Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ευγένιος Ονιέγκιν από τη ΜΕΤ

«Αυτό που μετράει για μένα είναι η αναζήτηση της αλήθειας. Ο Ονιέγκιν είναι στο ίδιο επίπεδο με τον Τσέχωφ. Πρόκειται για το ίδιο ακριβώς πεδίο. Θέλεις να πιστέψεις ότι αυτοί...

«Αυτό που μετράει για μένα είναι η αναζήτηση της αλήθειας. Ο Ονιέγκιν είναι στο ίδιο επίπεδο με τον Τσέχωφ. Πρόκειται για το ίδιο ακριβώς πεδίο. Θέλεις να πιστέψεις ότι αυτοί οι άνθρωποι ζουν και αναπνέουν και νιώθουν πραγματικά, με απόλυτη εντιμότητα». Δεν είναι λίγες οι φορές που λόγια όπως αυτά της σκηνοθέτιδας Deborah Warner δεν βρίσκουν αντίκρισμα στο αποτέλεσμα μιας παραγωγής. Στην περίπτωση, όμως, της όπερας του Π. Ι. Τσαϊκόφσκι «Ευγένιος Ονιέγκιν» (Γεβγκένι Ανιέγκιν, αν θέλουμε να μείνουμε κοντά στη ρωσική εκφορά του ονόματος), όπως προσφάτως αναβίωσε από τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης με τη συνέργεια της διάσημης ηθοποιού Fiona Shaw και προβλήθηκε σε παγκόσμια δορυφορική μετάδοση (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», 23 Σεπτεμβρίου), τα έργα ήρθησαν στο ύψος των εξαγγελιών και των προθέσεων. Για τον ίδιο τον Τσαϊκόφσκυ η διερεύνηση των ανεκπλήρωτων ερώτων, χωρίς ή με ετεροχρονισμένη ανταπόκριση, αποτελούσε μονόδρομο προσωπικής έκφρασης υπό το ασήκωτο βάρος της επώδυνης βίωσης της ομοφυλοφιλίας του. Η «καταραμένη» αποστασιοποίηση του επώνυμου χαρακτήρα, εξάλλου, έβρισκε αντιστοίχιση στη δική του αναγκαστικά παρατηρητική αντιμετώπιση της ζωής. Όπως και ο Τσέχωφ, που, παρεμπιπτόντως εκτιμούσε ιδιαιτέρως (και όχι τυχαία, φυσικά) τη διεισδυτικότητα του συνθέτη στον χειρισμό του διηγήματος του Αλεξάντερ Πούσκιν, ο Τσαϊκόφσκι, πολύ περισσότερο από τους κόμβους της, ενδιαφερόταν να παρουσιάσει την πορεία μιας πλοκής επιφανειακά αδιατάρακτης, αλλά εσωτερικά ζέουσας, ανατέμνοντας τους χαρακτήρες, τα συναισθήματα και την ωρίμανση των δραματικών προσώπων. Και το επιτυγχάνει όχι μόνο με το μέγεθος του μελωδικού και δραματικού του ταλάντου, αλλά και μέσα από την προσωπική βίωση του ανεκδήλωτου πάθους των ηρώων του.

Με αυτή την αφετηρία δεν αποτελεί υπερβολή η εκτίμηση ότι η παραγωγή των Γουώρνερ / Σω, με τα υπέροχα κοστούμια μιας διεθνούς φήμης Ελληνίδας, της Chloe Obolensky (θυγατέρας του αείμνηστου ακαδημαϊκού και στενού συνεργάτη του Αριστοτέλη Ωνάση, καθηγητή Ιωάννη Γεωργάκη, με τον οποίο είχα παρεμπιπτόντως το προνόμιο της συνεργασίας κατά την σύντομη θητεία του ως υπηρεσιακού υπουργού Εσωτερικών, το 1993, λίγο πριν τον θάνατό του) αποτελεί πρότυπο ανανεωτικής σκηνοθετικής προσέγγισης, με το πλήρες πολιτικό εύρος του όρου στην κοινωνική αντίληψη. Με άλλα λόγια δηλαδή, οι τρεις αναδιατυπώνουν δημιουργικά τη βούληση του συνθέτη, χωρίς μεν να αφίστανται των ιστορικών δεδομένων του έργου, αλλά και τολμώντας σποραδικά, αλλά καίρια, να τον λυτρώσουν από ενδεχόμενη μομφή φορμαλισμού. Έτσι, αντί άλλων, στη σκηνή των χωρικών της α' πράξης, η προσέλευση ενώπιον της Μαντάμ Λαρίνα δεν αποτελεί φόρο τιμής με όρους 18ου αιώνα, αλλά γεγονός συναρτώμενο με αγιασμό της σοδειάς, τόσο κρίσιμο και εύλογο για τα δεδομένα του ρωσικού επαρχιακού μεγαλονοικοκυριού της χήρας. Αντίστοιχα ιδιοφυή και προωθητική της οπτικής του συνθέτη βρήκαμε και την εκτύλιξη της τελικής σκηνής του έργου όχι στο μπουντουάρ της -πριγκίπισσας Γκρέμινα πλέον- Τατιάνας, αλλά στο ψυχικό και καιρικό ψύχος του περιστυλίου, πολύ περισσότερο πρόσφορο για αντιστάσεις στο πάθος από το δωμάτιο της ηρωίδας.

Όλα τα παραπάνω, ωστόσο, θα είχαν παραμείνει κενό γράμμα ευγενών προθέσεων αν η παράσταση δεν είχε στελεχωθεί εκ των αρίστων και δεν είχε προετοιμασθεί με την προσήκουσα σοβαρότητα. Το ενδοσκοπικό βάθος της σκηνής στήριξε το πόντιουμ με έναν Valery Gergiev μιας νέας ωριμότητας, μακριά από τον γνώριμο υστερικό εαυτό του, με πρωτόγνωρη επιμέλεια για χρώματα και βηματισμό από την ορχήστρα της Μετ, αδιαλείπτως εξαίσια στη ρομαντική αφήγηση της παρτιτούρας. Ύστερα, ήταν η Τατιάνα της Anna Netrebko που διέψευσε κατηγορηματικά τις προκαταλήψεις μας, τόσο στο υποκριτικό πεδίο, πραγματικό παγερό ηφαίστειο υπαινικτικής ηθοποιίας, όσο και φωνητικά, με την επιβεβαίωση εξαιρετικής τεχνικής μέσα από την ηδονική πληρότητα του ήχου και την προβολή του χωρίς ίχνος ανεπιθύμητης αιχμηρότητας. Απέναντί της ο νεανικός και πάλλων Ονιέγκιν του Πολωνού Mariusz Kwiecien, με τον κυνισμό του χαρακτήρα να επιβεβαιώνεται στην αγέρωχη υγεία της εκφοράς. Ακόμη και η στυφή υποκριτική του συμπατριώτη του Piotr Beczala ως Λένσκι έμοιαζε ενσωματωμένη στα δρώμενα και δεν επηρέαζε, φυσικά, τους ποταμούς χρυσού ήχου της σπάνιας φωνής του. Πρωταγωνίστριες, όπως η Oksana Volkova ως Όλγα, η Elena Zaremba ως Λαρίνα και η Larissa Dyadkova ως τροφός Φιλιπιέβνα ολοκλήρωναν μια παράσταση μεγάλων αξιώσεων που ελπίζουμε να βρει τον δρόμο της εμπορικής κυκλοφορίας.

Δείτε όλα τα σχόλια