Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Γουλιέλμος Τέλλος» με άρωμα σοσιαλιστικού ρεαλισμού

Το γεγονός του 34ου Φεστιβάλ Ροσσίνι ήταν η αναβίωση του κύκνειου άσματος του συνθέτη από το Πέζαρο, της τετράπρακτης όπεράς του Guillaume Tell, που πρωτοπαρουσιάσθηκε στα 1829 και που, η μαστοδοντική της διάρκεια και οι εξαιρετικές φωνητικές απαιτήσεις για τον πρώτο τενόρο την καταδίκασαν...

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Το γεγονός του 34ου Φεστιβάλ Ροσσίνι ήταν η αναβίωση του κύκνειου άσματος του συνθέτη από το Πέζαρο, της τετράπρακτης όπεράς του Guillaume Tell, που πρωτοπαρουσιάσθηκε στα 1829 και που, η μαστοδοντική της διάρκεια και οι εξαιρετικές φωνητικές απαιτήσεις για τον πρώτο τενόρο την καταδίκασαν σε διαδικασία όλο και βαθύτερων περικοπών, εν τέλει δε σε σποραδική αναβίωση έως τις μέρες μας. Μοναδικό αειθαλές του έργου παρέμεινε η εισαγωγή του, με μέρη της να αξιοποιούνται σε διαφημίσεις, αλλά και ταινίες, από τον ανατρεπτικό πράκτορα «Θου Βου» του Θανάση Βέγγου μέχρι τα γουέστερν της σειράς «Lone ranger».

Δεν αποτελεί υπερβολή η εκτίμηση ότι η νέα παραγωγή του Φεστιβάλ Ροσσίνι προβλέπεται να οδηγήσει σε συνολική επανεκτίμηση του παρεξηγημένου αυτού αριστουργήματος, όχι μόνο χάρη στην επική και συνάμα ψυχαναλυτική παραγωγή του Graham Vick ή το πολυαναμενόμενο ντεμπούτο του διάσημου Juan Diego Flórez στο μέρος του Arnold, αλλά και, επιπλέον, στη βαθείας πνοής και κατανόησης μουσική σύλληψή της από τον αρχιμουσικό των παραστάσεων, τον μόλις 34χρονο Michele Mariotti.

Γέννημα - θρέμμα του Πέζαρο, ο γιος του Sovrintendente ανδρώθηκε σε ζηλωτική ατμόσφαιρα για την υπόθεση του Ροσσίνι, εξοικειώθηκε εξ απαλών ονύχων με την αναζήτηση των λεπτών ποιοτήτων της γραφής του και, όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος σε συνέντευξη τύπου, 15ετής μόλις, δεν είχε χάσει ούτε μια δοκιμή της προηγηθείσης παραγωγής του 1995, ζώντας έκτοτε με το όνειρο να αξιωθεί της δικαίωσης της συγκεκριμένης όπερας. Και το κατάφερε, διευθύνοντας από στήθους, με απίστευτη συνεκτικότητα, το 5ωρο έργο, χωρίς αγωγική ανασφάλεια, με επιβλητική και αριστοτεχνική δόμηση των μεγάλων σκηνών και παρέχοντας ευήκοη στήριξη σε μιαν από τις συνολικά ευτυχέστερες διανομές της ιστορίας.

Η κλιμάκωση των συνόλων, ακόμη και στον ιδιαίτερο χώρο της Αδριατικής Αρένας, υπήρξε μεγαλειώδης, με τον τελικό ευχαριστήριο παιάνα στην ελευθερία να εγγίζει εκστατικά ύψη και να μάς συνοδεύει ώρες μετά την παράσταση, ως αποτέλεσμα εξονυχιστικής συνεργασίας όλων με τον σκηνοθέτη.

Ο πολιτικοποιημένος Βικ και ο σκηνογράφος του Paul Brown αρνήθηκαν να περιορίσουν το έργο στο συμβατικό πλαίσιο της ελβετικής πλοκής και της ιστορικής ανακρίβειάς της σε σχέση με τους Αυστριακούς. Γι' αυτούς το γνώριμο story αφορά το πάντοτε επίκαιρο ζήτημα της καταπίεσης λαών και ανθρώπων. Μια τεράστια, υψωμένη και σφιγμένη γροθιά κάλυπτε, με αρκούντως ερυθρωπό πλαίσιο, το κατεβασμένο προσκήνιο. Το στοιχείο της αλπικής φύσης και του ελβετικού τοπικισμού είχε περιορισθεί ως έκθεμα πίσω από προθήκες φανταστικού μουσείου, ενώ η επανάσταση ανέδιδε ένα αναγνωρίσιμο σοσιαλιστικό άρωμα, με κόκκινα λάβαρα και περιβραχιόνια, που λες και ξεπηδούσαν από πίνακες σοσιαλιστικού ρεαλισμού του Ρωσικού Μουσείου της Αγίας Πετρούπολης ή από επικές κινηματογραφικές εικόνες του Μπερτολούτσι και των Ταβιάνι.

Η μόνη περίσταση που οι Ελβετοί χωρικοί εμφανίσθηκαν με τοπική περιβολή ήταν για το μπαλέτο της γ' πράξης (χορογραφία Ron Howell), που ο Βικ συνέλαβε ως προπαγανδιστική γιορτή δήθεν συμφιλίωσης ανάμεσα σε κατακτητές και κατακτημένους, περίσταση η οποία γρήγορα εκφυλίζεται σε πλαίσιο σεξουαλικής υποταγής και κακοποίησης νεαρών, νεανίδων και παιδιών.

Δεν ανακαλούμε, σε τέσσερις δεκαετίες μελοδραματικής εμπειρίας, σκηνοθεσία όπερας -και μάλιστα τόσο βεβαρημένης με τη μομφή του πληκτικού κομφορμισμού- που να μας παρέσυρε σε παρόμοιας έντασης ψυχική διέγερση υπέρ των αδικούμενων. Ένας άθλος του Βρετανού σκηνοθέτη, που αποδεικνύει ότι η εξίσου παρεμβατική σκηνοθεσία του για τον «Μωυσή στην Αίγυπτο» του Ροσσίνι, που είχε προηγηθεί στον ίδιο χώρο, δεν του είχε χαρίσει τυχαία το βαρύ «Premio Abbiati» 2011.

Επιστέγασμα το μεγάλο φινάλε, ένα ιδεαλιστικό tableau vivant, με την ξύλινη τριγωνική κατασκευή της οροφής να μετατρέπεται σε κατακόκκινη σκάλα προς ένα άδηλο αύριο ελευθερίας. Ένα αύριο που ο Βικ επιφύλαξε πρωτίστως στον Jemmy, τον έφηβο γιο του Τέλλου που επιχειρεί πρώτα μετέωρα βήματα ανάβασης, ενώ η αυλαία πέφτει γεμάτη ενδεχόμενα και ευκαιρίες στο όνειρο...

Δείτε όλα τα σχόλια