσε σε αυτό το θαυμάσιο βιβλίο - CD ο Γιώργης Χριστοδούλου.

 

* Σας ενδιέφεραν τόσο πολύ η μουσική και τα τραγούδια του Αττίκ πριν ανακαλύψετε την πρώτη παρτιτούρα, ή από αυτό το σημείο και μετά το ενδιαφέρον σας έγινε πιο έντονο; Τι σας έκανε να αρχίσετε μια έρευνα που μόνον εύκολη και άκοπη δεν ήταν;

 

Τα ελληνικά τραγούδια του Αττίκ τα έμαθα από τη γιαγιά μου, μια γυναίκα που έπαιζε πιάνο και βιολί και λάτρευε τον Αττίκ. Τραγούδια του έλεγα συχνά σε συναυλίες, αλλά μετά την ανακάλυψη της πρώτης χαμένης παρτιτούρας το ενδιαφέρον μου έγινε όντως εντονότερο. Η διαδικασία ήταν εύκολη και καθόλου επίπονη. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν χρόνος και πολλή δουλειά. Κύλησε ευχάριστα και αβίαστα.

 

* Ανεξάρτητα από αυτό το υλικό, κρίνοντας από το έργο του που μέχρι τώρα γνωρίζαμε όλοι, πόσο σημαντική θεωρείτε ότι είναι η θέση και η συμβολή του Αττίκ στην ελληνική μουσική του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα;

 

Ο Αττίκ ήταν ο πρώτος τραγουδοποιός. Αυτός που έβαλε τις βάσεις για το ελληνικό τραγούδι όπως το ξέρουμε σήμερα. Αν διαβάσουμε κριτικές εκείνου του καιρού, όλες αναφέρουν το ίδιο πράγμα: ότι σ’ ένα τοπίο όπου ακούγονται μόνον αμανέδες ο Αττίκ προτείνει ένα άλλο είδος ελληνικού τραγουδιού, κομψό και συγκινητικό, το οποίο διηγείται ολοκληρωμένες ιστορίες.

 

* Θα λέγατε ότι ήταν απλώς ένα πολύ καλός τραγουδοποιός, ή ένας ολοκληρωμένος μουσικός;

 

Ανακαλύπτοντας τις χαμένες αυτές παρτιτούρες, βρήκα υπέροχα ορχηστρικά κομμάτια για πιάνο, κουαρτέτο, ακόμα και σχέδιο για μπαλέτο. Η επιλογή του ήταν να στραφεί στην τραγουδοποιία, όμως οι σπουδές του (με τον Faure και τον Saint-Saens), αλλά και όλα τα ορχηστρικά κομμάτια ή τα lied του αποκαλύπτουν μια άλλη πλευρά του και μαζί την ενδεχόμενη πιθανότητα να μιλούσαμε τώρα για έναν μεγάλο κλασικό συνθέτη, αν φυσικά είχε διαλέξει αυτόν τον δρόμο.

 

* Όσον αφορά αυτό συγκεκριμένα το υλικό, πιστεύετε πως η σημασία και η αξία του έγκειται στο ότι είναι τα, έστω και θαυμάσια, πρωτόλεια που προετοίμασαν το μετέπειτα ώριμο έργο του, ή έχουν τις δικές τους και εντελώς ανεξάρτητες;

 

Θα έλεγα ότι μουσικά είναι σε σημεία πιο ενδιαφέροντα από τα μετέπειτα ελληνικά του τραγούδια. Η επιλογή μου ήταν να μη συμπεριλάβω τα πιο «δύσκολα» από αυτά σε αυτόν τον δίσκο, με εξαίρεση ίσως το «Vieux Refrains», το οποίο ως σύλληψη, ρυθμικά και αρμονικά, είναι πολύ μπροστά από την εποχή του. Ίσως θα χρειαζόταν άλλη μια έκδοση για να ακουστούν και άλλα τραγούδια του εκείνης της περιόδου. Ελπίζω να έχω αυτή την ευκαιρία.

 

* Δεν είναι παράξενο και πολύ ενδιαφέρον ταυτόχρονα ότι, περισσότερο ακόμα και από τα τραγούδια του με ελληνικό στίχο, δεν έχουν σε τίποτα, ούτε καν τα επιμέρους στοιχεία τους, να κάνουν με τη μουσική της χώρας μας;

 

Θα σε παραξενέψει, όμως, παρ’ ότι φαινομενικά ισχύει αυτό που λες, οι τίτλοι που δίνει στα τραγούδια του πολλές φορές έχουν να κάνουν με την Ελλάδα (όπως το «Ελληνική βαρκαρόλα» που ακούγεται στον δίσκο). Επίσης, ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι πολύ πριν από τον Γιάννη Κωνσταντινίδη και τον Νίκο Σκαλκώτα, ήδη από το 1907, τον απασχόλησε η διασκευή ελληνικών χορών για πιάνο (υπάρχουν αντίστοιχες τυπωμένες παρτιτούρες της εποχής με τίτλους όπως το «Serifiotikos»), αλλά και συνολικά από τη Μεσόγειο. Εμπνεύστηκε λοιπόν και από την παραδοσιακή μουσική της Μεσογείου και θέλησε να τη συστήσει στους Γάλλους. Αυτό είναι εντυπωσιακό, και αν υπάρξει δεύτερο «Ο Αττίκ στο Παρίσι» θα συμπεριλάβουμε ορχηστρικά κομμάτια που το αποδεικνύουν.

 

* Συμφωνείτε μαζί μου ότι, τόσο στις ατμόσφαιρες όσο και στις μελωδίες τους τα τραγούδια αυτά έχουν απρόσμενα πολλά jazz στοιχεία, γεγονός πολύ παράδοξο δεδομένου ότι η jazz τότε δεν είχε αρχίσει καλά - καλά να επικρατεί στην Αμερική, πόσο μάλλον να διαδίδεται στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στη Γαλλία;

 

Όντως η jazz γεννήθηκε το 1917, ήδη όμως ένα χρόνο αργότερα παιζόταν από μαύρους μουσικούς στο Παρίσι και τη Βαρκελώνη, κάτι που αποδεικνύει ότι οι Γάλλοι και οι Καταλανοί ήταν πάντα εραστές του «καινούργιου» και του μοντέρνου. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε ήδη το ragtime και το cake-walk και κλασικοί συνθέτες όπως ο Debussy είχαν ασχοληθεί με το είδος. Ο Αττίκ, ως νέος, ήταν πρωτοπόρος και ανήσυχος και τον ενδιέφερε να ασχοληθεί και με αυτό το είδος.

 

* Για τον μέσο ακροατή η αξία του Αττίκ βρίσκεται κυρίως στους στίχους του και στην ευαίσθητη ερμηνεία του. Από καθαρά μουσικής πλευράς, όμως, πώς θα τον κρίνατε; Τι θα λέγατε συγκεκριμένα για τις μελωδίες του και το πώς αναπτύσσει τα θέματα του;

 

Ιδιαίτερα μουσικά, η γαλλική περίοδός του έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, πολύ μεγαλύτερο από την «ελληνική». Βλέπεις ότι σε πολλά κομμάτια σπάει τις φόρμες, χρησιμοποιεί διαφορετικούς ρυθμούς, γράφει lied, ξεκινάει σε άλλο τόνο και καταλήγει σε άλλο. Είναι ένας Αττίκ ανήσυχος και ταλαντούχος, που φαίνεται πως γνωρίζει καλά τη μουσική «γραμματική» και παίζει μαζί της. Παράλληλα επιλέγει να συνθέσει και εύθυμα κομμάτια για το καμπαρέ, πάντα όμως προσθέτει το δικό του στοιχείο.

 

* Γιατί δεν αφήσατε να ακούγονται μόνο γαλλικοί στίχοι αλλά υπάρχουν και ελληνικοί, του Αττίκ, αλλά ακόμα και δικοί σας;

 

Δύο τραγούδια, τα «Ο διαβάτης της ζωής» και «Είδα μάτια πολλά», είχαν την ίδια εποχή γραφτεί και με ελληνικούς στίχους. Ήδη από το 1914 και μετά ο Αττίκ πηγαινοερχόταν συχνότερα στην Ελλάδα. Ήθελα λοιπόν να φανεί αυτή η σχέση. Όσο για τους δικούς μου στίχους, σε μία σύνθεση του σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να γεννηθεί ένα ενδιαφέρον νέο τραγούδι σήμερα, αλλά με «παλιό άρωμα».

 

* Ακριβώς επειδή είστε και ηθοποιός, προσπαθήσατε, βασισμένος σε όσες ερμηνείες του έχουν καταγραφεί σε ηχογραφήσεις, να «υποδυθείτε» κατά κάποιο τρόπο τον Αττίκ ερμηνεύοντας αυτά τα τραγούδια ή, με όλο τον σεβασμό σας, τα προσεγγίσατε ως Γιώργης Χριστοδούλου που ζει περισσότερο από έναν αιώνα μετά από εκείνον και σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο;

 

Η φωνή του Αττίκ σε δίσκους δεν υπάρχει παρά μόνο σε ελάχιστες παρλάτες και στην ταινία «Χειροκροτήματα» είναι ντουμπλαρισμένη. Αλλά έτσι και αλλιώς το γεγονός ότι είχα να κάνω με ένα υλικό το οποίο δεν έχει εκτελεστεί δισκογραφικά και η μόνη μου αναφορά ήταν η παρτιτούρα, μοιραία έκανε το προσωπικό στοιχείο και γούστο μου να κυριαρχεί.

 

* Αισθάνεστε ότι κάπου «κλέβετε» τον Αττίκ, ότι απλώς «δανείζεστε» το ταλέντο του σε αυτό τον δίσκο ή επενδύσατε τόσα σε αυτό το project ώστε να σας ανήκει σχεδόν εξίσου με αυτόν; 

 

Νιώθω όπως κάθε ερμηνευτής όταν ένας σπουδαίος συνθέτης του εμπιστεύεται ένα έργο του σε πρώτη εκτέλεση. Ή μάλλον, ακόμα καλύτερα, σαν να μου έστειλε πολλά τραγούδια για να επιλέξω ποια μου πάνε περισσότερο. Νιώθω ευγνώμων για αυτό το «δώρο» της ζωής.

 

* Σας εξέπληξε η τόσο θερμή και ενθουσιώδης αντίδραση του κοινού στην πρώτη ζωντανή παρουσίαση του υλικού στο Φεστιβάλ Αθηνών; 

 

Με γέμισε χαρά το να βλέπω όλες τις ηλικίες να ενδιαφέρονται τόσο για την εργασία μας. Ο πιανίστας Χάρης Σταυρακάκης που ήταν το δεξί μου χέρι σε όλη αυτή τη διαδικασία και εγώ νιώσαμε ότι κάναμε το καλύτερο ξεκίνημα γι’ αυτή τη δουλειά με εκείνη τη συναυλία. Τις επόμενες δύο ημέρες μπήκαμε στο στούντιο για τις ηχογραφήσεις.

 

* Ποια ήταν η αλήθεια η κυριότερη επιδίωξη σας όταν ξεκινήσατε αυτό το project και σε ποιο βαθμό θα λέγατε ότι εκπληρώθηκε; 

 

Η πρόθεσή μου ήταν να ξανασυστήσω έναν άλλο, άγνωστο μέχρι τώρα, Αττίκ, ιδωμένο αν θέλεις και μέσα από τα δικά μου μάτια αλλά και πολλές άγνωστες πληροφορίες σχετικά με το έργο του που μου αποκαλύφθηκαν με την έρευνα και τις κατέγραψα στο βιβλίο. Η ανταπόκριση ήταν άμεση και μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε. Αυτό για εμένα είναι μεγάλη ικανοποίηση. 

 

* Και τι ετοιμάζετε για το άμεσο μέλλον, σχετικά με τον δίσκο και ίσως όχι μόνο; 

 

Την Παρασκευή 20 και το Σάββατο 21 Ιανουαρίου στον πολυχώρο «Ιανός» θα παρουσιάσω ζωντανά τον δίσκο με τη συμμετοχή τεσσάρων τραγουδιστριών (Ανδριάνα Μπάμπαλη, Πολυξένη Καράκογλου, Αναστασία Σπύρου και η μεσόφωνος Μαρία Βλαχοπούλου) μαζί με μία έκθεση αρχειακού υλικού που βλέπει για πρώτη φορά το φως. Έπειτα η παράσταση θα περιοδεύσει στη βόρεια Ελλάδα ενώ τις Πέμπτες του Φεβρουαρίου θα παρουσιάσω και πάλι μιαν άλλη  παράσταση μου, την «Καντάδα», στον πολυχώρο «Το Τρένο Στο Ρουφ». 


Πάγια πεποίθηση μας είναι ότι, κάτω ίσως από το,  περισσότερο ή λιγότερο, λαϊκό κύριο ρεύμα του, υπάρχει όντως ένα «διαφορετικό» ελληνικό τραγούδι και ο Γιώργης Χριστοδούλου το υπηρετεί με τόση γνώση και συνέπεια όσο ελάχιστοι άλλοι...

Δείτε όλα τα σχόλια